Supreme Court dismisses appeal on burden of proof error in defamation case regarding false debt claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment in a defamation case involving false debt allegations. The appellant argued that the lower court incorrectly allocated the burden of proof, failing to require her to disprove negative assertions about her debts. The court ruled that the lower court correctly found the appellant had not proven the falsity of the specific debt claims, thereby upholding the conviction for slander.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Articles 362, 363 of the Penal Code; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure: The burden of proof in defamation cases requires the defendant to prove the falsity of specific damaging assertions, and an error in allocating this burden constitutes a ground for cassation if it leads to a wrongful conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 73/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υ. χήρας Ν. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καραχρήστου.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Πασιπουλαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3566/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 308/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (Α.Π. 1048/2010).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξετέρου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Ο ενάγων, που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στον Πειραιά, σχετική με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, από του έτους 1998 υπέγραψε τέσσερις συναλλαγματικές αποδοχής του, ποσού κάθε μίας 12.500.000δραχμών, εις διαταγή του συζύγου της εναγομένης Ν.
Ι., των οποίων η εναγομένη κατέστη νόμιμη κομίστρια μ' οπισθογράφηση και παράδοσή τους προς αυτήν. Οι συναλλαγματικές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, με συνέπεια η εναγομένη να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος εξέδωσε την 146/2001, με την οποία υποχρεώθηκε ο ήδη ενάγων να καταβάλει σ' αυτήν το συνολικό ποσόν των 50.000.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων.
Μετά την έκδοση αυτής της διαταγής πληρωμής, με ανακοπή του οφειλέτη - ήδη ενάγοντος, ο τίτλος αυτός ακυρώθηκε τελεσιδίκως (βλ. τις υπ' αριθμ. 1116/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 4.490/2002 απόφαση τον Εφετείου Αθηνών). Στο μεταξύ η εναγομένη, δυνάμει της παραπάνω διαταγής πληρωμής, είχε επισπεύσει δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό σε ακίνητο -του ενάγοντος, ο οποίος ανεστάλη με αίτηση του τελευταίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ.
την 9074/2001 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκανε δεκτή την ανακοπή του ενδίκου τίτλου. Μετά την άσκηση της από 16.1.2001 ανακοπής του ήδη ενάγοντος κατά της παραπάνω (146/2001) διαταγής πληρωμής και ενώ ήδη είχε εκδοθεί η με αριθμό 1116/18.9.2001 οριστική απόφαση που έκανε δεκτή την ανακοπή, η εναγομένη, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, κατέθεσε στις 20.3.2002 μήνυση κατά του ενάγοντος Π.
Κ. και του δικηγόρου Γεωργίου Νικηφόρου, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι οι μηνυόμενοι σκόπιμα κατασκευάζουν και εμφανίζουν οφειλές του Π. Κ. προς τρίτους για εξασφάλιση των οποίων οι τελευταίοι (δανειστές) εγγράφουν εις βάρος της περιουσίας του οφειλέτη (εικονικά) βάρη, ώστε να μη μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση της (των 50.000.000 δραχμών), ζήτησε να διωχθούν αυτοί για τα αδικήματα της απάτης, της απάτης στο Δικαστήριο και της καταδολίευσης δανειστών, δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των μηνυομένων (βλ.
το κείμενο της ένδικης μηνύσεως σε ολόκληρη τη δεύτερη σελίδα της). Προς υποστήριξη των καταγγελλομένων στη μήνυση της πράξεων, με το από 16 Απριλίου 2002 υπόμνημά της ενώπιον του Πταισματοδίκη του 2ου Τμήματος Πειραιώς, που διενεργούσε κατ' εντολή του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς προανακριτική εξέταση, επαναλαμβάνει τα καταγγελλόμενα και αποδίδει το ρόλο του εμπνευστή και εκτελεστή αυτών στον μηνυόμενο δικηγόρο του ενάγοντα ως ενεργήσαντα προς όφελος του εντολέα του - οφειλέτη της Π.
Κ., ενώ χαρακτηρίζει αχυράνθρωπο την δανείστρια "AVRA COMPANIA NAVIERA S.A.", υπέρ της οποίας ενεγράφη (για το επικαλούμενο στη μήνυση "εικονικό" χρέος) το βάρος στο ακίνητο του Π. Κ.. Εξ αφορμής της μηνύσεως αυτής της εναγομένης και των ισχυρισμών της στο ανωτέρω υπόμνημά της, ασκήθηκε εν τέλει ποινική δίωξη εις βάρος του δικηγόρου Γεωργίου Νικηφόρου για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εις βάρος του ενάγοντος Π.
Κ. για ηθική αυτουργία στην πράξη του προηγουμένου. Όμως, αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της ένδικης μηνύσεως της εναγομένης εις βάρος των παραπάνω (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων) ήτο ψευδές. Διότι, ισχυρισθείσα αυτή ότι ο ενάγων με καταδολιευτικές ενέργειές του απέτρεψε την ικανοποίηση πραγματικής της απαίτησης από τον πλειστηριασμό του ακινήτου του στη …, απέκρυψε δολίως ότι ο τίτλος (146/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με βάση τον οποίο επισπευδόταν ο ένδικος πλειστηριασμός, είχε ακυρωθεί ήδη με την 1116/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί έξι (6) μήνες προ της καταθέσεως της μηνύσεως της και εν συνεχεία απέκρυψε (παραλείψασα να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες Αρχές) ότι, αφού προ της καταθέσεως της μηνύσεώς της είχε συζητηθεί έφεσή της κατά της παραπάνω οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής, επικυρώθηκε η πρωτόδικη με την 4490/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επίσης, δολίως απέκρυψε στην ένδικη μήνυση ότι, ήδη με την παρουσία της, είχε συζητηθεί στις 25.10.2001 η αίτηση του ενάγοντος περί αναστολής του πλειστηριασμού και εκδόθηκε η ευνοϊκή γι' αυτόν 9074/2001 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 29-10-2001, δηλαδή πέντε μήνες προ της καταθέσεως της ένδικης μηνύσεώς της.
Ακολούθως από κανένα αποδεικτικό μέσον δεν αποδείχθηκε ότι η αναγγελθείσα στον πλειστηριασμό απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "AVRA COMPANIA NAVIERA S.A.", που είχε δημιουργηθεί (η απαίτηση) από του έτους 1986, ήταν εικονική, ούτε η αναγγελία αυτή έγινε προς βλάβη της εναγομένης, δηλαδή για να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της (που δημιουργήθηκε το έτος 1998 ήτοι 12 έτη αργότερα από την προαναφερθείσα απαίτηση της AVRA S.A.), από τον ένδικο πλειστηριασμό του ακινήτου του ενάγοντος-οφειλέτη.
Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από το υπ' αριθμ. 910/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που έχει καταστεί τελεσίδικο, με την έκδοση του 316/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και ήδη αμετάκλητο, με τα οποία έχει κριθεί ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής των άνω κατηγορουμένων και δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος τους.
Όμως, και μετά την έκδοση του προαναφερόμενου απαλλακτικού για τον ενάγοντα βουλεύματος, η εναγομένη εξακολουθούσε να διαδίδει τα ίδια αναληθή περιστατικά σε τρίτους, προκειμένου να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως κοινωνικού ανθρώπου, οικογενειάρχου και επαγγελματία. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα, ήταν κυρίως ασχολούμενοι με τη ναυτιλία, δραστηριοποιούμενοι στον Πειραιά όπου και ο ενάγων, παλαιοί του συνεργάτες, όπως ο Χ.
Σ. (συνεργάτης και φίλος του ενάγοντος), Φ. Α. (ναυτικός πράκτορας), Π. Μ. (πλοιοκτήτης), στους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας στο κατάστημα Πειραιώς (συνεργαζόμενο πιστωτικό ίδρυμα με τον ενάγοντα επί σειρά ετών), τους οποίους όλους γνώριζε η εναγομένη από την επί 30ετία επιχειρηματική δραστηριότητα αυτής και του συζύγου της, στον Πειραιά (βλ.
κυρίως τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Δικαστηρίου). Επιπροσθέτως, οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης, εν γνώσει της ψευδείς και ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, που περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, γραμματέων, δικηγόρων, προταθέντων μαρτύρων κ.λ.π.
αφού πέραν της προφορικής των διαδόσεως εκ μέρους της εναγομένης, περιελήφθησαν και στην υποβληθείσα κατά του ενάγοντος από 22.3.2002 μήνυσή της, επέφεραν τελικώς ηθική βλάβη στην προσωπικότητα του ενάγοντα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι όσα συμπεριέλαβε στη μήνυσή της και όσα υποστήριξε, νόμιμε ότι ευσταθούσαν, διότι αυτές τις πληροφορίες είχε από τον (ήδη θανόντα στις 13.1.2009) σύζυγό της Ν.
Ι. (αρχικό δανειστή του ενάγοντα), δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, διότι η εναγομένη, αφενός μεν γνωρίζει από 30ετίας και πλέον, προσωπικώς τον ενάγοντα (κατοικούσαν στην ίδια οικοδομή οι οικογένειές τους αρχικώς και από του έτους 1995, τουλάχιστον, υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ του ενάγοντα και του συζύγου της εναγομένης), άρα και το χαρακτήρα του, αφετέρου δε όφειλε να συμμορφωθεί προς τις δικαστικές αποφάσεις και όχι να επιχειρεί με ακυρωθέντα τίτλο (146/2001 διαταγή πληρωμής) και με κάθε μέσον (εκβιαστικά, φθείροντας την τιμή του σε τρίτους) να εισπράξει την όποια απαίτηση επικαλείτο ότι είχε εις βάρος του.
Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω, ότι η εναγομένη και ο σύζυγός της για την ένδικη απαίτηση αμετακλήτως έχουν τιμωρηθεί, μεταξύ άλλων και, ως ένοχοι τοκογλυφίας, μετά από μήνυση του ενάγοντος (βλ. την 275/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς), ενώ ουδέποτε άσκησαν αστική αγωγή εναντίον του σχετικώς με την απαίτησή τους αυτή.
Από όλα τα παραπάνω, συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του ενάγοντος, συνεπεία της οποίας, ως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ο τελευταίος έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κατά νόμον προβλεπόμενα στοιχεία, και ιδίως το μέγεθος της προσβολής του ενάγοντος, ως παλαιού και αναγνωρίσιμου επιχειρηματία στον κλάδο της ναυτιλίας, ειδικότερα δραστηριοποιούμενου στον τομέα της Ατλαντικής Αλιείας, Προέδρου της Ενώσεως Υπερπόντιας Αλιείας, κατόχου πανεπιστημιακού πτυχίου, με διεθνείς επαγγελματικές διασυνδέσεις, τις ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η προσβολή (διάδοση ψευδών περιστατικών καταστρεπτικών του κύρους επιχειρηματία σε ευρύ σύνολο συνεργατών και χρηματοδοτών - φυσικών και νομικών προσώπων - ψευδής μήνυση στις Αρχές για δήθεν παράνομες πράξεις του γνωστοποίηση των καταγγελθέντων σε δικαστικούς λειτουργούς, γραμματείς, δικηγόρους, μάρτυρες κ.λ.π., προκειμένου να κινηθούν οι προβλεπόμενες νομικές διαδικασίες, την έλλειψη πταίσματος του παθόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών εκ των οποίων η εναγομένη διαθέτει ικανή περιουσία, καταλήγει στη κρίση ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης του ενάγοντος που πρέπει να αναγνωρισθεί ότι του οφείλεται εκ μέρους της εναγομένης ανέρχεται σε 30.000 ευρώ.
Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης με τον οποίο ο ενάγων-αντεκκαλών υποστηρίζει ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του ανέρχεται σε 250.000 ευρώ, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 332 ΑΚ 229, 362, 363 ΠΚ, που εφάρμοσε καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Ειδικότερα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά καλύπτεται το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αφού η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης είναι και παράνομη και υπαίτια η δε ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτή καθόσον η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης τρίτος και τέταρτος (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ αυτή κατά τρόπο αρκούντως επαρκή κι ως άνω δεκτά γενόμενο πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο την ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της έφεσης δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 553 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Εξάλλου η ίδρυση του λόγου τούτου τελεί υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα εις το λόγο αυτό αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ήτοι: 1) το υπ.
αριθ. 830/2006 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, 2) την υπ' αριθ. 4711/2008 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, 3) την από 20-11-2000 (με αριθ. κατ. 11820/2000) αγωγή του ήδη ενάγοντος κατ' αυτής την υπ' αριθ. 542/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, 4) την υπ' αριθ. 1154/2003 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, 5) την υπ' αριθ. 4544/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 6) την υπ' αριθ. 7844/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο ίδιος λόγος κατά την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 15-3-2009 και με αριθ. καταθ. 2725/2009 αγωγή της ήδη εναγομένης κατά του ήδη ενάγοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από την οποία αποδεικνύεται η εκ μέρους της πρώτης άσκηση αγωγής κατά του δεύτερου για την ως άνω απαίτησή της, είναι απαράδεκτος διότι το γεγονός τούτο δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (αμφισβητείται δι' αυτών η διάπραξη συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδούς καταμηνύσεως) οι οποίοι και αποκρούστηκαν εκ του πράγματος.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή από αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) διότι αποδείχθηκε η βασιμότητα των θεμελιούντων αυτή πραγματικών περιστατικών μεταξύ των οποίων και ότι ήταν ψευδές το περιεχόμενο της από 20-3-2002 μήνυσης της εναγομένης με την οποία αυτή ισχυρίστηκε ότι οι μηνυόμενοι (ο ενάγων και ο δικηγόρος του Γεώργιος Νικηφόρος) κατασκευάζουν και εμφανίζουν οφειλές του Π.
Κ. προς τρίτους για εξασφάλιση των οποίων οι τελευταίοι (δανειστές) εγγράφουν εις βάρος της περιουσίας του οφειλέτη (εικονικά) βάρη ώστε να μη μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτησή της (των 50.000.000) δρχ. και με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του δικηγόρου για απάτη με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και σε βάρος του ενάγοντος για ηθική αυτουργία στη πράξη αυτή, και όχι διότι δεν ανταπέδειξε η εναγομένη τους αρνητικούς της αγωγής σχετικούς ισχυρισμούς της, τα δε περαιτέρω διαλαμβανόμενα στην απόφαση ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η αναγγελθείσα στο πλειστηριασμό απαίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "AVRA COMPANIA NAVIERA S.A." που είχε δημιουργηθεί (η απαίτηση) από το έτος 1986, ήταν εικονική ούτε ότι η αναγγελία αυτής έγινε προς βλάβη της εναγομένης έχει την έννοια της μη ανταπόδειξης των σχετικών αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών της εναγομένης.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση της εσφαλμένης σε βάρος της εναγόμενης κατανομής του αντικειμενικού βάρους είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση της Υ. χήρας Ν. Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 308/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ