Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to recognize total work incapacity due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance dispute. The appellant argued the lower court ignored medical evidence proving total work incapacity, but the court found the appellate court had properly considered all submitted documents. The court ruled that the appellant's claim regarding the cessation of total incapacity constituted a defense rather than a new fact requiring judicial review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the appellate court has correctly evaluated all evidence presented and the appellant's argument regarding the nature of a defense fact does not constitute a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 739 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 739/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.-Υ. Λ. του Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALICO AIG LIFE-ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, ο οποίος δήλωσε την τροποποίηση της επωνυμίας της λόγω καθολικής διαδοχής από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5851/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 11-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, νοούνται δε ως αιτιολογίες τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία συνήψε με την ενάγουσα τις ακόλουθες Βασικές Συμβάσεις Ασφάλισης μετά των Συμπληρωματικών Συμβολαίων (πρόσθετες πράξεις) που αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος των πρώτων (των βασικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επίμαχες στην προκειμένη υπόθεση που αναφέρονται πιο κάτω, ήτοι:
Α) Το με αριθμό ... Βασικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής διάρκειας τριάντα ετών, με το οποίο η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε, έναντι εξαμηνιαίου ασφαλίστρου, την υποχρέωση καταβολής στην ασφαλισμένη ενάγουσα, με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, βασικής σύνταξης ύψους 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) μηνιαίως ή βασικό εφάπαξ ποσό 4.204.500 δρχ. (12.338,80 ευρώ).
Ακολούθως καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων τα με αριθμούς εντύπων ... και … Συμπληρωματικά Συμβόλαια που αφορούν, αντίστοιχα, απαλλαγή από την πληρωμή ασφαλίστρων και παροχή λόγω μόνιμης ανικανότητας από ασθένεια ή ατύχημα για ποσό κάλυψης 7.200.000 δραχμών (21.129,86 ευρώ) καθώς και το με αριθμό εντύπου 147 που αφορά καταβολή μέγιστου επιδόματος σοβαρών ασθενειών ύψους 3.600.000 δρχ., (10.564,93 ευρώ).
Β) Το με αριθμό ... Βασικό - Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής διάρκειας 28 ετών, με το οποίο η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε, έναντι εξαμηνιαίου ασφαλίστρου, την υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα, με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, βασικής σύνταξης ύψους 25.000 δρχ., (73,37 ευρώ) μηνιαίως, ή βασικό εφάπαξ ποσό 3.503.750 δρχ. (10.282,80 ευρώ).
Στη συνέχεια καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων τα ίδια ως άνω αναφερόμενα Συμπληρωματικά Συμβόλαια, ήτοι, το με αριθμό εντύπου 1506 περί απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων, το με αριθμό εντύπου 147 που αφορούσε μέγιστο επίδομα σοβαρών ασθενειών ύψους 1.400.000 δρχ. (4.108,58 ευρώ), καθώς και το με αριθμό εντύπου 368 για παροχή, λόγω μόνιμης ανικανότητας από ασθένεια ή ατύχημα, ποσού 2.800.000 δρχ. (8.217,17 ευρώ) και Γ) Το με αριθμό ...
Βασικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με ημερομηνία έναρξης την 25-7-2001 και λήξης την 25-7-2076 και τις συμπληρωματικές καλύψεις (Συμπληρωματικά Συμβόλαια) διάρκειας από 25-7-2001 έως 25-7-2031 και συγκεκριμένα, τα με αριθμούς εντύπων 1506 (απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων) και 367 που αφορά μηνιαία αποζημίωση ύψους 350 ευρώ λόγω ανικανότητας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η γεννηθείσα το έτος 1965 ενάγουσα, που είναι απόφοιτος του Τμήματος Ανθοκομίας και Κηπουρικής του Γεωργοκτηνοτροφικού Τομέα του Eπαγγελματικού Λυκείου της Σχολής Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής & Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε.), από το Μάιο του 1996 είναι ασφαλισμένη στον ΟΓΑ καθόσον έκτοτε ασχολείται αποκλειστικά με την καλλιέργεια ελαιοδένδρων (ελαιοπαραγωγός) στην περιοχή Αιδηψού Β.
Εύβοιας, επαγγελματική ενασχόληση την οποία γνωστοποίησε στην εναγόμενη -ασφαλιστική εταιρεία, με τις με αριθμούς εντύπων 1162 και 116376 προτάσεις της προς ασφάλιση, οι οποίες, αφού έγιναν αποδεκτές από την τελευταία, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων τα υπό στοιχεία Β' και Γ' ασφαλιστήρια συμβόλαια. Τον Ιούλιο του 2005, διαγνώστηκε από το ιστοπαθολογικό Εργαστήριο του "Ιατρικού Αθηνών" ύπαρξη νεοπλασματικού όγκου στο δεξί μαστό της ενάγουσας με εστιακή καρκινοποίηση λοβίων και διήθηση σε λεμφαγγείο της περιοχής του νεοπλάσματος.
Η τελευταία εισήχθη στο Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθηνών " Γεώργιος Γεννηματάς" όπου και στις 28-7-2005 υποβλήθηκε σε δεξιά ογκεκτομή και σύστοιχο λεμφαδενικό καθαρισμό δεξιάς μασχάλης. Ο μεταστατικός έλεγχος που διενεργήθηκε απέβη αρνητικός. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε συστηματική χημειοθεραπεία 6 κύκλων ανά 21 ημέρες, σε ακτινοθεραπεία και ορμονοθεραπεία ...
Το Μάρτιο του 2006 η ενάγουσα εξετάστηκε από την αρμόδια Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή της Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ Χαλκίδας και αφού διαπιστώθηκε ότι προς αντιμετώπιση της ως άνω πάθησής της βρισκόταν υπό χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία, εμφάνιζε δε ελαφρύ οίδημα και άλγος ΔΕ άνω άκρου και αδυναμία αυτού, η ως άνω αρμόδια επιτροπή με τη με αριθμό 75/08-3-2006 απόφασή της, την έκρινε ανίκανη για την άσκηση του ως άνω βιοποριστικού επαγγέλματός της σε πoσoστό 80% επί μία διετία από την υποβολή της σχετικής αίτησης, ήτοι από 01-12-2005 έως 30-11-2007, αναγνωρίζοντας ότι η ανικανότητά της εμφανίστηκε τον Ιούλιο του 2005.
Ακολούθως, με τη με αριθμό 935/14-11-2007 απόφαση της 11 ΑΥΕ του τμήματος Συντάξεων του ΙΚΑ Αθηνών, αφού η Επιτροπή αυτή, μετά από κλινική εξέταση της ενάγουσας διαπίστωσε ουλή ΔΕ μαστού και ΔΕ μασχάλης (και όχι οίδημα, ούτε άλγος του ΔΕ άνω άκρου της) και έλαβε υπόψη της τη με αρ. πρωτ. 2221/7-11-2007 βεβαίωση της Ε. Α. - Μ., Δ/τριας του προαναφερόμενου Ογκολογικού Νοσοκομείου ΙΚΑ, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα βρισκόταν υπό ορμονικό χειρισμό (φαρμακευτική - ορμονοθεραπεία) διατυπωνόταν δε σ' αυτή επιφύλαξη για τη πρόγνωση της ασθένειάς της, την έκρινε ανίκανη προς εργασία σε ποσοστό 67%, για δύο ακόμη έτη από τη λήξη της προηγούμενης απόφασης, ήτοι από 01-12-2007 έως 30-11-2009.
Τέλος με 865/23- 12-2009 απόφαση της ίδιας ως άνω Υγειονομικής Επιτροπής (συντάξεων του ΙΚΑ) κρίθηκε επίσης ανίκανη να ασκήσει το επάγγελμα της σε ποσοστό 67% για ένα ακόμη έτος, ήτοι, από 01- 12-2009 έως 30-11-2010. Με βάση τις ως άνω αποφάσεις, η ενάγουσα συνταξιοδοτήθηκε από τον ΟΓΑ, από τον οποίο και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη λόγω αναπηρίας ... .
Ειδικότερα, αναφορικά με τους όρους των ως άνω επίμαχων Συμπληρωματικών Συμβολαίων (με αριθμούς εντύπων 368, 367 και r1506/1) αποδεικνύονται τα ακόλουθα : 1) Με το με αριθμό εντύπου 368 "Συμπληρωματικό Συμβόλαιο Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας, που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των υπό στοιχεία Α' και Β' Βασικών Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων, ως "Ολική και Μόνιμη Ανικανότητα (ΜΟΑ") ορίζεται η ανικανότητα που προκαλείται από ατύχημα ή ασθένεια μέσα σε 360 ημέρες από το ατύχημα ή την ασθένεια και που εμποδίζει τελείως τον ασφαλισμένο από το να ασκεί το επάγγελμά του ή να ασχολείται σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση ή επάγγελμα και να εκτελεί εργασία με χρηματική αμοιβή ή κέρδος για τα οποία έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση την ειδικότητα ή την πείρα του και η οποία ανικανότητα κράτησε χωρίς διακοπή, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών ...
Από τους πιο πάνω όρους προκύπτει, ότι για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση θα πρέπει η αναπηρία της ασφαλισμένης ενάγουσας να την εμποδίζει για την πραγματική άσκηση του επαγγέλματός της ή οποιασδήποτε εξαρτημένης ή όχι, επικερδούς εργασίας για την οποία έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση ή την πείρα της.
Η σωματική, λοιπόν, αναπηρία από καθαρώς ιατρική άποψη και η ανικανότητα προς άσκηση συγκεκριμένης- επαγγελματικής οικονομικής δραστηριότητας προς κτήση εισοδημάτων, δεν ταυτίζονται. Για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος της ασφαλισμένης, σύμφωνα με τους όρους των επίμαχων συμβάσεων, κρίσιμα και αποφασιστικά είναι, το ποια οικονομικά αποτελέσματα επέφερε στην ενάγουσα - ασφαλισμένη η βλάβη της υγείας της.
Επομένως, για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στην προκειμένη υπόθεση, σύμφωνα με τους όρους του 368 Συμπληρωματικού Συμβολαίου, κρίσιμα, αποφασιστικά και συνακόλουθα- ερευνητέα καθίστανται, εάν η ενάγουσα- ασφαλισμένη εντός 360 ημερών από την εμφάνιση και την χειρουργική αντιμετώπιση της πάθησής της κατέστη ανίκανη για να ασκήσει το δηλωθέν επάγγελμά της καθώς και οποιαδήποτε άλλη βιοποριστική - επαγγελματική ενασχόληση για την οποία διαθέτει τη μόρφωση ή την πείρα, εάν αυτή (η ανικανότητα) διήρκεσε, χωρίς διακοπή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, εάν υφίστατο με τη συμπλήρωση 6 μηνών από την έναρξή της προκειμένου να της καταβληθεί η 1η δόση (το 50% της κάλυψης), εάν συνέχισε υφιστάμενη (η ανικανότητα) και κατά το χρόνο συμπλήρωσης 18 μηνών από την εμφάνισή της προκειμένου να της καταβληθεί η 2η δόση (το υπόλοιπο 50% της κάλυψης), και τέλος, εάν κατά τα χρονικά αυτά σημεία υπήρχε όχι ελπίδα για βελτίωσή της (της ανικανότητας).
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η ενάγουσα, εξ αιτίας της εμφανισθείσας σοβαρής ασθένειάς, της χειρουργικής αντιμετώπισής της, της θεραπευτικής αγωγής στην οποία υποβαλλόταν (χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία) τουλάχιστον μέχρι τις 08-3-2006 που εξετάστηκε από την Α' /θμια ΥΈ του ΙΚΑ Χαλκίδας, η οποία και διαπίστωσε (με την 75/8-3-2006 απόφασή της) ότι κατά τον ως χρόνο εξέτασής της υποβαλλόταν σε χημειοθεραπεία και ακτινοβολία και ότι εμφάνιζε οίδημα και άλγος του ΔΕ άνω άκρου της, κατέστη εντός 360 ημερών από την εμφάνιση της ασθένειάς της, ολικά ανίκανη να ασκήσει το δηλωθέν στην εναγόμενη ασφαλιστική και αποκλειστικά ασκούμενο επάγγελμα της αγρότισσας.
Δηλαδή, η ως άνω δυσμενής συνέπεια της υγείας της (σωματική αναπηρία) που εμφανίστηκε ήδη από την ημέρα που υποβλήθηκε στην χειρουργική επέμβαση (28-7-2005), επηρέασε καθοριστικά την επαγγελματική της δραστηριότητα, αφού παρεμπόδισε τελείως αυτήν να ασχολείται με τις αγροτικές εργασίες (καλλιέργεια ελαιώνα, συγκομιδή - παραγωγή ελαίου), μοναδικό κερδοφόρο επάγγελμα για το οποίο είχε τα αναγκαία προσόντα με βάση την προαναφερθείσα μόρφωσή της αλλά και την εμπειρία που είχε αποκτήσει από τη συνεχή άσκησή του από τον Μάιο του 1996.
Το ότι πριν την κατάρτιση των επίμαχων ασφαλιστικών συμβάσεων και συγκεκριμένα από το έτος 1986 έως το Φεβρουάριο του 1995, η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στο ΤΕΒΕ, φερόμενη ως συνεταίρος επιχείρησης κατασκευής και πώλησης ακινήτων την οποία τότε διατηρούσε ο πατέρας της, δεν σημαίνει ότι έχει αποκτήσει για το' συγκεκριμένο αντικείμενο εργασιών, εμπειρία τέτοια που να της επιτρέπει να το ασκήσει κατά τη διάρκεια της ανικανότητας της να εργαστεί σε αγροτικές εργασίες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη, εφόσον δεν αποδείχθηκε ουσιαστική ανάμειξή της στην ως άνω επιχείρηση ... .
Στη συνέχεια όμως, η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας έβαινε βελτιούμενη. Ήδη μέχρι τα τέλη Απριλίου 2006 είχε ολοκληρωθεί, χωρίς να εμφανισθούν επιπλοκές, ο κύκλος των χημειοθεραπειών και ακτινοβολιών στις οποίες υποβλήθηκε, ο δε επαναληφθείς μεταστατικός έλεγχος απέβη αρνητικός. Στις 30-8-2006 που εξετάστηκε από τον ιατρό Δ.
Τ., το οίδημα του ΔΕ άνω άκρου της είχε υποχωρήσει και δεν υπήρχε, ούτε το Νοέμβριο του 2007 που εξετάστηκε από την Α'θμια ΥΕ ΙΚΑ, και γι' αυτό και δεν αναφέρθηκε στην 935/2007 απόφασή της, πλην όμως ο προαναφρεθείς θεράπων ιατρός της, της συνέστησε να αποφεύγει την έντονη χειρονακτική εργασία, προκειμένου να αποφευχθεί εμφάνιση λεμφοιδήματος, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με ίδια ημερομηνία (30-8-2006) ιατρική βεβαίωση.
Η ενάγουσα, η οποία σημειωτέον δεν προσκομίζει κάποια μεταγενέστερη ιατρική βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της την καθιστούσε πλήρως ανίκανη να ασκεί το σύνολο των αγροτικών εργασιών, από τα τέλη Οκτωβρίου 2006, ήτοι μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ολοκλήρωση των ως άνω θεραπειών, ανέκτησε μερική τουλάχιστον ικανότητα να ασχοληθεί με εκείνες των γεωργικών εργασιών, που δεν είναι ιδιαίτερα επίπονες ούτε προκαλούν μεγάλη κόπωση του δεξιού άνω άκρου της (λίπανση, συλλογή ελαιοκάρπου, επιστασία εργατών), επικουρούμενη στην εκτέλεση των βαρύτερων χειρωνακτικών εργασιών (πχ, κλάδεμα ελαιοδένδρων, μεταφορά ελαιοκάρπου στο ελαιοτριβείο) από εργάτες, τους οποίους εξάλλου απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών αυτών (των βαρύτερων) και πριν από την εμφάνιση της νόσου, όπως η ίδια κατέθεσε εξεταζόμενη ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι η ενάγουσα συνέχισε και μετά τον Οκτώβριο του 2006 να είναι πλήρως ανίκανη προς εκτέλεση του συνόλου των αγροτικών εργασιών τις οποίες μπορούσε και πράγματι εκτελούσε η ίδια και πριν από την έναρξη της ανικανότητάς της. Η, μετά το Νοέμβριο του 2006, έλλειψη στο πρόσωπο της ενάγουσας, της "ολικής" ανικανότητας για άσκηση του επαγγέλματός της, με την έννοια που αποδίδεται στα ως άνω ασφαλιστήρια, δεν αναιρείται εκ του ότι από τον κοινωνικό ασφαλιστικό της φορέα κρίθηκε (με τις ως άνω αναφερόμενες αποφάσεις της Α'θμιας Υ.Ε.
του ΙΚΑ) ανίκανη στα ποσοστά που προαναφέρθηκαν, καθόσον, η με αυτές κριθείσα, από ιατρική άποψη, σωματική της αναπηρία λόγω της ανατομοφυσιολογικής κατάστασής της, δεν την εμπόδισε παντελώς στην άσκηση των αγροτικών δραστηριοτήτων της μετά τις 28-10-2006 και επομένως, δεν επηρέασε έκτοτε την οικονομική ικανότητά της για κτήση εισοδημάτων από την εκμετάλλευση (καλλιέργεια) ελαιώνων.
Κατόπιν αυτών, εφόσον η ενάγουσα δεν εξακολούθησε να είναι πλήρως ανίκανη προς εργασία μέχρι και τις 28-01-2007, ήτοι κατά τη συμπλήρωση του διμήνου από την εμφάνιση της ανικανότητάς της, δεν, οφείλεται η δεύτερη δόση (το 50%) των κεφαλαίων που προβλέπονται με τα επίμαχα (με αριθμό εντύπου 368) συμπληρωματικά συμβόλαια, ήτοι το (υπόλοιπο) ποσό των 14.673,51 ευρώ (21.129,86 ευρώ + 8.217,17 ευρώ Χ 50%), σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους, που προβλέπουν ότι, σε περίπτωση ανάκτησης της ικανότητας για εργασία πριν την καταβολή της 2ης δόσης (πριν τη συμπλήρωση 18μηνου) αφενός αυτή δεν θα καταβληθεί (όρος 5 παρ. 2 του 368 εντύπου), αφετέρου επανέρχεται η απαίτηση της ασφαλιστικής για καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου που αντιστοιχεί στο "υπόλοιπο" του ασφαλισμένου κεφαλαίου (στο μη καταβληθέν υπόλοιπο 50% του ασφαλίσματος). 2) με το με αριθμό εντύπου 367 Συμπληρωματικό Συμβόλαιο "Μηνιαίας Αποζημίωσης λόγω Ανικανότητας", που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του Γ' Βασικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, συμφωνήθηκε ότι η μηνιαία αποζημίωση των 350 ευρώ θα καταβάλλεται εφόσον υπάρξουν ικανοποιητικές αποδείξεις ότι η Ολική Ανικανότητα πληροί τους όρους του συγκεκριμένου Συμπληρωματικού Συμβολαίου, κατά τους οποίους, ως "Ολική" Ανικανότητα θεωρείται η ανικανότητα μετά την παρέλευση 30 ημερών και για περίοδο 23 μηνών που ακολουθεί από την ημερομηνία έναρξης της ανικανότητας, εφόσον εμποδίζει τελείως τον ασφαλισμένο να εκτελεί τα καθήκοντά του στη συνήθη εργασία του, όπως αυτή είχε δηλωθεί στην αίτηση για ασφάλιση ή σε μεταγενέστερη γραπτή δήλωσή του προς την εταιρεία (όρος 1 Α), ενώ, ως "Μόνιμη και Ολική" θεωρείται η Ανικανότητα μετά την παρέλευση 24 μηνών από την έναρξή της και εφόσον αυτή ήταν συνεχούς διάρκειας 24 μηνών και εμποδίζει τελείως τον ασφαλισμένο από το να ασχολείται σε οποιαδήποτε επιχείρηση ή επάγγελμα και να εκτελεί αμειβόμενη εργασία για την οποία έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα του όρος ΙΒ).
Αν ο ασφαλισμένος συνεχίζει να είναι Ολικά Ανίκανος (όπως ορίζεται στον όρο 1), τότε δεν θα καταβληθούν οι υπόλοιπες μηνιαίες δόσεις. Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρονται, η ενάγουσα ήταν συνεχώς ολικά ανίκανη να απασχοληθεί σε γεωργικές εργασίες μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006, ενώ στη συνέχεια, ναι μεν βρισκόταν υπό φαρμακευτική ορμονοθεραπεία, πλην όμως ανέκτησε την ικανότητα να ασχολείται με τις προαναφερόμενες - λιγότερο επίπονες γεωργικές εργασίες.
Εφόσον λοιπόν η ολική ανικανότητα προς εργασία, με την έννοια που σ' αυτήν προσδίδεται με το 367 Συμπληρωματικό Συμβόλαιο, που άρχισε στις 28-7-2005, διήρκεσε συνεχώς από 28-8-2005 (μετά την παρέλευση 30 ημερών από την έναρξη της ανικανότητάς της, σύμφωνα με τον 1 Α όρο) μέχρι και τις 28-10- 006, ήτοι επί 15 συνεχείς μήνες, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω (367) Συμπληρωματικού τού υπό στοιχείο Γ' Βασικού Συμβολαίου και επομένως η εναγόμενη ασφαλιστική υποχρεούται, για το ως άνω 15μηνο χρονικό διάστημα από 28-8-2005 έως 28-10-2006, να καταβάλλει κάθε μήνα στην ενάγουσα, τη συμφωνηθείσα μηνιαία αποζημίωση των 350 ευρώ εντός του πρώτου 10ημέρου κάθε ημερολογιακού μήνα, έντοκα από την 11 ημέρα (επόμενη της δήλης ημέρας) κάθε μήνα, ενώ πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο καθό μέρος αφορά στο υπόλοιπο επίδικο διάστημα (ήτοι από 29-10-2006 και μέχρι τη λήξη της διάρκειας του συμβολαίου), για το οποίο δεν οφείλεται η ως άνω μηνιαία αποζημίωση, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την μηνιαία καταβολή του, δεδομένου ότι έκτοτε έπαψε να εμφανίζει ολική ανικανότητα, δηλ.
προς εκτέλεση κάθε είδους αγροτικής εργασίας ...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης εταιρίας, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή για την καταβολή μηνιαίας αποζημίωσης 350 ευρώ για το διάστημα από 28-10-2006 έως 3-3-2010.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της διάρκειας της ολικής ανικανότητας προς εργασία της ενάγουσας, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361 ΑΚ και 1, 7, 31 και 32 του ν. 2496/1997, την εκ πλαγίου παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση του αναιρετικού λόγου, επικαλείται η ενάγουσα.
Ειδικότερα, είναι επαρκής η αιτιολογία ότι η ενάγουσα από 28-10-2006 ανέκτησε μερικώς την ικανότητά της για την άσκηση γεωργικών εργασιών που δεν ήταν ιδιαίτερα επίπονες και δεν προκαλούσαν μεγάλη κόπωση του δεξιού άνω άκρου της, όπως με τη λίπανση, τη συλλογή ελαιοκάρπου και την επιστασία εργατών, επικουρούμενη στην εκτέλεση των βαρύτερων χειρονακτικών εργασιών (κλάδεμα ελαιοδένδρων, μεταφορά ελαιοκάρπου), όπως και πριν από την ασθένειά της, από εργάτες.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται στην απόφαση από ποια επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η κρίση του δικαστηρίου ότι η μερική ανάκτηση της ικανότητας προς εργασία της ενάγουσας επήλθε στις 28-10-2006, διότι κρίσιμο είναι τι αποδείχθηκε και όχι πως αποδείχθηκε.
Επαρκής και μη αντιφατική είναι και η αιτιολογία της αποφάσεως ότι η έλλειψη στο πρόσωπο της ενάγουσας της "ολικής" ανικανότητας για την άσκηση του επαγγέλματός της, με την έννοια που αποδίδεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι από τον ασφαλιστικό της φορέα κρίθηκε ανίκανη σε ποσοστό 60-80%, καθόσον το δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως συνεκτιμά, αλλά δεν δεσμεύεται ως προς τη διάρκεια και το ποσοστό ανικανότητας από σχετικές αποφάσεις άλλων οργάνων ή προσώπων, τα οποία στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους προσδιορίζουν την ανικανότητα του παθόντος με άλλα κριτήρια, κατά τις παραδοχές δε της αποφάσεως, η σωματική αναπηρία λόγω της ανατομοφυσιολογικής κατάστασής της, που διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες επιτροπές του ΙΚΑ, δεν την εμπόδισε παντελώς στην άσκηση των αγροτικών δραστηριοτήτων της μετά την 28-10-2006.
Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 59 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ολοκλήρωση των χημειοθεραπειών της η ενάγουσα ανέκτησε μερικώς την ικανότητά της για εκτέλεση των γεωργικών εκείνων εργασιών που δεν ήταν ιδιαίτερα επίπονες και δεν προκαλούσαν μεγάλη κόπωση του δεξιού άνω άκρου της, στηρίζοντας την κρίση του αυτή αποκλειστικά και μόνο στα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού το αντίθετο δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ούτε η ενάγουσα αναφέρει τέτοιο στοιχείο, παραβίασε κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η ασθενής που πάσχει από "πορογενές διηθητικό Ca δεξιού μαστού" και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση "ογκεκτομής και σύστοιχου λεμφαδενικού καθαρισμού μασχάλης" δεν ανακτά μετά τις χημειοθεραπείες ούτε μερικώς την ικανότητά του προς εργασία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πέραν του ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, το τελευταίο αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ικανότητας της ενάγουσας προς εργασία και τη διάρκεια της ικανότητας αυτής, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που η ενάγουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:
α) την από 5-11-2007 βεβαίωση του ιατρού Ν. Δ., β) την υπ' αριθ. 2221/7-11-2007 βεβαίωση του Ογκολογικού Νοσοκομείου Αθηνών ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, γ) τις υπ' αριθ. 935/14-11-2007 και 865/23-12-2009 αποφάσεις της 11 ΑΥΕ Υγειονομικής Επιτροπής Υγείας του ΙΚΑ, από τα οποία έγγραφα προέκυπτε ότι η ενάγουσα είχε κριθεί ανίκανη προς εργασία σε ποσοστό 67% και ότι συνέχισε να υποβάλλεται σε θεραπείες και ήταν ολικά ανίκανη προς εργασία και μετά την 28-10-2006, που δέχθηκε το Εφετείο ότι ανέκτησε μερικώς την ικανότητά της προς εργασία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο υπό στοιχ. β' και γ' έγγραφα, τα οποία μνημονεύει ρητά στην απόφασή του, από τη βεβαίωσή του δε ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθη υπόψη και το υπό στοιχ.
α' έγγραφο. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 α' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε από την εναγομένη και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η ολική ανικανότητα της ενάγουσας προς εργασία έπαυσε την 28-10-2006 και ότι έκτοτε αυτή ήταν μερικώς ικανή προς εργασία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ολική ανικανότητα της ενάγουσας προς εργασία και η διάρκεια αυτής, αποτελούν στοιχεία της ένδικης αγωγής αποζημίωσης και όχι περιεχόμενο ένστασης της εναγομένης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2011 αίτηση της Α. Λ. κατά της υπ' αριθ. 5851/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ