Appeal dismissed; tenant lacks standing to claim compensation for expropriation damages without ownership rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a land lease company against the First Instance Court's rejection of its compensation claims. The company argued for damages regarding the expropriation of its agricultural business, but the court found it lacked active standing because it was merely a lessee without ownership or other real rights over the expropriated properties. Consequently, the court ruled that such claims must be filed through the proper procedural channels established for expropriation cases, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 20 of Law 2881/2001; A lessee of expropriated properties lacks active standing to claim compensation for expropriation damages before the Court of Appeal without first obtaining ownership or other real rights, as the Court of Appeal acts as a first-instance court for such matters only when procedural requirements are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 739 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 739/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ... Ο.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΠΟΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... " που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Εμμανουήλ Κοκκινάκη και Αθανάσιο Μπακόλα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΤΕ-ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΤΕ-CYBARCO ATE" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΤΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΤΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "CYBARCO ATE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/2/2006 και 22/11/2006 αιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 20/11/2006 και 26/3/2007 ανακοινώσεις δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση της 1ης αναιρεσιβλήτου και την από 20/3/2007 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως και παρεμπίπτουσα αγωγή των 2ης, 3ης, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 5719/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της 1ης αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία με την επωνυμία "Θεσσαλική ΑΤΕ - ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΤΕ - CYBARCO ΑΤΕ" καθώς και στις αναιρεσίβλητες εταιρείες με τις επωνυμίες α "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΤΕ", β) "Θεσσαλική ΑΤΕ" και γ) "CYBARCO ΑΤΕ". Όμως, αυτές δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικά πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ήδη άρθρο 20 του Ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.
ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.
ΑΠ 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες που ισχύουν για το κράτος μέλος. Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.
Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 14 §1 του ν.δ. 797/1971 (άρθρο. 14 § 1 του ν. 2882/2001) ορίζεται ότι διάδικοι στην δίκη προσδιορισμού αποζημιώσεως (προσωρινού και οριστικού) δύνανται να είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.
Η ρύθμιση αυτή είναι επακόλουθη της τοιαύτης του άρθρου 3 του αυτού ν,δ, (άρθρο 4 του ν. 2882/2001), κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση παντός επ' αυτού υπάρχοντος κτίσματος, μονίμου κατασκευής, δένδρου ή φυτείας ως και πάντων των κατά το άρθ. 953 και επόμενα Αστ.
Κωδικός συστατικών του πράγματος, έστω και αν αυτά δεν περιελήφθησαν ρητώς στην περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απόφαση ή στον κτηματολογικό πίνακα ή κτηματολογικό διάγραμμα, καθώς και της του άρθρου 4 του αυτού ν.δ. κατά το οποίο η απαλλοτρίωση αφορά το πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, λαμβανομένης υπόψη και εκείνης του άρθρου 9 του αυτού νόμου (ν.δ. 797/71), ομοίας του άρθρου 6 του ν. 2882/2001, κατά την οποία "πας νομεύς ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ως και πας τρίτος εξ αυτού έλκων δικαιώματα υποχρεούται όπως ... παραδώσει το απαλλοτριωθέν ελεύθερον εις τον υπέρ ου η απαλλοτρίωσις" συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Ότι ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμόν των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) Ακόμη ο νομοθέτης, συνεπής προς την διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 13 του ν.δ. 797/71 επιδικαζόμενην αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως μόνον για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, μόνιμες κατασκευές, δένδρα ή φυτείες ως και πάντα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα συστατικά του πράγματος.
Και περαιτέρω, την αποζημίωση αυτή από την απαλλοτρίωση των ως άνω αντικειμένων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27 §§ 4 και 5 του ν.δ. 797/71, μόνον στους αναγνωριζόμενους κατά την διαγραφόμενην στα άρθρα αυτά (και τον ΚΠολΔ) διαδικασίαν ως κυρίους ή έχοντες έτερον εμπράγματον δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο Νόμο- άρθρο 973 ΑΚ), και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχο αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής (άρα και κατοχής) διαλαβών (ο νομοθέτης) στην § 5 του άρθρου 27 του ν.δ 797/71 ρητώς "μόνη η απόδειξις της νομής ουδέν δικαίωμα προς αποζημίωσαν θεμελιοί".
Την αυτή αρχή επαναλαμβάνει και η παράγραφος 9 του άρθρου 26 του ν, 2882/2001 κατά την οποίαν "η νομή καθ' εαυτήν δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης". (ΑΠ 508/2004 ΑΠ 1671/2006). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και απαγορεύει να στερηθεί κάποιος της περιουσίας του, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσης και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα (Ολ.ΑΠ 40/1998), παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Και τούτο διότι : α) Στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" για απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής των συστατικών.
β) Η αποζημίωση για την αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος σε σχέση με την ασκούμενη σ'αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 7/2006) γ) Ο μισθωτής-κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο μίσθιο για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον εκμισθωτή και ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως αυτού, είτε βάσει της μισθωτικής σχέσεως, είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων ή αδικαιολογήτου πλουτισμού ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, το ύψος μάλιστα της οποίας, όπως καθορίσθηκε από το δικαστήριο και καταβλήθηκε σ'εκείνον, δεν οριοθετεί και το μέγεθος των άνω αξιώσεων του μισθωτή, οι οποίες μπορεί να είναι υπέρτερες (ΑΠ 1671/2006).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 12 ΚΠολΔ ορίζει: παρ.1 "Δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως". Παρ. 2 "Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά", η δε διάταξη του άρθρου 13 του ίδιου Κώδικα ορίζει "δια την εκδίκαση των υποθέσεων που υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό τα Ειρηνοδικεία, τα Μονομελή Πρωτοδικεία και τα Πολυμελή Πρωτοδικεία" και, τέλος, η διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ ορίζει "Στην αρμοδιότητα των Εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πολυμελών και Μονομελών Πρωτοδικείων της Περιφερείας τους".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παράκαμψη του πρώτου βαθμού και υποβολή απευθείας αυτοτελούς αιτήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκλείεται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με νόμο. Τέτοια περίπτωση ορίζει η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 (και η όμοια προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 του ν.δ. 797/1971), κατά την οποία το Εφετείο δικάζει ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις αιτήσεις οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, οπότε, στα πλαίσια του εν λόγω καθορισμού, είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως και τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν.
Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ισχυρίσθηκε τα εξής: "Ότι στις εναπομείνασες εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικές εκτάσεις των υπ' αριθμούς των αναφερομένων παρακάτω κτηματολογικών πινάκων ..., ..., ...
και ... ακινήτων, τα οποία βρίσκονται στις ... επί της Λεωφ. ... αρ. ... και ανήκουν στην ιδιοκτησία των ομορρύθμων εταίρων της και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθμό 1088394/9318/ 0010/14-10-1999 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 778 τεύχος Δ/29-10-1999 ΦΕΚ, με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του ΟΣΕ Α.Ε.
και με δαπάνες της καθής, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή δύο (2) ανισόπεδων διαβάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής ...-...[α. στη χ.θ. 22+890 (οδού ...) και β. στη χ.θ. 23+721 (οδού ...)], που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Νομού ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 59.932,04 τ.μ. και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα με αριθμούς σχεδίου ..., ...
και ... κτηματολογικά διαγράμματα και στους με αριθμούς ... και ... κτηματολογικούς πίνακες της καθής, τα οποία έχουν συντάξει οι ..., ... και ... και έχουν την από 26-7-1999 θεώρηση της Δνσης Ανάπτυξης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, έχει αναπτύξει εγκαταστάσεις και διατηρεί επιχείρηση φυτωρίου παραγωγής και εμπορίας καλλωπιστικών φυτών, γεωργικών ειδών και ειδών κήπου, η οποία από το έτος 2004 έως και 31-12-2006 έχει υποστεί, από την εκτέλεση του έργου για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, τις περιγραφόμενες στις αιτήσεις, όπως συμπληρώθηκαν με την προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που έγινε στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση και καταγράφηκε στα πρακτικά, θετικές ζημίες, λόγω της καταστροφής των φυτών και των κεραμικών γλαστρών από τη σκόνη που δημιουργεί η εκτέλεση του έργου και άλλων εξόδων, τα οποία υποχρεώθηκε να δαπανήσει και αποθετικές ζημίες, λόγω της μειώσεως και εν πολλοίς ματαιώσεως των πωλήσεων των προαναφερομένων ειδών, που οφείλεται στον εξ αιτίας της εκτέλεσης του έργου αποκλεισμό προσέλευσης των πελατών της στις άνω εγκαταστάσεις της και στην επιχείρησή της, συνολικού ύψους 2.942.248,00 ευρώ (ήτοι 1.855.958,00 ευρώ το σύνολο των επικαλουμένων ζημιών της πρώτης αίτησης και 1.086.290,00 ευρώ το σύνολο των επικαλουμένων ζημιών της δεύτερης αίτησης) και ότι η οριστική τιμή μονάδας, αποζημίωσης, καθορίσθηκε με την υπ' αριθμό 5854/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθμό 31/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε στο παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1826/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, για τη συζήτηση της οποίας (υπόθεσης) έχει η ίδια αιτούσα καταθέσει την από 9-2-2006 κλήση της, ζητεί να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση, ίση με την προαναφερομένη συνολική της ζημία και να υποχρεωθεί η καθής να της καταβάλει το παραπάνω συνολικό ποσό των 2.942.248,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο μετά από έξι (6) μήνες από την έκδοση της απόφαση".
Κρίνοντας το Εφετείο τις ως άνω αιτήσεις με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα οι κρινόμενες ως άνω δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, ανεξάρτητα από τον απαράδεκτο χαρακτήρα αυτών, αφού δεν εισάγονται ενιαίως με τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης και την έλλειψη νόμιμης βάσης που τις χαρακτηρίζει και τις διακρίνει, εφόσον οι επικαλούμενες από την αιτούσα ζημίες δεν ανήκουν στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης που προσδιορίζεται από τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως (άρθρα 68, 73 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτές (αιτήσεις) πραγματικά περιστατικά, η αιτούσα δεν συνδέεται με τα προαναφερόμενα απαλλοτριούμενα ακίνητα με κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν.
δτος 797/1971 σχέσεις, αφού η επικαλούμενη ιδιότητα της, ως ασκούσα επιχείρηση στα ως άνω ακίνητα, δεν την καθιστά ούτε υπόχρεη να καταβάλει την αποζημίωση, ούτε υπερής κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, ούτε αξιούσα κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στα απαλλοτριούμενα, πολύ περισσότερο μάλιστα διότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση εδαφικά τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών, στα οποία η ίδια επικαλείται ότι ασκεί επιχείρηση, εξακολουθούν να είναι περιουσία των ιδιοκτητών, δηλαδή των ομορρύθμων εταίρων της, όπως ομολογείται από την ίδια ...".
Πράγματι, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στις αιτήσεις πραγματικά περιστατικά, η αιτούσα, ως μισθώτρια και επομένως ως απλή κάτοχος των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και των επ'αυτών φυτών, εγκαταστάσεων και λοιπών συστατικών, που απαρτίζουν τη γεωπονική επιχείρησή της, δεν έχει, στην προκειμένη περίπτωση, αυτοτελές δικαίωμα αποζημίωσης, αφού δεν είναι κυρία των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, αλλά και ούτε έχει άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ'αυτών από τα περιοριστικά αναφερόμενα στο άρθρο 973 ΑΚ.
Ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιείται και δεν μπορεί να προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου ενώπιον του Εφετείου για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης λόγω της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Επομένως, οι αιτήσεις για τον καθορισμό αποζημίωσης, για την ζημία που υπέστη εξαιτίας της εκτελέσεως του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, η αναιρεσείουσα ως μισθώτρια των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και επί των οποίων λειτουργεί η προαναφερθείσα γεωπονική της επιχείρηση, έπασχαν από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και ήταν απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού η αναιρεσείουσα δεν είναι καθής η απαλλοτρίωση και οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια και με τη διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας με βάση τις διατάξεις του ΑΚ. Όμως, στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το ισχύον στην Ελλάδα δικονομικό σύστημα, δεν μπορεί, κατά παράλειψη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, να εισαχθεί υπόθεση απευθείας ενώπιον του Εφετείου, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν.2881/2001 (και την όμοια προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 του ν.δ. 797/1971) δικάζει ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο μόνο τις αιτήσεις οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, καθώς και τα άλλα αναφερόμενα στην αρχή συναφή αιτήματα, εφόσον αυτά υποβληθούν ενώπιον του εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που κατά τα άνω απέρριψε τις αιτήσεις ως απαράδεκτες, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι'αυτό οι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο αιτιάσεις από τους αριθμούς 5 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελείς, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την πιο προαναφερόμενη αιτιολογία, η οποία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ... ΟΕ" για αναίρεση της 5719/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει λόγω της χωριστής νομικής εκπροσωπής τους σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε μία αναιρεσίβλητη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ