Legislator Case Law & Legislation
739/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of evidence proving employer failed to pay additional monthly salary.

Case Number 739/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision rejecting her labor claim. The appellant argued the employer failed to read a crucial document proving she received an additional monthly salary of €1,126.25, which the lower court had accepted as valid. The court ruled that the appellate court did not rely solely on this document but considered the overall weight of evidence, including witness depositions and bank records, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591(1), 614(3), 621, 622 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to read a specific document does not constitute grounds for appeal if the final decision was based on a comprehensive evaluation of all evidence presented.

Keywords

AI generated
labor dispute additional salary appellate review evidence weight dismissal of appeal witness depositions bank records

Cited Legislation

AI generated
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 614(3) of the Code of Civil Procedure
Article 621 of the Code of Civil Procedure
Article 622 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 739 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 739/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Ε. - Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ακριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στον Παναμά και διατηρεί γραφείο στην Ελλάδα (στο Ελληνικό Αττικής), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και 2.Φ. - Μ. Χ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Δανάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 3754/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 11-12-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 3754/28-7-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 εφέσεως που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητες κατά της υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 2.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Μ. Μ. του Ε.-Α., κάτοικος ..., στην από 4-12-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...12-2020 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

S.A." και έδρα τον Παναμά, η οποία έχει εγκαταστήσει και διατηρεί γραφείο στην Ελλάδα και β) Φ.-Μ. Χ. του Μ., κατοίκου ... - εξέθεσε τα εξής: Ότι είχε καταρτίσει στις 19-8-2015 με την πρώτη εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου.

Ότι νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ήταν η δεύτερη από αυτές. Ότι ο μισθός της από 1-1-2020 και εφεξής ανερχόταν σε ποσό 1.900 Ευρώ το μήνα. Ότι από την πρόσληψή της - εκτός από το μηνιαίο μισθό της - λάμβανε από την πρώτη εναγομένη κάθε μήνα και μια πρόσθετη, οικειοθελή, μισθολογική παροχή, η οποία από 1-1-2020 και μετά ανερχόταν σε ποσό 1.126,25 Ευρώ το μήνα.

Ότι η πρώτη εναγομένη από την 1-3-2020 έως και την 26-8-2020 δεν αποδεχόταν την εργασία της, αλλά και όταν άρχισε και πάλι να εργάζεται, η εργοδότριά της προέβη δια των αρμοδίων οργάνων της σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της. Ότι θεώρησε τη μεταβολή αυτή ως καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, την οποία εν πάση περιπτώσει η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε έγκυρα στις 4-9-2020 και ότι, τέλος, η πρώτη εναγομένη δεν είχε καταβάλει σε αυτή κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 2020 έως και την απόλυσή της την πρόσθετη, οικειοθελή, μηνιαία, χρηματική παροχή , όπως και πλήρη την αποζημίωση απόλυσής της, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σε αυτή εις ολόκληρον η καθεμία τους νομιμότοκα α) την πρόσθετη χρηματική παροχή για το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 2020 έως και την 5-9-2020 συνολικού ποσού (1.126,25 Ευρώ για το μήνα Μάρτιο του έτους 2020 + 1.126,25 Ευρώ για το μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους + 1.126,25 Ευρώ για το μήνα Μάιο του ίδιου έτους + 1.120 Ευρώ για το μήνα Ιούνιο του ίδιου έτους + 1.120 Ευρώ για το μήνα Ιούλιο του ίδιου έτους + 1.120 Ευρώ για το μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους + 149,33 Ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους =) 6.888,08 Ευρώ, ποσό 563,13 Ευρώ ως υπόλοιπο δώρου Πάσχα του έτους 2020, ποσό 580,57 Ευρώ ως υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το ίδιο έτος, β) ποσό 10.453,34 Ευρώ ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και γ) ποσό 10.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία είχε υποστεί στην προσωπικότητά της, επειδή η πρώτη εναγομένη είχε προβεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α και 621 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστική απόφαση, με την οποία α) απέρριψε την αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία "α" και "β" αιτήματά της ως προς τη δεύτερη εναγομένη, νόμιμη εκπρόσωπο της πρώτης από αυτές, ως απαράδεκτη β) έκρινε κατά τα λοιπά την αγωγή παραδεκτή, νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε α) την πρώτη μόνο εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμότοκα μισθολογικές διαφορές συνολικού ποσού 14.508,45 Ευρώ και, επιπλέον, β) και τις δύο εναγόμενες να καταβάλουν νομιμότοκα στην ενάγουσα εις ολόκληρον η καθεμία τους ποσό 1.000 Ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την ανόρθωση της μη περιουσιακής ζημίας που είχε υποστεί από την αιτία που προαναφέρθηκε.

Οι εναγόμενες άσκησαν κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 κοινή έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή εναντίον τους.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 3754/28-7-2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε για το λόγο αυτό στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή στην ουσία.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη συνέχεια α) απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εκκαλούσα-πρώτη εναγομένη ως προς το αίτημά της να υποχρεωθεί να καταβάλει στην εφεσίβλητη- ενάγουσα μισθολογικές διαφορές και συμπληρωματική αποζημίωση απόλυσης και β) υποχρέωσε τις εκκαλούσες-εναγόμενες να καταβάλουν στην εφεσίβλητη ενάγουσα εις ολόκληρον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την αιτία που προαναφέρθηκε ποσού χιλίων (1.000) Ευρώ νομιμότοκα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "(...) [Α]πό την επανεκτίμηση της ένορκης επ' ακροατηρίω κατάθεσης της μάρτυρας της ενάγουσας, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλων (...) των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους (...) έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (...), επίσης από τις με αριθμούς ...2021 ένορκες βεβαιώσεις των (...) ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών (...), τις οποίες οι εναγόμενες νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (...) κλήτευση της αντιδίκου τους (...), καθώς και από την εκτίμηση της με αριθμό πρωτ.

ΔΣΑ _...2022 ένορκης βεβαίωσης (...) ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών (...) η οποία ελήφθη για τις εναγόμενες μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους (...) αποδεικνύονται (...) τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη δραστηριοποιείται ως ναυλομεσιτική εταιρεία, η οποία εδρεύει στον Παναμά και διατηρεί νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα από το έτος 2015.

Μέτοχος της εταιρείας σε ποσοστό 100% είναι η εταιρεία (...), που εδρεύει στις νήσους Μάρσαλ και εταίροι της τελευταίας είναι η δεύτερη των εναγόμενων, ο πατέρας της (....), ο προαναφερθείς ενόρκως βεβαιών μάρτυρας αδελφός (....) ενώ ποσοστό 20% κατέχει η οικογένεια της ενάγουσας και 15% ο (...). Συγκεκριμένα στην εταιρεία ...

ο (...) είναι μέτοχος κατά 25%, ο (...) κατά 20% και η δεύτερη εναγόμενη κατά 20%, η Α. Χ., μητέρα της ενάγουσας είναι μέτοχος κατά 10%, η ενάγουσα κατά 5% και ο αδελφός της τελευταίας (...) κατά ποσοστό 5%. Νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης τύγχανε μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2020 η (...). Η ενάγουσα προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη στις 19-8-2015 δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος της οικονομικής διεύθυνσης της, με πενθήμερη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή και ωράριο από 10:00 έως 18:00, έναντι μεικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.900 ευρώ.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παράλληλα συμφωνήθηκε να λαμβάνει τακτικά, πάγια και μόνιμα πρόσθετη αμοιβή για τις συνήθεις υπηρεσίες, που προσέφερε στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία από τον Ιανουάριο του έτους 2020 και μετέπειτα ανερχόταν στο ποσό των 1.126,25 ευρώ, καθαρά και ότι το εν λόγω επιπλέον ποσό λάμβανε κάθε μήνα σε μετρητά, ενώ η καταβολή οικειοθελούς παροχής στους εργαζόμενους της αποτελούσε συνήθη τακτική της εργοδότριας της εταιρείας.

Τα ανωτέρω κατέθεσε κατά την επ' ακροατηρίω εξέταση της, ως μάρτυρας, η κατά το χρόνο της πρόσληψης της ενάγουσας νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, και μητέρα της ενάγουσας, Α. Χ.. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε γνώριζαν για την εν λόγω πρόσθετη παροχή και ότι σε κάθε περίπτωση, η Α. Χ., που διενεργούσε τις προσλήψεις του προσωπικού είχε την εντολή από τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εάν συμφωνούσε την καταβολή οικειοθελούς παροχής σε εργαζόμενο, να διατηρεί το δικαίωμα της ανάκλησης αυτής.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τ[ους] (...) λογιστή της εταιρίας με την επωνυμία (...) συμφερόντων της οικογένειας Χ. και συστεγαζόμενης στον ίδιο χώρο με την εναγομένη εταιρία. Η ενάγουσα, αν και ισχυρίζεται ότι λάμβανε κάθε μήνα σε μετρητά την εν λόγω οικειοθελή παροχή, ωστόσο δεν προσκομίζει και τις σχετικές αποδείξεις καταβολής.

Προσκομίζει μόνο ένα έγγραφο που αναγράφεται η ημερομηνία 27-1-2020, το όνομά της και ότι έλαβε εξόφληση του μισθού μηνός Ιανουάριου 2020 και εκτός του κειμένου αναγράφεται χειρόγραφα το ποσό των 1.126 ευρώ, χωρίς να αναγράφονται τα στοιχεία της εναγομένης εταιρίας, καθώς και από ποιον έλαβε το ανωτέρω ποσό. Επιπλέον, προσκομίζει ένα έγγραφο που φέρει τα στοιχεία της εναγομένης εταιρίας, τα αρχικά εργαζομένων και πληρωτέα ποσά που αντιστοιχούν σ[ε] αυτούς, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου χωρίς αναφορά έτους.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό αποδεικνύει την καταβολή της ανωτέρω οικειοθελούς παροχής. Ωστόσο, το ποσό που αναγράφεται για την ενάγουσα και αντιστοιχεί στο όνομα με στοιχεία ΜΜ, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι 2.500 ευρώ και επομένως διαφέρει από το ανωτέρω ποσό των 1.126 ευρώ. Επομένως, τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποδεικνύουν την καταβολή της πρόσθετης αμοιβής που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι της καταβαλλόταν μόνιμα.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τις 2-5-2008 έως και τις 18-8-2015 στην κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία (...), η οποία τύγχανε εταιρία συμφερόντων της ίδιας ανωτέρω οικογένειας και για το λόγο αυτό, αναγνωρίστηκε ρητά κατά την ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας, η ως άνω προϋπηρεσία της. Ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία διαδέχθηκε το έτος 2015 την ως άνω κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία (...).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε να λαμβάνει η ενάγουσα τακτικά, πάγια και μόνιμα πρόσθετη αμοιβή για τις συνήθεις υπηρεσίες, που προσέφερε στην εναγόμενη εταιρεία, την οποία και ελάμβανε, και από τον Ιανουάριο του έτους 2020 και μετέπειτα ανερχόταν στο ποσό των 1.126,25 ευρώ, καθαρά, καθώς και ότι αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία διαδέχθηκε το έτος 2015 την ως άνω κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία (...) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (...)".

Η εφεσίβλητη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 11-12-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2023 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 13-11-2023, όπως αυτό προκύπτει από την από 13-11-2023 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ..

Π. - και γενικά παραδεκτά μόνον όμως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης, αντίθετα, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Φ.-Μ. Χ.. του Μ., κάτοικο ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 566 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ), διότι η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο καμία αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τη διάταξή της, με την οποία - μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - υποχρέωσε και τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτή εις ολόκληρον με την πρώτη από αυτές νομιμότοκα για την αιτία που προαναφέρθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αναιρεσείουσα, μάλιστα, ωφελείται από τη διάταξη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης ( ΑΠ 74/2024). Η αίτηση, επομένως, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη πρέπει να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να διαπιστώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Το Δικαστήριο όμως δεν έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία στη δικαστική απόφαση ή να αξιολογεί χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποκλείεται βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή κατά την ελεύθερη κρίση του έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία.

Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική και κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν όλα όσα υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς ουσιώδη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 57/2023).

Στον πρώτο και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι οποίοι συμπληρώνονται, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει νόμιμα και το οποίο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την έρευνα της βασιμότητας της από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεσης που είχαν ασκήσει οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες κατά της υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α.

Χ.. του Θ., ..., η οποία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε καταθέσει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα από τον Ιανουάριο του έτους 2020 και εφεξής και εωσότου απολύθηκε από την εργασία της στις 4-9-2020 λάμβανε από την πρώτη εναγομένη, εργοδότριά της, εκτός από το μηνιαίο μισθό της και μια επιπλέον χρηματική, οικειοθελή, παροχή, η οποία ανερχόταν σε καθαρό ποσό 1.126, 25 Ευρώ το μήνα.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται στη συνέχεια ότι από την ένορκη αυτή κατάθεση της μάρτυρα, η οποία είχε εξετασθεί με επιμέλειά της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αποδεικνυόταν πλήρως ότι η ιστορική βάση της αγωγής της κατά της πρώτης εναγομένης, η οποία, επομένως, είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή τις επίδικες παροχές, όπως ειδικότερα εκθέτει στους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει επιπλέον ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση, την οποία είχε ασκήσει η (πρώτη) εκκαλούσα και ήδη (πρώτη) αναιρεσίβλητη, όπως ειδικότερα αναφέρει στους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ωστόσο, ότι το Μονομελές Εφετείο κατά την έρευνα της βασιμότητας της από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεσης που είχε ασκήσει η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α.

Χ.. του Θ., ..., η οποία περιεχόταν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσια συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το γεγονός προκύπτει από τη ρητή αναφορά που έκανε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο προοίμιο του αποδεικτικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν λάμβανε από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2020 και μετά έως και την απόλυσή της την επίδικη πρόσθετη παροχή, όπως αβάσιμα είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της, έλαβε υπόψη και την κατάθεση της μάρτυρα που προαναφέρθηκε, η οποία είχε εξετασθεί με επιμέλεια της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μάλιστα αξιολόγησε έλλογα το περιεχόμενο της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης - η οποία περιεχόταν στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - τόσο αυτοτελώς, όσο και σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα συνέδεσε ρητά την κατάθεση αυτή με τον κρίσιμο ισχυρισμό που είχε περιλάβει η αναιρεσείουσα στην αγωγή της ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2020 και εφεξής έως και την απόλυσή της από την επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας λάμβανε κάθε μήνα από την εργοδότριά της - εκτός από το μηνιαίο μισθό της - και μια επιπλέον χρηματική, οικειοθελή, παροχή, η οποία ανερχόταν σε καθαρό ποσό 1.126,25 Ευρώ έως και το μήνα Μάιο του ίδιου έτους, ενώ έκτοτε έως την απόλυσή της σε ποσό 1.120 Ευρώ το μήνα.

Η αναιρεσιβαλλομένη, τέλος, καταλήγει με έγκυρο συλλογισμό στο αποδεικτικό της συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν λάμβανε κάθε μήνα από την πρώτη αναιρεσίβλητη την οικειοθελή παροχή που προαναφέρθηκε με συνέπεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, οι οποίο, επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.". Παραμόρφωση υπάρχει, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσης με την παραδοχή ότι περιέχει γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, τα οποία πράγματι αναφέρονται στο έγγραφο ως προς τη ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος.

Παραμόρφωση, αντίθετα, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε σωστά το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, αλλά συνήγαγε έστω και εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, αλλά διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, επειδή στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, δηλαδή, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, δηλαδή, με την παράλειψη ανάγνωσης φράσεων του εγγράφου, οι οποίες είναι κρίσιμες για το αποδεικτέο γεγονός, δηλαδή, φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ θεωρούνται τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ και χρησιμεύουν είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη. Η παραμόρφωση εξάλλου πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε ιδρύεται, όταν το εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα προέκυψε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που παραμορφώθηκε και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε την αποδεικτική βαρύτητα του συγκεκριμένου εγγράφου και το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 106/2024).

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ανέγνωσε ότι στο από Οκτωβρίου του έτους 2019 ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο είχε εκδώσει η εργοδότριά της-πρώτη αναιρεσίβλητη, αναγραφόταν τόσο η ημεροχρονολογία έκδοσής του, όσο και ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταβάλει σε αυτή σε μετρητά ("cash") τον ίδιο μήνα και την επίδικη, πρόσθετη, χρηματική παροχή ποσού τότε 1.150 Ευρώ.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται στη συνέχεια ότι είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει νόμιμα και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά το Μονομελές Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το κρίσιμο αυτό περιεχόμενο του εγγράφου με συνέπεια να δεχθεί ως βάσιμη την από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεση, την οποία είχε ασκήσει και η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και μετά την εξαφάνιση για το λόγο αυτό της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να απορρίψει ως προς τα κονδύλια που προαναφέρθηκαν την ένδικη αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρει στο λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε.

Από την επισκόπηση όμως της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεση, την οποία είχε ασκήσει και η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 382/13-4-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν μετά την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που είχαν επικαλεσθεί και είχαν προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού δικαστηρίου.

Το Μονομελές Εφετείο, ειδικότερα, δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλλε διαρκώς στην αναιρεσείουσα από την πρόσληψή της και εφεξής την επίδικη, πρόσθετη, οικειοθελή, χρηματική παροχή, η οποία από το μήνα Ιανουάριο ανερχόταν σε 1.126,25 Ευρώ το μήνα, από την ελεύθερη εκτίμηση της ουσιαστικής αποδεικτικής βαρύτητας του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και οι ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων, οι οποίες είχαν δοθεί νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον Συμβολαιογράφων, της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας με την πρώτη αναιρεσίβλητη και της από 27-1-2020 απόδειξης είσπραξης ποσού 1.126 Ευρώ που είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στήριξε το συμπέρασμα του αποδεικτικού του συλλογισμού μόνον ή κυρίως στο έγγραφο που προαναφέρθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2023 αίτηση για αναίρεση κατά της υπ' αριθμό 3754/28-7-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ