Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling rejecting creditor's notice as vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a bank in liquidation against the appellate court's decision to reject a creditor's notice of objection. The lower court found the notice vague because it failed to specify the exact amount of the claim derived from a bank account balance, which was necessary for proper ranking in the creditor list. The court held that the appellate court correctly applied the law by refusing to declare the notice inadmissible without first requiring the creditor to clarify the disputed amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 585, 933, 979(2) of the Code of Civil Procedure; A notice of objection to a creditor ranking list must clearly state the claim's amount and legal basis, and a court may reject it as vague if these elements are missing without first ordering clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 739 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 739/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο και Ευάγγελο Πουρνάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 133/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 45/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ακολούθως δε εξαφάνισε την άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απέρριψε την από 12/10/2009 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης πλειστηριάσματος, ως αόριστη, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κάνει δεκτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 1491/2003).
Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθού, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, (β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθού, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, (γ) είτε σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθού ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1783/2001), αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθού από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθού βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του.
Όμως, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξη της απαίτησής του είναι, σε κάθε περίπτωση, αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ’ επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 1281/2011).
Εξάλλου, το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης αναγγελθέντος δανειστή που στηρίζεται σε απαίτηση από κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, προερχόμενου από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ή δανείου, πρέπει να αναφέρει την πλήρη κίνηση του λογαριασμού, εκτός αν έχει αναγνωριστεί το κατάλοιπο.
Διαφορετικά, σε περίπτωση μη αναγνώρισης του καταλοίπου, η μη αναφορά της κίνησης του λογαριασμού καθιστά το δικόγραφο της ανακοπής αυτής αόριστο (ΑΠ 1526/2013). Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος ήδη με το δικόγραφο της ανακοπής του είναι αναγκαία και όταν στηρίζει την απαίτησή του σε έγγραφα με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού η εκτέλεση ή στο δεδικασμένο απόφασης, διότι η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθού η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 1860/2013).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο (αγωγής, ανακοπής κλπ) σε σχέση με όσα απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση, του καταγομένου προς κρίση δικαιώματος χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, τελικά, ορισμένη την αγωγή (ανακοπή κλπ), αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ’ αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντιστοίχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E." ισχυρίσθηκε, πως με την .../2009 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου Α.
Κ. κατασχέθηκε αναγκαστικά, με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΝΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το αναφερόμενο σ’ αυτήν ακίνητο της εδρεύουσας στη … οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ",...όπως περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια, και ακολούθως εκπλειστηριάστηκε τούτο ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Θ.-Ά.
Κ., στις 8/7/2009 και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 300.001 ευρώ, συνταχθείσης προς τούτο της .../8.7.2009 έκθεσης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι στον πλειστηριασμό αυτό είχε αναγγελθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα η ανακόπτουσα με την από 15/07/2009 αναγγελία της κατά της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό Τράπεζας και της καθής η εκτέλεση εταιρίας στους οποίους, καθώς και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέτως, η αναγγελία δε αυτή αποτυπώνεται στην ένδικη ανακοπή και αποτελεί σώμα της τελευταίας.
Ότι κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή και την αναγγελία, η απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε αφορούσε απαίτησή της κατά της καθής η εκτέλεση, συνολικού ποσού 536.050,24 ευρώ, που αφορά κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, προερχομένου από την ...2006 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις ...1/17-8-2007 και ...2/21-11-2007 πρόσθετες πράξεις αυτής περί αυξήσεως του ορίου της πιστώσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής (ανακόπτουσας) και της οφειλέτιδας εταιρίας, βάσει δε των καταλοίπων των λογαριασμών αυτών εκδόθηκαν μετά από αίτησή της οι ...2009 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, τις οποίες επέδωσε στην καθής η εκτέλεση δύο φορές εντός των προβλεπόμενων από τον νόμο προθεσμιών, χωρίς να ασκηθεί ωστόσο κατ’ αυτών ανακοπή, καταστάσες κατόπιν αυτού τελεσίδικες.
Βάσει δε των εν λόγω διαταγών αυτών, από τις οποίες απέρρεε η απαίτησή της, αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό, προσκομίζοντας, όλα τα αναγκαία προς τούτο έγγραφα, που αναφέρονται στην ανακοπή (διαταγές πληρωμής, εκθέσεις επιδόσεως αυτών, πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη ασκήσεως ανακοπής κατ’ αυτών εντός των προβλεπόμενων από το νόμο προθεσμιών).
Ότι, βάσει της πρώτης από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής αναγγέλθηκε για το ποσό των 501.103,19 ευρώ (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην ανακοπή) και βάσει της δεύτερης, για το ποσό των 34.947,05 ευρώ (γίνεται η ίδια ανάλυση) και, συνολικά, για το ποσό των 536.050,24 ευρώ.
Ότι στις 23/11/2007 με βάση την 1940/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) γράφηκε στον τόμο… και με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου, προσημείωση υποθήκης έως του ποσού του 1.000.000 ευρώ, υπέρ αυτής (ανακόπτουσας) και κατά της καθής η εκτέλεση εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για την εξασφάλιση απαιτήσεώς της, που προέρχεται από την ...2006 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις ...1/17-8-2007 και ...2/21-11-2007 πρόσθετες πράξεις αυτής περί αυξήσεως του ορίου της πιστώσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής (ανακόπτουσας) και της οφειλέτιδας ως άνω ανώνυμης εταιρίας, με βάση δε το κατάλοιπο των λογαριασμών αυτών, εκδόθηκαν κατά το κλείσιμό τους, οι προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής, από τις οποίες απορρέει η απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε.
Ότι κατά τον διενεργηθέντα ως άνω πλειστηριασμό, αναδείχθηκε η ίδια (ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα) υπερθεματίστρια, η δε υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος, συνέταξε τον προσβαλλόμενο .../23-9-2009 πίνακα κατάταξης αναγγελθέντων δανειστών, στον οποίο, μετ’ αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, επί του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, ποσού 291.974,32 ευρώ, κατέταξε την καθής η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΡΙΑ", προνομιακά και τυχαία, προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής της, που ασφαλιζόταν με πρώτη προσημείωση υποθήκης. Και ότι η ανωτέρω απαίτηση της καθής η ανακοπή κατά το ποσό των 203.018,47 ευρώ δεν απολαύει των προνομίων των άρθρων 1007 και 976 αρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανακοπή, και συνεπώς, εσφαλμένα κατατάχθηκε αυτή για την εν λόγω απαίτησή της προνομιακά και τυχαία, ζητώντας περαιτέρω, την μεταρρύθμιση του ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, προκειμένου στη συνέχεια να αποβληθεί η καθ’ ής η ανακοπή από το ποσό των 203.018, 47 ευρώ και να καταταγεί αυτή προς πλήρη ικανοποίησή της για την απαίτηση των 32.715,88 ευρώ, που πηγάζει από την άνω 285/2009 διαταγή πληρωμής και ικανοποίηση μέρους της απαίτησής της των 489.449,51 ευρώ που πηγάζει από την 272/2009 διαταγή πληρωμής.
Όμως, με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της η ένδικη ανακοπή είναι αόριστη, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης της ίδιας της ανακόπτουσας, για τους κατωτέρω αναφερόμενους λόγους. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και στην περίπτωση που ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος, αλλά συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταγείσας απαίτησης του καθού ή του προνομίου της, εφόσον η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ’ επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του προς άσκηση της ανακοπής, κατά τα ήδη αναφερθέντα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, με αυτήν προτείνεται κατάταξη απαίτησης της ανακόπτουσας από το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ αυτής και της καθής η εκτέλεση εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", βάσει του οποίου (καταλοίπου) εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής, χωρίς δε να προτείνεται ισχυρισμός, ως προς το παραπάνω κατάλοιπο, ότι έχει συναφθεί σύμβαση αναγνωρίσεως ή αφηρημένης υποσχέσεως, δεν περιέχεται στην ανακοπή παράθεση των πράξεων και των αμοιβαίων πιστοχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ώστε να εμφαίνεται η πλήρης κίνηση του λογαριασμού.
Έτσι, δεν είναι δυνατός ο εκ μέρους του δικαστηρίου ακριβής καθορισμός του ύψους της απαίτησης της ανακόπτουσας και εντεύθεν η έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ανακοπής, αλλά και η άμυνα της καθής η ανακοπή με την προβολή ισχυρισμών, συνισταμένων στην αμφισβήτηση του είδους και του ύψους της απαιτήσεως της ανακόπτουσας, καθώς και του νομίμου υπολογισμού των τόκων.
Η ως άνω δε εξειδίκευση ήταν αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, παρά το γεγονός, ότι κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, με βάση τα κατάλοιπα του άνω αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών της αρχικής συμβάσεως ορίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής που κατέστησαν τελεσίδικες. Τούτο, διότι οι τελευταίες ήταν μεν δεσμευτικές και παρήγαγαν δεδικασμένο μεταξύ των συμβαλλομένων στην σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών του ορίου της πιστώσεως συμβάσεων, δηλαδή μεταξύ της ανακόπτουσας και της καθής η εκτέλεση οφειλέτριας εταιρίας, καμιά δέσμευση, όμως, δεν παρείχαν αυτές ούτε παρήγαγαν δεδικασμένο, μεταξύ της ανακόπτουσας και της καθής η ανακοπή.
Έτσι, η απαίτηση που ζητούσε να καταταγεί η πρώτη δεν προήρχετο για τη δεύτερη από τις εν λόγω διαταγές πληρωμής, αλλά από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως αόριστη για τους προαναφερόμενους λόγους, δεν αξίωσε περισσότερα για το ορισμένο της ανακοπής αυτής ως προς τον προσδιορισμό της απαίτησης για την οποία ζητούσε να καταταγεί στον πίνακα των δανειστών του πλειστηριάσματος η ανακόπτουσα, από όσα απαιτούν οι προπαρατεθείσες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε η αναιρεσιβαλλομένη με εσφαλμένη (ψευδή) ερμηνεία, ούτε παρά το νόμο κήρυξε την ανακοπή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθετο σ’ αυτήν η αναγκαία εξειδίκευση των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών για να κριθεί το ποσόν της απαίτησης της ανακόπτουσας και ταυτόχρονα το έννομο συμφέρον αυτής για κατάταξη της επικαλούμενης απαίτησής της στον προσβαλλόμενο πίνακα.
Τέλος, το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει το ορισμένο της ανακοπής, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμούς της ανακόπτουσας που προσδιόριζαν το ποσόν της απαίτησής της, αφού ρητώς δέχεται ότι η απαίτησή της αυτή θεμελιώνεται σε κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς όμως να αναφέρονται τα προαναφερόμενα αναγκαία στοιχεία (κίνηση λογαριασμών κλπ) για τον προσδιορισμό του ύψους του καταλοίπου που συνιστούσε την προς κατάταξη στον πίνακα αναγγελθέντων δανειστών απαίτησή της και δεν διαλαμβανόταν στην ανακοπή ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως του καταλοίπου από την καθής η εκτέλεση οφειλέτρια ή άλλη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων αφηρημένης αναγνώρισης του χρέους του καταλοίπου αυτού, οι δε επικαλούμενες διαταγές πληρωμής που κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή κατέστησαν τελεσίδικες, μπορεί μεν να προσδιορίζουν την απαίτηση της ανακόπτουσας από το κατάλοιπο αυτό έναντι της καθής η εκτέλεση οφειλέτριάς της και να δεσμεύουν την τελευταία ως προς αυτήν (ανακόπτουσα), όχι όμως και ως προς την καθής η ανακοπή, την οποία δεν δεσμεύει το παραγόμενο από τις εν λόγω διαταγές πληρωμής δεδικασμένο, ούτε προσδιορίζει ως προς αυτήν (καθής η ανακοπή) την απαίτηση της ανακόπτουσας, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/5/2015 αίτηση της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E.". για αναίρεση της 133/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ