Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague complaint regarding worker's compensation claim details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the airline's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a worker's compensation claim. The appellant argued the lower court failed to address specific legal requirements for establishing an occupational accident, but the court found the appeal itself procedurally defective. The court ruled that the appeal failed to specify the exact deficiencies in the lower court's reasoning, rendering the grounds for review vague and inadmissible under civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 14 and 19 of Section 3 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must explicitly state the specific deficiencies in the lower court's reasoning, and vague complaints regarding the failure to cite specific laws or facts are inadmissible without prior proposal to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 73/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παραβάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12ΕΙΔ/ΠΙΝ/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2005 οριστική του Εφετείου ΑΙΓΑΙΟΥ. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 31/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26/10/2005 αίτησης της Ολυμπιακής αεροπορίας ΑΕ για αναίρεση της 234/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 1 του Ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 εδ.α' Εισαγ. Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή σε υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο τραυματισμός του, εργαζομένου, εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση της εργασίας.
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίαες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Εξάλλου από τα άρθρα 914, 932 ΑΚ και 16 του ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του Ν.551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν.551/1915.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη αιτία όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: Με την από 1-4-2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, για να εργασθεί ως εποχικός εργάτης, απασχολούμενος με τη φόρτωση αεροσκαφών στο αεροδρόμιο της Μυκόνου που διατηρεί εκείνη (αναιρεσείουσα).
Στην ίδια θέση είχε απασχοληθεί ο αναιρεσίβλητος και κατά το παρελθόν με αντίστοιχες εργασιακές συμβάσεις. Ότι την 14-6-2000 και περί ώρα 12.00' ο αναιρεσίβλητος προέβη στη φόρτωση αποσκευών σε αεροσκάφος της αναιρεσείουσας "Avionic" μαζί με άλλους συναδέλφους του και μετά από σχετική προς τούτο εντολή. Οι αποσκευές υπερέβαιναν τα 40 κιλά, περίπου, η κάθε μία και ξεπερνούσαν τις 45 και ήταν εντελώς μεγάλων διαστάσεων.
Η φόρτωση δεν θα έπρεπε να γίνει σύντομα και αποτελεσματικά, καθόσον αφορούσε επίσημους Άραβες επιβάτες. Το αεροπλάνο αυτού του τύπου έχει προδιαγραφές για βάρος αποσκευών μέχρι 800 κιλών, ενώ οι αποσκευές που θα φορτώνονταν, ξεπερνούσαν τους δύο (2) τόνους. Αφού πληρώθηκαν όλοι οι σχετικοί χώροι του αεροσκάφους, απέμειναν ορισμένες αποσκευές, τις οποίες οι εργάτες θα προσπαθούσαν να φορτώσουν στο πίσω τμήμα του αεροσκάφους.
Την τελευταία αποσκευή ανέλαβε να φορτώσει ο αναιρεσείβλητος, δεδομένου ότι ήταν ο πιο ψηλός και γεροδεμένος εργάτης και αυτή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ ο χώρος που απέμεινε ήταν ελάχιστος, σε ψηλό σημείο και μάλιστα πάνω από τις λοιπές αποσκευές που είχαν τοποθετεί. Για την τοποθέτησή της έπρεπε να χρησιμοποιήσει μία μικρή σκάλα, προκειμένου να καλύψει τη διαφορά ύψους της πόρτας του αεροσκάφους από το έδαφος, η οποία ήταν 1,50 μ.
περίπου. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη σκάλα "έπιανε" στην άτρακτο του αεροσκάφους με δύο άγκιστρα, τα οποία αυτή διέθετε. Ετσι, έπρεπε να οριζοντιωθεί, δηλαδή να βρίσκεται σε παράλληλη θέση με το έδαφος, να αγκιστρωθεί πάνω στο αεροσκάφος και, ακολούθως, να έρθει σε κάθετη θέση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί.
Για να γίνει δε η φόρτωση αυτή, ο αναιρεσίβλητος ανέβηκε στην ως άνω σκάλα που ήταν τοποθετημένη και τη στιγμή, κατά την οποία προσπαθούσε να τοποθετήσει την παραπάνω μεγάλη αποσκευή, η σκάλα υποχώρησε απότομα, με αποτέλεσμα να κτυπήσει ο αναιρεσίβλητος σ' αυτή με το δεξιό γόνατο και μετά ταύτα στην πίστα του αεροδρομίου.
Από τα κτυπήματα αυτά υπέστη "ενδαρθρικό συμπιεστικό συντριπτικό κάταγμα του εξωκνυμιαίου κονδύλου του δεξιού γόνατος". Εισήχθη στο "Θεραπευτήριο ....", όπου χειρουργήθηκε και νοσηλεύθηκε ο αναιρεσίβλητος από 16-6-2000 έως 19-6-2000, η δε μεταχειριστική πορεία του υπήρξε λίαν ικανοποιητική. Ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται, ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε ελάττωμα της σκάλας, η οποία υποχώρησε αναιτιολόγητα, ενώ υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να παραμείνει ασφαλής και κλειδωμένη, δεδομένου, ότι υπήρχε κάθετο βάρος επάνω της.
Συνεπώς, το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της Διευθύνσεως της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας, ήτοι στην έλλειψη της απαιτουμένης επιμέλειας και προσοχής, την οποία έπρεπε να επιδεικνύει κατά τις συναλλαγές ο προστηθείς από αυτήν αρμόδιος υπάλληλος (αερολιμενάρχης του αεροδρομίου Μυκόνου, άρθρο 330 εδ.β΄ ΑΚ).
Ειδικότερα δε, στην παράλειψή της να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και το χώρο της, καθώς επίσης και τα σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας και τη συντήρησή του, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρήση του. Σημειώνεται, ότι η χρησιμοποιηθείσα σκάλα αποτελεί παράρτημα του συγκεκριμένου αεροσκάφους, γεγονός όμως, το οποίο δεν αναιρεί την ευθύνη της αναιρεσείουσας εταιρίας, καθόσον αυτή αποδέχεται τη χρήση της από τους εργάτες της.
Θα έπρεπε λοιπόν κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας η αναιρεσείουσας, είτε με υπάλληλό της να εποπτεύσει το χώρο εργασίας και την τοποθέτηση της συγκεκριμένης σκάλας κατάλληλα, είτε να παρέχει η ίδια δική της σκάλα, ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα. Ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι το ατύχημα και οι συνέπειές του οφείλονται σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, διότι δεν φορούσε αντιγλυστρικά άρβυλα και ότι ήταν ήδη τραυματίας, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι.
Τούτο δε, διότι αυτός δεν γλύστρησε από τη σκάλα, αλλ' υπήρξε, όπως προεκτέθηκε, υποχώρηση αυτής, οι προγενέστεροι δε τραυματισμοί του στο μετακάρπιο, τον αγκώνα και το δεξιό μηρό δεν έχουν καμμία αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο εργατικό ατύχημα και τις συνέπειές του. Ο παλιός τραυματισμός του στην επιγονατίδα είχε αποκατασταθεί χειρουργικά από το έτος 1996 και έκτοτε δεν παρουσίαζε καμμία ενόχληση.
Επισημαίνεται ότι ο επιδειχθείς από αυτόν ζήλος και η υπερπροσπάθειά του να τοποθετήσει την τελευταία υπέρβαση βαλίτσα οφείλεται στις εντολές της αναιρεσείουσας, ενόψει συνθηκών φόρτου εργασίας και πίεσης του χρόνου. Ακολούθως το Εφετείο, εκτιμώντας τις προαναφερόμενες περιστάσεις ως και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος ανερχόταν σε 24.000 ευρώ και μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι ανερχόταν σε 15.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της υπάρξεως εργατικού ατυχήματος και της υπαιτιότητας της εναγομένης εταιρίας στην επέλευση τούτου.
Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης συνισταμένη στο ότι η κρινομένη αγωγή είναι αόριστος και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία της αγωγής, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί εάν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνισταμένη κατά λέξη στο ότι "δεν εκτίθεται σ' αυτήν η μη τήρηση συγκεκριμένων νόμων και δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς επίσης δεν αναφέρεται και ότι το επίδικο ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής", χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία της αγωγής.
Με μόνο το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το δεύτερο μέρος του ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη με αυτή (απόφαση) της ένστασης της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 281 ΑΚ χωρίς να περιέχει αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν περιλαμβάνει στο αναιρετήριο τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής και μνεία της έλλειψης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2005 αίτηση για αναίρεση της 234/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ