Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to expiration of the three-year limitation period for the specific procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a final judgment rendered in absentia, ruling it inadmissible due to procedural expiration. Although the appeal was filed in May 2017, the court determined that the three-year limitation period applicable to appeals against judgments published before January 1, 2016, had already expired on May 1, 2017. Consequently, the court ordered the return of the appeal bond to the state treasury and denied any award of legal costs to the absent defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(3) and 502 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the three-year limitation period applicable to judgments published prior to January 1, 2016, is inadmissible as untimely.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 739 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 739/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Ξ., το γένος Α. Α. και 2) Ν. Ξ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-5-2011 και με αρ. κατ. 9 και 10/25-5-2011 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-4-2017 (αρ. κατ. 31/2017) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας Τράπεζας απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων, αιτούντων την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 131/2014 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους αναιρεσιβλήτους - εφεσιβλήτους, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/201, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τους αναιρεσιβλήτους, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των τότε εφεσιβλήτων - αιτούντων την υπαγωγή τους στο Ν. 3860/2010, οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 1β και 2α αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στην αρχική δικάσιμο της 8-11-2013 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 28-3-2014 και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην τελευταία ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) χώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες κατά τη διάταξη του άρθρου 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε, πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, (που ισχύει από 1-1-2016), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι το αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, που είχε υποβάλλει η Ευαγγελία Παλιούρα, ως πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων - αιτούντων, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, οπότε η ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρος αποχώρησε από τη διαδικασία της δίκης, η οποία, στη συνέχεια, προχώρησε σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Επομένως, ως προς τους τότε εφεσιβλήτους, (οι οποίοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη αναιρεσιβλήτους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τους αναιρεσιβλήτους και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτούς.
Εξάλλου, αναφορικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρ. 564 ΚΠολΔ, που είναι επίσης, στοιχείο του παραδεκτού αυτής ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να λεχθούν επί πλέον και τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου 564 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου αυτού, από 1-1-2016, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, ενώ, ήδη, μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΑΠ Ολομ. 850/1981, 412/1981, ΑΠ 853/2018, ΑΠ 434/2018).
Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, επί αιτήσεων αναιρέσεων, που έχουν κατατεθεί μετά την 1-1-2016 (όπως η ένδικη αίτηση αναίρεσης) και απευθύνονται κατά αποφάσεων, που δημοσιεύτηκαν πριν από την 1-1-2016 (όπως η προσβαλλόμενη απόφαση) και δεν έχουν επιδοθεί, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής αποσβεστική προθεσμία.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 28-4-2017 αναίρεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, στις 28-5-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική 31/2017 πράξη του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία δημοσιεύτηκε στις 30-4-2014, όπως τούτο επίσης, προκύπτει από την τελευταία σελίδα της απόφασης, της οποίας όμως δεν προκύπτει κοινοποίηση, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται τούτο.
Συνεπώς, στην προκειμένη υπόθεση, που αφορά αναίρεση, που ασκήθηκε υπό την ισχύ του Ν. 4335/2016 και απευθύνεται κατά απόφασης, που δημοσιεύθηκε πριν από την 1-1-2016 και δεν έχει κοινοποιηθεί, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου και όχι η διετία. Εξάλλου, από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 1-5-2014 (δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης 30-4-2014), άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η τριετία συμπληρώθηκε την 1η-5-2017 και η αναίρεση κατατέθηκε στις 28-5-2017 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος ως άνω Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας, που ισχύει, κατά τα ανωτέρω, στην ένδικη υπόθεση. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ζήτημα που το Δικαστήριο τούτο ερευνά και αυτεπάγγελτα με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας.
Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας Τράπεζας και υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν ορίζεται, κυρίως, διότι λόγω της ερημοδικίας αυτών οι τελευταίοι δεν έχουν επιβαρυνθεί με δικαστικά έξοδα και, σε κάθε περίπτωση, διότι η παρούσα υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' Ν. 3869/2010), δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) την από 28-4-2017 (αρ. κατ. 31/28-5-2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 131/2014 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας). Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ