Supreme Court dismisses appeal on will validity, upholding lower court's finding of testamentary capacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding the validity of a secret will. The appellant argued the testator lacked reading capacity, but the court found the lower court properly considered all evidence, including the testator's own declarations of literacy. Consequently, the appellate court's assessment of the testator's mental state was upheld as legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1738, 1741, 1743, 1748 of the Civil Code: The court's evaluation of a testator's capacity to read is a matter of judicial discretion based on the totality of evidence, and an appeal challenging this assessment is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 73/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη, και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Ι. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σταμούλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ν. Α., το ..., κατοίκου Μελβούρνης Αυστραλίας και προσωρινώς διαμένουσας στον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρίνο Μπηλιώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2011 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 3-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1738 ΑΚ για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται, γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο, πρέπει με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1744 ΑΚ, να φέρει την υπογραφή του διαθέτη.
Αν είναι το κείμενο γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1741 ΑΚ, το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμα του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μη μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν, ενώ κατ' άρθρο 1743 ΑΚ για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί πράξη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1748 ΑΚ, όποιος δεν είναι ικανός να διαβάζει δεν μπορεί να συντάξει μυστική διαθήκη. Ανίκανος να διαβάζει νοείται, όχι μόνον εκείνος που δεν γνωρίζει να γράφει, αλλά και εκείνος που από αδυναμία οφθαλμών ή άγνοια γλώσσας ή άγνοια ανάγνωσης εκείνων που μπορεί να γράψει αντιγράφοντας ένα σχέδιο και γενικά από οποιαδήποτε αιτία, αδυνατεί να διαβάσει και να κατανοήσει τα όσα έγραψε.
Η αδυναμία ανάγνωσης αφορά οποιαδήποτε γραπτό κείμενο και όχι μόνο το χειρόγραφο. Ο λόγος στον οποίο οφείλεται η αδυναμία ανάγνωσης είναι αδιάφορος. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνων το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή, το Εφετείο μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η Γ. συζ. Γ.. Κ., το γένος Ι. Λ., κάτοικος εν ζωή ..., η οποία ήταν αδελφή της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης, και θεία εκ μητρός του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος) απεβίωσε στη ...
στις ...2006. Η αποβιώσασα κατέλιπε δύο διαθήκες, και συγκεκριμένα: ί) Την υπ'αριθμ....2006 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμβ/φου Βουφράδος Δ. Μ., η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας δυνάμει του υπ' αριθμ....2006 πρακτικού συνεδριάσεως αυτού. Με την εν λόγω διαθήκη εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο επί του συνόλου της κληρονομιάς της την ενάγουσα αδελφή της, και ii)Την από ...2006 μυστική διαθήκη της, την οποία εγχείρισε στη Συμβ/φο Αθηνών Α.
Κ. και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../...2006 πράξη καταθέσεως αυτής, δημοσιεύθηκε δε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2007 πρακτικού συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε κληρονόμο της τον εναγόμενο, και δη (κατά λέξη) "επί του μεριδίου που είχε από το σύζυγο αυτή, κτημάτων και σπιτιού...".
Σημειώνεται, ότι, το κείμενο της μυστικής διαθήκης, όπως άλλωστε ο τόπος και η ημερομηνία, είχε γραφεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, έφερε δε αυτή ιδιόχειρη υπογραφή της διαθέτιδος από τα αρχικά κεφαλαία γράμματα του ονόματος και του επωνύμου της (αποκλειστικά). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αποβιώσασα, ως άνω, αδελφή της κατά το χρόνο συντάξεως και καταθέσεως της νεότερης, μυστικής, διαθήκης της, δεν ήταν ικανή να διαβάζει, το γεγονός τούτο δε επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων (αποδείξεως και ανταποδείξεως).
Ειδικότερα, ο πρώτος τούτων, σύζυγος σημειωτέον της εναγούσης, κατέθεσε ότι (η διαθέτις) "ήταν αγράμματη...τελείως...η κουνιάδα μου ήταν αγράμματη, δεν ήξερε να γράφει...εγώ ήξερα ότι ήταν αγράμματη, δεν πήγε σχολείο...όχι, ποτέ (δεν την είδα να διαβάσει μία εφημερίδα)", και ο μάρτυς ανταποδείξεως, κατέθεσε ότι "Ναι (ήταν αγράμματη), αλλά ήταν έξυπνη, τα είχε τετρακόσια, ...δεν είχε πάει σχολείο, ναι (την είχα δει να υπογράφει), ...άλλο η υπογραφή και άλλο το διάβασμα, είπα ότι ήταν αγράμματη, .:.Όχι...δεν ξέρω...δεν την ρώτησα ποτέ μου (αν μπορούσε να διαβάσει), ...όχι (δεν ήξερε να διαβάσει), ...αν της διάβαζες, καταλάβαινε...όχι (μόνη της-δεν ήξερε-να διαβάσει)".
Πλέον των ανωτέρω μαρτύρων και ο εξετασθείς ενώπιον της Πταισματοδίκου Καλαμάτας μάρτυς Α. Δ. του Ι., στα πλαίσια της προανακρίσεως της διεξαχθείσης κατόπιν της αριθμ. ...2007 μηνύσεως της εναγούσης κατά του εναγομένου (για πλαστογραφία), κατέθεσε ότι η διαθέτις "ήταν αγράμματη". Υπό τα ανωτέρω δεδομένα παρίσταται μη αληθής η δήλωση της διαθέτιδος, κατά την εγχείριση της μυστικής διαθήκης της ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Α.
Κ., ότι ανέγνωσε αυτή\/ προ της εγχειρίσεώς της (βλ. ανωτέρω πράξη κατάθεσης), ως και ενώπιον του Συμβ/φου Βουφράδος Δ. Μ., κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης της, ότι "εγνώριζε γράμματα" (βλ.αυτήν). Σημειώνεται ότι η ανωτέρω δήλωση της διαθέτιδος δεν απετέλεσε αντικείμενο κρίσεως και αντιλήψεως των Συμβ/φων, κατά των οποίων άλλωστε δεν εμποδίζεται η απόδειξη περί του αντιθέτου, δίχως να απαιτείται η προβολή της πράξεως και της διαθήκης για πλαστότητα (ΑΠ 964/2005, ΕΑ 4588/2009 Δ/νη 2010.550).
Τα ανωτέρω, και δη την αγραμματοσύνη της διαθέτιδος και έλλειψη ικανότητος αυτής να διαβάζει (και να γράφει), κατά τους κρίσιμους χρόνους της συντάξεως και καταθέσεως της μυστικής διαθήκης της, δεν αναιρεί το γεγονός ότι έθετε αυτή ως υπογραφή της τα αρχικά κεφαλαία γράμματα του ονόματος και του επωνύμου της (Γ.Κ), καθώς και ότι το Δ.Α.Τ.
αυτής έφερε ολογράφως στη θέση της υπογραφής του κατόχου το όνομα και το επώνυμο αυτής, -γραφή (υπογραφή) άλλωστε ο χαρακτήρας της οποίας και στις δύο περιπτώσεις προδίδει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την ανικανότητα της να διαβάζει και να γράφει. Ο προβληθείς το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως ισχυρισμός του εναγομένου ότι η διαθέτις εγνώριζε να διαβάζει, ως αυτοδίδακτη κατά τη διαδρομή του χρόνου, δεν αποδείχθηκε από τα προρρηθέντα αποδεικτικά μέσα.
Εξ άλλου, υπό τα προεκτειθέμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν, δεν καταλίπονται κενά και αμφίβολα σημεία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως ικανότητος της διαθέτιδος να διαβάζει, έτσι ώστε παρίσταται αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντος περί επαναλήψεως της συζητήσεως προς συμπλήρωση αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η διαθέτις δεν ήταν ικανή να διαβάσει, δεν ήταν ικανή να συντάξει μυστική διαθήκη (κατ' άρθρο 1748 ΑΚ), η δε ως άνω, από ...2006, μυστική διαθήκη που αυτή κατέλιπε και δημοσιεύθηκε νομίμως είναι άκυρη και θεωρείται ως εάν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης αναγνωρίζοντας την ακυρότητά της από 29-3-2006 μυστικής διαθήκης της διαθέτιδος Γ. Κ. η οποία απεβίωσε στις 26-5-2006 για το λόγο ότι η διαθέτις δεν εγνώριζε να διαβάζει. Στη συνέχεια, επικυρώνοντας τη πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα υπό του αναιρεσείοντος έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Με την ως άνω κρίση του και τα δεχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1748, 1742, παρ. 2 1730 παρ. 2, 1733 παρ. 1, 1718 ΑΚ. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια ότι η διαθέτις Γ.
Κ., δεν ήταν ικανή να διαβάζει κατά τους κρίσιμους χρόνους της συντάξεως και καταθέσεως της μυστικής της διαθήκης, διότι αγνοούσε να διαβάζει και να γραφεί από έλλειψη μόρφωσης και αυτοδίδακτης ικανότητας της, με συνέπεια να μην ήταν ικανή να συντάξει μυστική διαθήκη κατ' άρθρο 1748ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η αιτίαση που διατυπώνεται με το λόγο αυτό κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης προκειμένου να εξετασθούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι διάδικοι και εξετασθέντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρες, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι δεν καταλείπονται κενά και αμφίβολα σημεία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης ικανότητας της διαθέτιδος να διαβάζει και απέρριψε το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο, δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της αρχής της συζητήσεως. Με την έφεση, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο στα όρια που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους προς έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης αποφάσεως υπό τον περιορισμό του άρθρου 536 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Οι ενστάσεις, πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα επαναφέρονται δε στο Εφετείο από τον εκκαλούντα μόνον με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο, όχι απλώς με τις προτάσεις, ακόμη και αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλονται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παραμβαίνει με κύριο παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.....2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων, αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ενώπιον του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα υπ' αυτού, ενώπιον του, κατά τη συζήτηση της ασκηθείσης υπ' αυτού εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκαμε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, καταλυτική ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας) και επίσης, τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι η διαθέτις Γ.
Κ. εγνώριζε να διαβάζει ούσα αυτοδίδακτος ως προς τούτο. Ως προς το πρώτο σκέλος του ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων δεν προέβαλε με λόγο της ασκηθείσας από αυτόν από ...2009 έφεσης, κατά της υπ' αριθμ. 222/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, παράπονα για απόρριψη της ένστασης του αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου παραδεκτά με τις προτάσεις του υπέβαλε την ένσταση αυτή.
Ως προς το δεύτερο σκέλος, ο ισχυρισμός του του αναιρεσείοντος και λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ότι η διαθέτις Γ.
Κ. αγνοούσε να διαβάζει, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που αυτός νόμιμα επικαλέστηκε και προσεκόμισε και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη 1) την αστυνομική ταυτότητα της διαθέτιδος η οποία ολογράφως φέρει την υπογραφή αυτής"Γ. Κ." 2) την από ...2006 με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της διαθέτιδος θείας του υπέρ της αναιρεσιβλήτου την οποία συνέταξε ο συμβολαιογράφος Δημ.
Α.. Μ. όπου είς την τελευταία σελίδα της αναφέρεται ότι " μου δήλωσε ότι γνωρίζει γράμματα" 3) την από 29-3-2006 μυστική διαθήκη της διαθέτιδος θείας του που συνετάχθη καθ' υπαγόρευση της ιδίας υπό τρίτου προσώπου μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και υπέγραψε η ίδια με τα αρχικά της Γ.Κ, όπως και τη σημείωση στη σχετική πράξη κατάθεσής της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ. η οποία αναφέρει ότι " η διαθήκη αυτή εγχειρίστηκε από τη διαθέτιδα προς αυτή με την προφορική δήλωση ότι είναι η τελευταία της βούληση και ότι ανέγνωσε αυτή και υπέγραψε αυτή 4) την από ...1997 έκθεση εγχείρισης της διαθέτιδος προς το Α.Τ Μεσσήνης εγκλήσεως κατά Γ. όπου φέρεται ότι την υπέγραψε η ίδια στην ένδειξη " Ο εγχειρίσας" Γ.
Κ.. Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο προς απόρριψη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεώς του, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την : 1) από 25-9-2008 υπεύθυνη δήλωση του Α. Δ. 2) από ...2008 υπεύθυνη δήλωση του Ι. Η. 3) από ...2008 υπεύθυνη δήλωση Β. Ρ. 4) την από ...2007 δήλωση του F. T. 5) από ...2008 δήλωση του Α.
Α. 6) από ...1978 δήλωση της Α. Μ. 7) δήλωση Δ. Ρ. 8) από ...2009 βεβαίωση Χ. και 9) βεβαίωση Π..Μ. από ...2009 με συνταγή φαρμάκων για Γ. Κ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή διαβεβαίωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη " όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, ορισμένων εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, δίχως ωστόσο να παραλείπεται κάποιο από αυτά κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως" και από την παραδοχή της αποφάσεως ότι η δήλωση της διαθέτιδος κατά την εγχείρηση της μυστικής διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ. ότι ανέγνωσε αυτή προ της εγχειρήσεως της, ως και η δήλωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου Βουφράδος Δ. Μ. κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης της ότι " εγνώριζε γράμματα" δεν είναι αληθής με τη σημείωση ότι οι ανωτέρω δηλώσεις της διαθέτιδος δεν απετέλεσαν αντικείμενο κρίσεως και αντιλήψεως των συμβολαιογράφων κατά των οποίων δεν εμποδίζεται η απόδειξη περί του αντιθέτου δίχως να απαιτείται η προσβολή της πράξεως και της διαθήκης για πλαστότητα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προσχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η διαθέτις Γ.
Κ. δεν ήταν ικανή να διαβάζει, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω δημόσια έγγραφα. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης η οποία δεν προεβλήθη νομίμως ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα Δ.
Δ.. Η αιτίαση που εμπεριέχεται στο τρίτο, λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στο αποδεικτικό μέσο της κατάθεσης μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτές έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 25-11-2012 αίτηση του Δ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 117/2011 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2012 αίτηση του Δ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 117/2011 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ