Legislator Case Law & Legislation
739/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and violation of res judicata. The court ruled that the lower court correctly applied binding precedent. The appellant had no standing to challenge the dismissal of the supplementary claim.

Case Number 739/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Court of Appeal's decision, ruling the request inadmissible. The appellant argued the lower court violated res judicata by re-examining a supplementary claim previously rejected as vague, claiming this created an unequal legal position. The court held that since the lower court's decision respected the binding nature of the prior judgment, the appellant lacked any legal interest to challenge it, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 581, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to challenge a decision that correctly respects binding precedent established by prior final judgments.

Keywords

AI generated
res judicata legal interest inadmissible appeal binding precedent supplementary claim Code of Civil Procedure inequality of arms

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 18 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 581 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 197/2011 of the Third Court of Appeal of Eastern Crete
Case 69/2014 of the Supreme Court
Case 68/2019 of the Third Court of Appeal of Eastern Crete
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 739 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 739/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ταγαράκη που ανακάλεσε την από 21/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2011 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22/9/2011 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 69/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 197/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 68/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.09.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 44/02.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 68/18.06.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 αρ. 2 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 2274/2009, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1663/2008). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο: α)το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 906/2009, ΑΠ 1397/2008, ΑΠ 367/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1090/2019). Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1182/2012).

Εξάλλου, επί μερικής αναίρεσης της απόφασης και παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο ανωτέρω εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο τούτο επιληφθεί κεφαλαίων της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, διότι ως προς αυτά έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν ιδρύεται εντεύθεν ο λόγος του αριθ.18, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα (ΑΠ 707/2008).

Αν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος (ΑΠ 707/2008, ΑΠ 1577/2000). Αν, όμως, ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν διαφέρει από την προηγούμενη απόφαση, οπότε, κατ' αποτέλεσμα έγινε σεβαστό το δεδικασμένο κατά τη θετική του λειτουργία, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, παρότι παραβιάσθηκε η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου (ΑΠ 2019/ 2006).

Τέλος, για το ορισμένο -και συνεπώς το παραδεκτό- και του παρόντος λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια, εκτός των άλλων: α) το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης και το περιεχόμενο της απόφασης από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, β) τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης και αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου (ή γιατί δεν υπάρχει αυτό), γ) οι παραδοχές του εφετείου και η αποδιδόμενη παράβαση (ΑΠ 1591/2007, ΑΠ 509/2002).

Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 69/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 197/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε στην ίδια ένδικη υπόθεση.

Δεν αναφέρεται όμως, στο αναιρετήριο με σαφήνεια α) το νομικό ζήτημα που έλκει ο Άρειος Πάγος με την παραπάνω απόφασή του και β) τις παραδοχές του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό, και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο ότι με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη αγωγή και η έφεσή του ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, χωρίς να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο της 69/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου περί του ότι ασκούσε ατομική αγροτική επιχείρηση και υπαγόταν στις ρυθμίσεις του Ν.3259/2004, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Με αυτή δε μόνο την αναφορά στο αναιρετήριο και χωρίς να παρατίθενται: α) το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης και το περιεχόμενο της απόφασης από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, β) τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης και αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου και, γ) οι παραδοχές του εφετείου και η αποδιδόμενη παράβαση, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι, αόριστος και άρα απαράδεκτος.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 26.09.2005 (αρ. κατ. ΓΑ 4236/ΤΜ/834/2005) αναγνωριστικής αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε, κατά μεν την κύρια αυτής βάση, να αναγνωρισθεί ότι, ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τις δανειακές συμβάσεις του, χάριν των γεωργοκτηνοτροφικών αναγκών του, τις οποίες συνήψε με την τελούσα ήδη υπό ειδική εκκαθάριση αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", υπαγόταν στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 παρ.5 εδάφιο α' και 8 του Ν. 3259/2004,ως προς τη ρύθμιση των εξ αυτών χρεών του, και η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη που απέρρεε από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις είχε εξοφληθεί, κατά δε την επικουρική της βάση να κριθεί ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, η διάταξη της παρ.9 του άρθρου 30 του Ν. 2879/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 2912/2001 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 3259/2004, με την οποία εισάγονται εξαιρέσεις από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του τελευταίου ως άνω Νόμου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 593/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που απέρριψε αυτήν (αγωγή), ως αόριστη, κατά την επικουρική της βάση, και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 21.11.2006 (αριθμ. κατ.1283/2006) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 197/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, απορρίπτοντας μεν ως νομικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοδικείου, με τον οποίο ο εκκαλών παρεπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του, με την υπαγωγή του στην εξαίρεση της παρ. 9 του άρθρου 30 του Ν. 2879/2000, καθώς και τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του ως αόριστης, δεχόμενο, όμως, άλλη αιτιολογία, για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, και δη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως μη νόμιμη και όχι ως αόριστη, χωρίς, ωστόσο, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, διότι έτσι θα καθιστούσε επιβλαβέστερη τη θέση του εκκαλούντος, χωρίς να έχει ασκήσει έφεση ή αντέφεση η εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα να επικυρώσει, έτσι, τελικά, το πόρισμα της πρωτόδικης απόφασης, ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ασκήθηκε από τον ηττηθέντα διάδικο (αναιρεσείοντα) η από 29.09.2011 (αριθ. καταθ.55/2011) αναίρεση. Με την 69/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αναίρεση και αναιρέθηκε η προαναφερθείσα 197/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, και δη για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο, διότι κρίθηκε ότι το δικάσαν Εφετείο καταλήγοντας στο πόρισμά του, παρά το ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο, ότι αυτός ασκεί ατομική αγροτική επιχείρηση και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 3259/2004, χωρίς περαιτέρω να ερευνήσει επί της ουσίας και αν πράγματι συνέτρεχε ή όχι στο πρόσωπό του η προαναφερθείσα προϋπόθεση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 εδ.

α' και παρ.8 του Ν.3259/2004, και έκανε, έτσι, δεκτό ως βάσιμο τον πρώτο αναιρετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός εμέμφετο την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του, κεφάλαιο ως προς το οποίο και μόνο αναιρέθηκε η απόφαση, κρίνοντας περαιτέρω (ο Άρειος Πάγος) ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων και έτσι δεν ασχολήθηκε και με το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Δηλαδή με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου λύθηκαν μόνο τα νομικά ζητήματα περί του ότι στις ευνοϊκές διατάξεις και ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 5 εδ. α' και παρ. 8 του Ν. 3259/2004 υπάγεται ο κατ' επάγγελμα αγρότης, που δεν ασκεί ατομική επιχείρηση, και όχι αγρότης που ασκεί ατομική αγροτική επιχείρηση, στην εξαίρεση δε της διάταξης της παρ. 9 του άρθρου 30 του Ν. 2879/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 2912/2001 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 3259/2004, υπάγονται οι ατομικές παντός είδους επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αγροτικές, εφόσον έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των χρεών τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 68/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως δικαστηρίου της παραπομπής, στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την αναίρεση, για περαιτέρω συζήτηση η υπόθεση, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 4022/2011, που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετικώς ενδιαφέροντος μέρους αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων, είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, και είχε συνάψει, με την εναγομένη τράπεζα τις παρακάτω δανειακές συμβάσεις για τις ανάγκες του επαγγέλματός του:1)... 2)...3)..., 4)...

και 16)... Οι οφειλές από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και ο ενάγων-οφειλέτης... συνήψε με την εναγόμενη τράπεζα, την από 20-7-1990 ... δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών με την οποία ενοποίησε και ρύθμισε δια της λήψεως νέου δανείου όλες τις επίμαχες συμβάσεις που αναφέρει στην αγωγή..

Στη συνέχεια και αφού κινήθηκε η νέα αυτή ρυθμιστική σύμβαση, συνήψε με την εναγομένη την υπ' αρ. 117/29-3-1995 πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου... Κατόπιν τούτων, ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη, εμπρόθεσμα την υπ' αρ. πρωτ. 136/30-9-2004 αίτησή του, προκειμένου να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του αρ. 39 του ν. 3259/2004, για οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες.

Η εναγομένη δια του υπ' αρ. πρωτ. 3015/28-12-2004 απαντητικού εγγράφου της, που κοινοποίησε στον ενάγοντα, γνωστοποίησε σε αυτόν ότι από τις επίμαχες συμβάσεις υφίσταται οφειλή με λογιστικό υπόλοιπο την 4-8-2004 ποσού 9.350,95 ευρώ και τον προσκάλεσε να προβεί σε ρύθμιση για τη συνομολόγηση εντός μηνός της σχετικής πρόσθετης πράξης, ενώ τον ενημέρωσε ταυτόχρονα ότι υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 11768,09 ευρώ την 28-12-2004 που δεν υπάγονται σε ρύθμιση.

Ακολούθως σε νεώτερη από 18-7-2005 αίτηση που υπέβαλε ο ενάγων, η εναγομένη, δια του υπ' αρ. 2105/28-7-2005 εγγράφου της, αναφερόμενη στην προηγούμενη ως άνω επιστολή της και στην από 47/18-3-2005 πρόσθετη πράξη ρύθμισης που μεσολάβησε σχετικά με όλα τα δάνεια του ενάγοντος, γνωστοποίησε σε αυτόν ότι έχει βεβαιωθεί σε βάρος του ποσό 31210,82 ευρώ που προέρχεται από ρύθμιση κτηνοτροφικών χρεών με βάση την 1996/94 απόφαση Ε.Τ.Ε. (δάνεια με τη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου) εκ των οποίων προς την ΑΤΕ με λογιστικό υπόλοιπο την 28-7-2005 ανέρχονται στο ποσό των 22.225,30 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, υπήγαγε αυτόν στην εξαίρεση της παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2879/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, των οποίων οι διατάξεις εξακολούθησαν να ισχύουν με το ν. 3259/2004, επικαλούμενος ότι παρότι υπέγραψε τις ως άνω πρόσθετες πράξεις ρύθμισης, εντούτοις δεν ασκεί ο ίδιος επιχείρηση υπό την έννοια του νόμου, ώστε να εξαιρείται των ευεργετικών διατάξεων του νόμου, καθότι ως κατ' επάγγελμα αγρότης εμπίπτει στην κατηγορία του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και όσων προαναφέρθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων δραστηριοποιείτο επαγγελματικά ως φυσικό πρόσωπο υπό τη μορφή ατομικής επιχείρησης και κατ' επάγγελμα αγρότης (γεωργοκτηνοτρόφος), διαφορετικά δεν θα είχε υπαχθεί στις ως άνω ρυθμίσεις με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου...

οι οποίες αφορούν μονάδες επιχειρηματικής μορφής με απαραίτητη προϋπόθεση να λειτουργεί η εκμετάλλευση και γενικά να κρίνεται βιώσιμη από την ΑΤΕ και αφορούν όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές δανείων μέχρι 31.12.1991 που έχουν συναφθεί για επενδύσεις μόνιμου χαρακτήρα... Υπό αυτό το καθεστώς άλλωστε και σύμφωνα με το περιεχόμενο των από 20-7-1990 και 29-3-1995 υπογεγραμμένων ατομικών συμβάσεως, όπου αναγράφεται και η από 29-3-1995 μελέτη βιωσιμότητας της επιχείρησης του, ο ενάγων υπήχθη στη ρύθμιση των δανείων προς την ΑΤΕ υπό τους ειδικούς όρους που αναφέρονται στις υπουργικές αποφάσεις και περιελήφθησαν σε αυτές.

Επομένως, πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 30 του ν. 2870/2000 που τροποπ. με άρθρο 42 παρ. 5 ν.2912/2001...

Συνεπώς, η επίδικη περίπτωση εμπίπτει στην εξαίρεση των ευεργετικών διατάξεων του αρ. 39 ν. 3259/2004...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη για τους ίδιους λόγους, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό ο συναφής πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, πρέπει ν απορριφθεί ως αβάσιμος...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο συμμορφώθηκε, πλήρως, προς την ως άνω αναιρετική απόφαση. Ειδικότερα, η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής εξηντλείτο στο νομικό θέμα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, δηλαδή στο ότι ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών-αναιρεσείων παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία υπήγαγε αυτόν στην εξαίρεση της παρ. 9 του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, των οποίων οι διατάξεις εξακολούθησαν να ισχύουν με το Ν. 3259/2004, επικαλούμενος ότι παρότι είχε υπογράψει πρόσθετες πράξεις ρύθμισης των οφειλών του από δάνεια με την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, εντούτοις δεν ασκούσε ο ίδιος επιχείρηση υπό την έννοια του νόμου, ώστε να εξαιρείται των ευεργετικών διατάξεων του Ν. 3259/2004, καθότι ως κατ' επάγγελμα αγρότης ενέπιπτε στην κατηγορία του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, ήταν νομικά βάσιμος.

Δεν ήταν όμως εξ αυτού του λόγου υποχρεωμένο το Εφετείο να αχθεί και στην κατ' ουσίαν παραδοχή του λόγου αυτού έφεσης, καθόσον ως προς την κρίση του αυτή ούτε σε ενδοδιαδικαστική δέσμευση, ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται.

Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδίκασε την έφεση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της 197/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, με το οποίο είχε κριθεί νομικά αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος έφεσης του αναιρεσείοντα, με τον οποίο ζητούσε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει, κατ' ουσίαν, την κύρια βάση της αγωγής του, κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι, ως κατ' επάγγελμα αγρότης, υπαγόταν για τη ρύθμιση των χρεών του προς την αναιρεσίβλητη στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 εδ.

α' και παρ. 8 του Ν. 3259/2004, και περαιτέρω δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός έφεσης ήταν μεν νομικά βάσιμος και έπρεπε, επομένως, να εξεταστεί και κατ' ουσίαν, όπως τούτο είχε κριθεί με την αναιρετική απόφαση, στη συνέχεια δε τον ερεύνησε κατ' ουσίαν και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά την ανωτέρω βάση της, δεν είχε σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έκρινε πέρα από τα όρια της αναιρετικής απόφασης και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συνακόλουθα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την εν λόγω πλημμέλεια, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, όπως προκύπτει από την περαιτέρω επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το δικαστήριο της παραπομπής ερεύνησε όχι μόνο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της κύριας βάσης της αγωγής του, αλλά και τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο και για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του.

Ωστόσο, και ως προς το ζήτημα αυτό, η απόφαση αυτή του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, δε διαφέρει από την προηγούμενη απόφασή του, αφού και με αυτήν έγινε δεκτό ότι έπρεπε να απορριφθεί ο λόγος αυτός έφεσης, με άλλη αιτιολογία και δη ότι έπρεπε να απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος όχι ως αόριστη, αλλά ως μη νόμιμη, κρίνοντας περαιτέρω και ότι δεν έπρεπε να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, διότι έτσι θα καθιστούσε επιβλαβέστερη τη θέση του εκκαλούντος, χωρίς να έχει ασκήσει έφεση ή αντέφεση η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας, τελικά, την πρωτόδικη απόφαση, που παρέμεινε αλώβητη, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος ως αόριστης.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι, επίσης, απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να τον προτείνει. Και τούτο διότι με τον λόγο αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να ερευνήσει εκ νέου το ζήτημα του ορισμένου ή μη της επικουρικής βάσης της αγωγής του, παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη 197/2011 απόφασή του, η οποία δεν είχε αναιρεθεί ως προς το σχετικό κεφάλαιο, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αφού το Εφετείο με την παρούσα προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έκρινε διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασής του δέσμευση, κάνοντας, κατ' αποτέλεσμα, σεβαστό το δεδικασμένο αυτό με την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του, περί μη εφαρμογής της διάταξης της παρ. 9 του άρθρου 30 του Ν. 2879/2000, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 3259/2004, λόγω αντίθεσής της στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχής της ισότητας και στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 26 του Ν.2462/1997 που κύρωσε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα αρχή της ισονομίας, λόγω αοριστίας.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.09.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ