Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding property ownership disputes. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and ignored significant facts presented during the appeal, but the court found these arguments vague and unsupported by specific details. Consequently, the court upheld the final judgment, ruling that the lower court's assessment of facts and evidence was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 559(8)(a), 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual assessment of the Court of Appeal when the appeal lacks specific identification of omitted evidence or ignored facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 73/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ν. του Α., κατοίκου…, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΞΗΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΕΡΟΣ (Α.Ο.Ο.Α)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Αμύνης" (ΤΕΘΑ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούντος με την ιδιότητα αυτού ως διοικητού και διαχειριστού της περιουσίας της Ιεράς Μονής Π.. Εκπροσωπήθηκαν, το πρώτο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου, το δεύτερο από τον πληρεξούσιο Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και το τρίτο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κορακιανίτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 22-1-1992 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου καθώς επίσης και με τις από 3/8/1992 και 23/11/1992 ανακοινώσεις δίκης μετά προσεπικλήσεως προς παρέμβαση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2017/1993 μη οριστική, 10423/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6447/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2004 αίτησή του και με τους από 14 Ιουλίου 2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1β, 309 εδαφ. α', 321 και 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και όχι κατά τη συζήτηση αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.2915/1993, "ανακοπή κατά απόφασης, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται, αν εκείνος, που δικάσθηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1 προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται για κάποιον από τους ομοδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί, κατά το μέρος τούτο, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πριν τελεσιδικήσει για τους λοιπούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου "ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ" ή (ΤΕΘΑ). Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι η ερήμην αυτή απόφαση επιδόθηκε στο ερημοδικασθέν εφεσίβλητο "ΤΕΘΑ", ώστε να αρχίσει η πιο πάνω προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ή ότι παραιτήθηκε αυτό από το δικαίωμα ασκήσεώς της ή από το ένδικο αυτό μέσο, που τυχόν έχει ασκηθεί.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (ΤΕΘΑ) ασκήθηκε κατά αποφάσεως μη τελεσίδικης, αφού αυτή υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, αν έστω και μία δεν πλήττεται με την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους, οι λόγοι αναιρέσεως, που προσβάλλουν τις λοιπές (αιτιολογίες) είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο την τότε ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος την έκρινε ως απορριπτέα:
α) κατά τον παράγωγο τρόπο ως αόριστη εξαιτίας αρνήσεως από το εναγόμενο μέρος της αντίστοιχης κυριότητας κάθε αναφερόμενου σε εκείνη δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, β) κατά τον τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρηστικτησίας έως την εισαγωγή του ΑΚ, στις 23.2.1946, ως αόριστη εξαιτίας μη αναφοράς σ' εκείνη ότι στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος συνέτρεχε καλόπιστη νομή και μάλιστα επί τριακονταετία και γ) κατά τον τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) έως την άσκηση της αγωγής, το 1992, ως κατ' ουσία αβάσιμη εξαιτίας του ότι δεν αποδείχθηκε νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ονόματι Αλεξάνδρου Δάσιου, και στη συνέχεια του ίδιου του ενάγοντος επί του επιδίκου, επικουρικά δε το ίδιο Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, που αποκτήθηκε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, την οποία προέβαλε το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυνία "Αυτόνομος Οργανισμός Αξιωματικών Στρατού, Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος (ΑΟΟΑ), και γι'αυτό το λόγο να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ'ουσία αβάσιμη.
Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι με το επικαλούμενο ... συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννακοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακίνητου, διότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως ο πωλητής Α. Δ. δεν ήταν κύριος του ακινήτου αυτού, ούτε άσκησε αυτός πράξεις νομής επ' αυτούς από της εισαγωγής του ΑΚ (23.2.1946) μέχρι της συμβάσεως αυτής (1985), ούτε στη συνέχει ο ενάγων μέχρι την άσκηση της αγωγής, ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του πωλητή.
Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι την επίδικη έκταση, οι κληρονόμοι Π., μεταξύ των οποίων και ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Δ., με το ... "συμβιβαστικό και μεταβιβαστικό" συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοχ. Κολοβέα, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, ότι το τελευταίο νεμήθηκε έκτοτε την έκταση αυτή, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, βάσει του τίτλου αυτού, καθώς και το προσθέτως παρεμβάν και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Αμύνης (ΤΕΘΑ)", στο οποίο περιήλθε, δυνάμει του ν.δ. 303/1974, ασκούντα τις πράξεις νομής που αναφέρονται αναλυτικά, ότι στη συνέχεια το ΤΕΘΑ με τα 38/1958 και 49/1962 Πρακτική της Διοικητικής Επιτροπής του, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στον εναγόμενο Οργανισμό έκταση 2.787 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, το οποίο συνέχισε να νέμεται ο εναγόμενος Οργανισμός με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι έγινε κύριος αυτού τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Με τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι εκείνη ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση περί ιδίας κυριότητας. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ω αλυσιτελείς αυτοί οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα, που ο αναιρεσείων του προέτεινε με την έφεση, ήτοι τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 6ο λόγους εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται σ αυτόν το περιεχόμενο καθενός από αυτούς τους λόγους εφέσεως.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'(μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση), αριθ. 8 περ. α'(λήψης υπόψη ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν) και αριθ. 8 περ. β'(μη λήψης υπόψη ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγμάτων που προτάθηκαν), αορίστως, όμως, αφού δεν καθορίζει τα ως ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω πράγματα, υπό την επίκληση δε των προμνημονευόμενων πλημμελειών πλήττει στην πραγματικότητα την από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, στα οποί περιλαμβάνεται και το περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων, η οποία εκτίμηση, όμως, σύμφωνα με τον κανόνα που θεσπίζεται στο άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4 Μαρτίου 2004 αίτηση αναιρέσεως του Η. Α. Ν. κατά της 6447/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ