Supreme Court allows appeal against lower court's finding of implied ratification of unauthorized contract by silent partner.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of the appeal, finding the lower court erred in accepting implied ratification of a contract without sufficient reasoning. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for finding the silent partner's approval, while the appellee contended the partner's continued construction activities constituted such approval. The court ruled that the lower court failed to establish the necessary premises for the partner's knowledge and consent, rendering the finding of implied ratification legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18, 22, 42-44 of the Commercial Code; Article 229 of the Civil Code: A contract concluded by one partner without the joint action of others in a general partnership binds the entity only upon the partner's explicit or clear implicit ratification, which requires proof of knowledge and intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 73/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Έλλη Βενεδίκτου.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλας Ψύρρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/1997 μη οριστική και 204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2004 μη οριστική του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης) και 104/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 16-12-2014 αίτησης για αναίρεση της 104/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22, 42 έως 44 του Εμπ.Νόμου, (όπως εκείνες περί ομορρύθμων εταιριών ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 249-270 του ν.4072/2012) και 68 παρ.2, 70, 211, 229, 231 και 749 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν με το καταστατικό ομόρρυθμης εταιρίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ανατέθηκε η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων σε περισσότερους εταίρους που θα ενεργούν από κοινού, η ανάληψη υποχρεώσεων έναντι τρίτων επ’ ονόματι της εταιρίας από τον ένα μόνο διαχειριστή, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών ή χωρίς την τήρηση των τυχόν άλλων όρων που προβλέπει το καταστατικό, συνιστά υπέρβαση των ορίων της διαχειριστικής του εξουσίας και δεν δεσμεύει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και τους λοιπούς εταίρους, εκτός αν η τελευταία εγκρίνει την επ’ ονόματι της πράξη του εταίρου της (ΑΠ 321/2009, 261, 1520/2001).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 229 ΑΚ, ορίζεται ότι "αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου". Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης και γίνεται με μονομερή δήλωση απευθυντέα στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων (άρθρα 236 και 238 ΑΚ) υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά αυτή (ΑΠ 1155/1998, 120/1984) ενώ δύναται, εφόσον για τη σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις της εγκρίνασας εταιρίας ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης (ΑΠ2064/2014, 313/2013).
Περαιτέρω, σε περίπτωση άσκησης αγωγής που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση υποχρέωσης που ανέλαβε, δυνάμει σύμβασης καταρτισθείσας μεταξύ τους αυτοπροσώπως, το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη οίκοθεν, από τις αποδείξεις, ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε με άλλο πρόσωπο, που δεν εκπροσωπούσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, πλην όμως το τελευταίο ενέκρινε την άνευ πληρεξουσιότητάς του καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς να περιέχεται ο ισχυρισμός αυτός στην αγωγή, ή έστω στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του ενάγοντος, ως διευκρίνισή της, κατ’ άρθρο 224ΚΠολΔ., καθόσον έτσι μόνον θα μπορούσε και ο εναγόμενος, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προβάλει τυχόν υπάρχουσες ενστάσεις του κατά του κύρους της επικαλούμενης έγκρισης.
Από την άποψη αυτήν, ο ανωτέρω ισχυρισμός περί έγκρισης της δικαιοπραξίας αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ (σχ.Α.Π. 1150/2014, 603/2013, 1155/1998, 714/1988). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ,ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ 15/2006,1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ..... (ήδη αναιρεσείουσα), αποτελεί ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία με αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων και την κατασκευή οικοδομικών έργων με αντιπαροχή. Η εταιρεία αυτή φέρει την επωνυμία "...
ΟΕ" και εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί, όμως, γραφείο και στη ..., στην οδό .... Νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της είναι κατά το καταστατικό της, ο εταίρος της Ε. Κ., ο οποίος μόνος του ή με τη σύμπραξη και του άλλου εταίρου, Α. Γ., εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικά και εξώδικα. Η ενάγουσα ..... (ήδη αναιρεσίβλητη) τα τέλη του έτους 1991, διαθέτουσα την ανάλογη οικονομική δυνατότητα, επιθυμούσε να προβεί στην αγορά ενός μεγάλου διαμερίσματος για να καλύψει τις στεγαστικές της ανάγκες.
Την εποχή εκείνη διατηρούσε δεσμό με το μάρτυρα απόδειξης Β. Χ., ο οποίος ήταν γνωστός του εταίρου Α. Γ.. Στις αρχές του έτους 1992, ο Β. Χ. μαζί με την ενάγουσα επισκέφθηκαν το γραφείο της εναγομένης στη ..., όπου η ενάγουσα δήλωσε ότι προτίθεται να προβεί στην αγορά ενός μεγάλου διαμερίσματος εμβαδού 180 έως 200 τμ....
Οι εταίροι της εταιρίας της δήλωσαν ότι επειδή τα μεγάλα διαμερίσματα δεν έχουν εμπορικό ενδιαφέρον, δεν κατασκευάζουν τέτοια, μπορούσαν, όμως, να προβούν σε συνένωση δύο διαμερισμάτων (ενός ισόγειου διαμερίσματος και μία μεζονέτας), ώστε να δημιουργήσουν ένα μεγάλο διαμέρισμα, στην οικοδομή, που κατασκεύαζαν στην περιοχή Σουράδας ...ς, στην οδό ... .......
διαβεβαιώνοντάς τους ότι η συνένωση ήταν δυνατή με τη δημιουργία εσωτερικής κλίμακας με δύο έως τρία το πολύ σκαλοπάτια ...... Στη συνέχεια με το από 21-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα προσυμφώνησε να αγοράσει από την εναγομένη τρεις ανεγειρόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και δη, την υπό στοιχείο 1-2 ιδιοκτησία (κατοικία), εμβαδού 84 τετραγωνικών μέτρων, την υπό στοιχείο ...
ιδιοκτησία (κατοικία), εμβαδού 104 τετραγωνικών μέτρων, καθώς, επίσης και την υπό στοιχείο ... ιδιοκτησία (γκαράζ), εμβαδού 27 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται στο κτίριο ... του παραπάνω συγκροτήματος κατοικιών. Κατά την παραπάνω συμφωνία, το συνολικό τίμημα της πώλησης ορίστηκε σε 50.000.000 δραχμές, εκ των οποίων 7.500.000 δραχμές κατέβαλε η ενάγουσα, κατά τη σύναψη του ανωτέρω συμφωνητικού, ενώ το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι εξαμηνιαίες άτοκες δόσεις ως εξής:
α) 7.000.000 δραχμές στις 30-6-92, β) 7.500.000 δραχμές στις 31-12-92, γ) 7.000.000 δραχμές στις 30-6-93, δ) 7.000.000 δραχμές στις 31-12-93, ε) 7.000.000 δραχμές στις 30-6-94 και στ) 7.000.000 δραχμές στις 30-12-94. Παράλληλα, προφορικά συμφωνήθηκε, ότι η εναγόμενη θα συνένωνε τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1-2 και ... ιδιοκτησίες, ώστε αυτές να αποτελέσουν μία ενιαία ιδιοκτησία με βάση τις επιθυμίες της ενάγουσας.
Το ως άνω προσύμφωνο, επειδή αφορούσε αγορά ακινήτου έπρεπε να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 369 ΑΚ) και επομένως, ήταν άκυρο. Άκυρη ήταν και η συμφωνία ποινικής ρήτρας, μη δημιουργουμένων αξιώσεων από τη συμφωνία αυτή, που περιλήφθηκε στο άνω προσύμφωνο για την περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης με υπαίτια συμπεριφορά οποιουδήποτε από τα μέρη....
Στη συνέχεια, η ενάγουσα, ...... ανέθεσε την εσωτερική διαρρύθμιση στον αρχιτέκτονα Ν. Β., ο οποίος, όμως, έκαμε την πρότασή του πριν την αποπεράτωση του σκελετού της μεζονέτας, ώστε να φαίνεται και να είναι δυνατό η ενάγουσα να αντιληφθεί κάποιο πρόβλημα από την υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών και χωρίς ο ίδιος να εντοπίσει στην ενάγουσα κάποιο πρόβλημα για τη συνένωση αυτή.
Περί τα τέλη Μαΐου 1992, αποπερατώθηκε, εν μέρει, ο σκελετός και της μεζονέτας με τη ρίψη της πλάκας του κάτω ορόφου της μεζονέτας (πάνω ορόφου υπογείου γκαράζ), οπότε η ενάγουσα άρχισε να προβληματίζεται, κατά πόσο είναι δυνατό να δημιουργηθεί η συνένωση των δυο οριζοντίων ιδιοκτησιών, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί μία ενιαία και λειτουργική οριζόντια ιδιοκτησία.
Παρόλα αυτά, κατέβαλε στις 22/7/1992 την πρώτη δόση του τιμήματος, αναμένοντας την ολοκλήρωση του σκελετού. Μετά την καταβολή της δόσης αυτής επισκέφθηκε την οικοδομή .... όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί ο σκελετός και της μεζονέτας και διαπίστωσαν ότι στο σημείο της συνένωσης και δη, στο σημείο του κοινού τοίχου των δύο ιδιοκτησιών το ύψος του εσωτερικού ανοίγματος από το διαμέρισμα προς τη μεζονέτα ανερχόταν στα 1,85 μέτρα κατά μέσο όρο, γεγονός που καθιστούσε δυσχερή τη μετακίνηση από τη μία ιδιοκτησία στην άλλη...
Το πρόβλημα αυτό το έθεσε η ενάγουσα στην εναγομένη. Ο εκ των εταίρων αυτής, Α. Γ., το επιβεβαίωσε, ενώ ο εκπρόσωπός της, Ε. Κ., το αρνήθηκε. Στη συνέχεια, έγιναν συζητήσεις για το πρόβλημα αυτό και το φθινόπωρο του έτους 1992, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κάλεσε την ενάγουσα και της δήλωσε ότι βρέθηκε λύση στο ανακύψαν πρόβλημα.
Ειδικότερα, έσκαψαν την πλάκα του ισογείου διαμερίσματος και δημιούργησαν ένα πλατύσκαλο προκειμένου να μετριάσουν τη διαφορά στα 2,10 μέτρα ύψους. Πλην όμως και πάλι, μετά την επίστρωση του δαπέδου με πλακίδια και την κατασκευή επιχρισμάτων της οροφής, η διαφορά θα ανερχόταν μόλις στα 2,05 μέτρα, όταν τα λοιπά εσωτερικά ανοίγματα ανέρχονταν στα 2,20 μέτρα, πέραν, δε, τούτου, .....
δημιουργούνταν ένα μεγάλο πλατύσκαλο που διέκοπτε τη συνέχεια της πλάκας του πατώματος του διαμερίσματος. Για αυτό το λόγο, η ενάγουσα ζήτησε την ακύρωση της συμφωνίας τους και την επιστροφή των χρημάτων της, γεγονός που δεν αποδέχθηκε αρχικά η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της. Προς αποφυγή περαιτέρω διένεξης, επειδή η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να επιστρέφει πίσω τα χρήματα, η, δε, ενάγουσα, δεν ήθελε να προβεί στην αγορά, οι διάδικοι κατέληξαν σε νεώτερη συμφωνία.
Ειδικότερα, αρχές του έτους 1993, ο Α. Γ. επισκέφθηκε την οικία της ενάγουσας στην ..., για το λόγο ότι η τελευταία, τότε, ήταν ασθενής και σ’ αυτήν τη συνάντηση, στην οποία ήταν παρούσα και η δικηγόρος της ενάγουσας, συμφώνησαν προφορικά να καταβάλει η ενάγουσα στην εναγομένη το ποσό των 7.500.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στη δεύτερη από τις ανωτέρω συμφωνηθείσες δόσεις ώστε, συνυπολογιζομένων και των προηγούμενων καταβολών, να συμπληρωθεί το συνολικό ποσό των 22.000.000 δραχμών (7.500.000 προκαταβολή + 7.000.000 α δόση + 7.500.000 β δόση), που αντιστοιχούσε στο τίμημα μόνο της υπό στοιχείο Ι -2 οριζόντιας ιδιοκτησίας και να περιορισθεί η αγορά μόνο στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία.
Επειδή, όμως, η αγορά της παραπάνω ιδιοκτησίας δεν κάλυπτε τις ανάγκες της ενάγουσας, λόγω του μικρού εμβαδού της, συμφωνήθηκε, επιπλέον, να πωληθεί αυτή από την εναγομένη σε τρίτο αγοραστή, που θα υποδείκνυε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους, προκειμένου από το τίμημα της πώλησής της η εναγομένη να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 22.000.000 δραχμών στην ενάγουσα.
Σε εκτέλεση της προαναφερθείσας συμφωνίας, η ενάγουσα κατέβαλε στις 19-2-93 το ποσό των 7.500.000 δραχμών, ενώ η εναγομένη συνέχισε και ολοκλήρωσε την κατασκευή των παραπάνω ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια της, δηλαδή, χωρίς να προβεί στη συνένωσή τους, καθαιρώντας την εσωτερική κλίμακα και μπαζώνοντας το προαναφερθέν πλατύσκαλο, που ήταν οι μόνες εργασίες, που είχε κάμει έως τότε για την εν λόγω συνένωση.
Έκτοτε, οι διάδικοι ανέμεναν την πώληση της ως άνω ιδιοκτησίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η εναγόμενη εταιρεία δεν αμφισβήτησε την εξουσία εκπροσώπησης του Α. Γ., αλλά μόνο τη σύναψη της πρόσθετης συμφωνίας, η ως άνω πρόσθετη συμφωνία, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίστηκε, μεν, με την ενάγουσα και τον Α.
Γ., που, όμως, δεν μπορούσε, κατά το καταστατικό να εκπροσωπεί την εναγομένη, πλην όμως, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μετά τη συμφωνία αυτή η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της συνέχισε την κατασκευή των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ως αυτοτελών και ανεξάρτητων, καθιστά αυταπόδεικτο ότι η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της ενέκρινε σιωπηρά την παραπάνω συμφωνία και άρα, δεσμεύεται απ’ αυτήν.
Τελικά, η εναγομένη αναζητούσε αγοραστή για το προαναφερθέν διαμέρισμα και τη μεζονέτα και πράγματι βρήκε αγοράστρια για το διαμέρισμα την Ε. Σ., οπότε και προχώρησαν στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες για τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, .... στις 25-7-94 κατήρτισαν το υπ’ αριθμ. .../94 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ..., Ελένης Ελευθερίου, με το οποίο η εναγομένη πώλησε στην παραπάνω αγοράστρια την ανωτέρω υπό στοιχείο Ι-2 οριζόντια ιδιοκτησία. ......
Ενώ, λοιπόν, ήδη, τουλάχιστον από τις 29-6-1994, η εναγομένη είχε συμφωνήσει την πώληση και μεταβίβαση του παραπάνω διαμερίσματος σε τρίτο, επέδωσε στις 13/7/1994 και στις 14/7/1994, δύο εξώδικες δηλώσεις στην ενάγουσα με θυροκόλληση στην οικία της, διότι η τελευταία απουσίαζε στην Αθήνα, η, δε, κόρη της, που ήταν ανήλικη και βρισκόταν στην οικία τους, δεν παρελάμβανε τις δηλώσεις αυτές από τον επιμελητή.
Στην πρώτη, που εφέρετο συνταχθείσα στις 2-7-1994, ισχυριζόταν ότι η ενάγουσα την ενέπαιζε και δεν τιμούσε την υπογραφή της, δεδομένου ότι δεν τηρούσε το από 22-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν της κατέβαλε τις συμφωνημένες δόσεις, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία, διότι ανατράπηκε όλος ο οικονομικός προγραμματισμός της και ότι, αφού παρήλθε η προθεσμία στις 30-6-1994, οπότε η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει το τίμημα και να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, η μη κατάρτιση της σύμβασης πώλησης οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας και ότι για το λόγο αυτό θα προβεί στην πώληση των αυτοτελών ιδιοκτησιών του από 21-1-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Στη, δε, δεύτερη, που εφέρετο συνταχθείσα στις 7-7-1994, ..... της έταξε προθεσμία τριών ημερών να καταβάλει τα οφειλόμενα (δόσεις, τόκους υπερημερίας κλπ) και να προβούν στη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, ειδάλως θα ίσχυαν τα όσα της ανέφερε στην προηγούμενη δήλωσή της. Πλην, όμως, ενόψει του ότι, από τις 29-6-1994, η εναγομένη είχε προαποφασίσει να πωλήσει το παραπάνω διαμέρισμα σε τρίτο, οι ως άνω δηλώσεις ήταν προσχηματικές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική βούληση της εναγομένης, η οποία με τον τρόπο αυτό επιχειρούσε να αποδεσμευτεί από την υποχρέωση της να επιστρέφει από το εισπραχθέν τίμημα το ποσό, που όφειλε στην ενάγουσα, βάσει της πρόσθετης προφορικής τους συμφωνίας.
Πράγματι, από την πώληση αυτή του διαμερίσματος, εναγομένη εισέπραξε το ποσό των 22.000.000 δραχμών και δεν το απέδωσε στην ενάγουσα, όπως είχαν συμφωνήσει ..... Συνακόλουθα, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο.
Υπό τις προεκτεθείσες όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της αναιρεσείουσας, κατά το καταστατικό της, είναι ο Ε. Κ., ο οποίος μόνος του ή με τη σύμπραξη και του άλλου εταίρου, Α. Γ., την εκπροσωπεί, ότι η επίμαχη πρόσθετη συμφωνία καταρτίστηκε όχι με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, αλλά με τον Α.
Γ., που δεν μπορούσε κατά το καταστατικό να την εκπροσωπεί, πλην όμως σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μετά τη συμφωνία αυτή η αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της συνέχισε την κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών ως αυτοτελών και ανεξαρτήτων, καθιστά αυταπόδεικτο ότι η αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της ενέκρινε σιωπηρά την παραπάνω συμφωνία και άρα δεσμεύεται απ’ αυτή, :α)έλαβε υπόψη της πράγμα που δεν προτάθηκε και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8ΚΠολΔ.
Κι’ αυτό, γιατί, ούτε στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη, ούτε στις από 16-1-1997 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της πρώτης συζήτησης, αλλά και από 15-6-2001 της δεύτερης συζήτησης της (ούτε άλλωστε και σ’ αυτές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου), ανέφερε αυτό το οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη ως αποδειχθέν, ότι δηλαδή την επίδικη σύμβαση συνήψε με τον Α.
Γ., και ότι η αναιρεσείουσα την ενέκρινε σιωπηρά. Αντιθέτως στην αγωγή της και σε όλα τα άνω δικόγραφα επικαλείτο τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης με την αναιρεσείουσα, (την οποία η τελευταία ηρνείτο) χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένο όνομα φυσικού προσώπου, και β)στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, διότι δέχεται ως αποδειχθείσα την σιωπηρή έγκριση της πρόσθετης συμφωνίας από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, πλήν όμως με ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν περιλαμβάνει παραδοχές από τις οποίες να προκύπτει ή γνώση αρχικά της επίμαχης συμφωνίας εκ μέρους του και η αναντίρρητη βούλησή του στην συνέχεια, να την εγκρίνει, χωρίς να αρκεί προς τούτο η παραδοχή ότι "συνέχισε την κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών ως αυτοτελών και ανεξαρτήτων", η οποία στηρίζει επαρκώς μόνον την παραδοχή περί ματαίωσης της αρχικής συμφωνίας.
‘ Ετσι, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 229 ΑΚ, που εφάρμοσε το Εφετείο. Επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) δεν αμφισβήτησε την εξουσία εκπροσώπησης του Α. Γ., κατά την κατάρτιση της πρόσθετης συμφωνίας, ώστε να είναι πλεοναστική η περαιτέρω παραδοχή της περί έγκρισης αυτής, όπως υποστηρίζει με τις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη.
Αντίθετα, η παραδοχή του Εφετείου, ότι: "στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η εναγομένη εταιρεία δεν αμφισβήτησε την εξουσία εκπροσώπησης του Α. Γ., αλλά μόνο τη σύναψη της πρόσθετης συμφωνίας...." όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, αλλά είναι αντιφατική, αφού δέχεται ταυτόχρονα ότι, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε την εξουσία εκπροσώπησης αυτού που κατάρτισε την πρόσθετη συμφωνία, αλλά και ότι αμφισβήτησε το μείζον, δηλαδή τη σύναψη της συμφωνίας της θεμελιωτικής της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ,με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που αφορά το ίδιο πληττόμενο με τους γενόμενους δεκτούς λόγους κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου σ’ αυτήν (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ.176,183ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 104/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ