Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation ruling due to contradictory factual findings and procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's compensation ruling regarding expropriated properties. The Court found the lower court's decision flawed because it contained contradictory assumptions about the applicability of the burden of proof rule while simultaneously applying it, and rejected the procedural argument as it relied on a violation of procedural law rather than substantive law. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a violation of procedural law is inadmissible unless it concerns a substantive legal rule, and that a judgment containing contradictory factual premises is subject to annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 738/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Δ., κατοίκου ... Ιωαννίνων, 2) Ο. συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. Α., κατοίκου … Ιωαννίνων, 3) Φ. συζ. Δ. Ν., το γένος Ι. Α., κατοίκου ... Ιωαννίνων, ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Θ. Α., το γένος Γ. Τ. (ιδιοκτησία …), 4) Α. συζ. Θ. Λ., το γένος Γ. Σ. (ιδιοκτησίες … και …) και 5) Χ. Σ. του Γ., συζ. Ψ., κατοίκου …Αθηνών (ιδιοκτησία …), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άλκη Λιάτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.12.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2008 εν μέρει οριστική και 514/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26.06.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 155/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, κατά την τακτική διαδικασία, με αντικείμενο δίκης την αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από την μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα ακίνητά τους, που απαλλοτριώθηκαν.
Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Με την από 21.12.2005 αγωγή, η οποία ασκήθηκε μεταξύ άλλων, και από τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν ότι για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της Εγνατίας οδού από Ηγουμενίτσα έως Ιωάννινα, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς μεταξύ άλλων απαλλοτριωθεισών εκτάσεων και τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ακίνητα και καθορίσθηκε αποζημίωση προσωρινώς και οριστικώς με τις υπ’ αριθμ. 709/1998 και 251/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων αντιστοίχως.
Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους, πλην όμως μειωμένη, καθόσον δεν καταβλήθηκε αποζημίωση για τα επακριβώς αναγραφόμενα, εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών τους, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενα, διότι θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ενώ στην πραγματικότητα τα εν λόγω εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους δεν ωφελούνται από την διάνοιξη της Εγνατίας οδού, η οποία έχει κατασκευαστεί ως κλειστός αυτοκινητόδρομος, αφού δεν αποκτούν πρόσωπον επί της οδού αυτής, η οποία βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά από τα ακίνητά τους και δεν υπάρχει επαφή με αυτά.
Με βάση το ιστορικό αυτό και εκθέτοντες περαιτέρω ότι το εναγόμενο αρνείται να τους αποζημιώσει, αν και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1, παραγρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977 (όπως ήδη συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979) περί αυτοαποζημιώσεως είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζήτησαν να υποχρεωθεί το Δημόσιον να καταβάλλει σ’ αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεώς της, επικουρικά δε ζήτησαν τα ίδια ως άνω ποσά με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με την υπ' αριθμό 117/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διάταξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και άρθρου 346 ΑΚ, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επιχειρούμενη να στηριχθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση αυτής. Ακολούθως, ως προς τους εδώ αναιρεσεσίβλητους – ενάγοντες, χωρίς να υπεισέλθει στην εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας των αξιώσεών τους, διέταξε το χωρισμό της υπόθεσης και την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα έγγραφα (πιστοποιητικά μη αποποίησης κληρονομίας κλπ).
Στη συνέχεια, η ως άνω αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση με επιμέλεια των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στα οριζόμενα με την απόφαση και, με την εκδοθείσα υπ’ αριθμό 514/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της. Κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί των οποίων εκδόθηκε, με την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 155/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία αφού συνεκδίκασε αυτές (εφέσεις), τις δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία και στη συνέχεια εξαφάνισε την 514/2015 εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα επακριβώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
[II] Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 εξάλλου, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ/γμα 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρα 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ωστόσο το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το μαχητό αυτό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση αυτού και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής μονάδος αποζημίωσης και γι αυτήν, όπως ρητά ρυθμίζεται πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001.
Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 4 του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο παραπάνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά του σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Τέλος, το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει:
1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.
...
4. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια [...].
Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων», ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι «παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...», αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου (Πολιτικού) σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως υποβαλλομένου αιτήματος, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή (α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, (β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, (γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτου απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και (δ) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10, 11/2004).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που δικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία, για την επιδίκαση αποζημίωσης των ακινήτων τους, που δεν αποζημιώθηκαν επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«Με την υπ’ αριθμ. .../26-2-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος...κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα την διάνοιξη και κατασκευή της Εγνατίας Οδού από Ηγουμενίτσα έως Ιωάννινα. Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται και οι επίδικες ιδιοκτησίες των εναγόντων.
Με την 709/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των [...]. Με βάση την απόφαση αυτή κατατέθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η αποζημίωση των δικαιούχων με το .../19-12-1998 γραμμάτιο και δημοσιεύθηκε η σχετική αναγγελία στο ΦΕΚ …/29-1-1999 τ.
Δ'μ με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί από τις 29.01.1999 η συντέλεση της απαλλοτρίωσης [...]. Αποδείχθηκε, επίσης, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων – εκκαλούντων είναι παρόδια, βρίσκονται δηλαδή παραπλεύρως της Εγνατίας Οδού. Η εν λόγω οδός έχει ήδη κατασκευασθεί όπως προβλεπόταν, δηλαδή ως κλειστός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2696/1999, με περίφραξη από σιδερένιες μπάρες –κιγκλιδώματα και κράσπεδα και στις δύο πλευρές της, ενώ σε ορισμένα σημεία και κατά το μεγαλύτερο μήκος της περιβάλλεται, και στις δύο πλευρές της επίσης, από δικτυωτό πλέγμα με τσιμεντοκολώνες.
Πρόκειται δηλαδή για ένα κλειστού τύπου σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, όπου δεν θα είναι εφικτή η επικοινωνία με τα παρόδια ακίνητα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι προσαυξάνεται η αξία τους λόγω της γειτνίασής τους με τον αυτοκινητόδρομο. Άλλωστε, η κατασκευή της οδού αυτής είναι σύμφωνη και με το άρθρο 29 παρ. 7 Ν. 2696/1999, το οποίο προβλέπει την απαγόρευση δημιουργίας πρόσβασης προς ή από αυτοκινητόδρομο για την εξυπηρέτηση παρόδιων ιδιοκτησιών.
Επιπλέον, στη συγκεκριμένη περιοχή, που είναι πεδινή, η εν λόγω οδός κατασκευάστηκε με επιχωμάτωση, με αποτέλεσμα να είναι υπερυψωμένη σε σχέση με τις παρόδιες, αλλά και με τις παρακείμενες ιδιοκτησίες και ειδικότερα να είναι υπερυψωμένη από 2,5 έως 5 μέτρα περίπου σε σχέση με αυτές (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν την Εγνατία οδό στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου τα επίδικα ακίνητα, σε συνδυασμό με την από μηνός Αυγούστου 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.
Κ. και την κατάθεση του ιδίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Το γεγονός, άλλωστε, ότι οι επίδικες εναπομείνασες ιδιοκτησίες των εναγόντων – εκκαλούντων δεν έχουν πρόσωπο στον αυτοκινητόδρομο της Εγνατίας Οδού, που είναι κλειστός για λόγους ασφαλείας, προκύπτει και από το με αριθμό πρωτοκ. .../23-11-2007 έγγραφο τη εταιρείας με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ», που επικαλείται και προσκομίζει το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Επίσης, από τις παρόδιες ιδιοκτησίες των εναγόντων – εκκαλούντων, οι μεν με αριθμούς 23, 41 και 42, πριν την απαλλοτρίωση επικοινωνούσαν με την παλιά επαρχιακή οδό Ιωαννίνων-...-..., η δε με αριθμό … με αγροτικούς δρόμους, μέσω των οποίων επικοινωνούσε με την ως άνω επαρχιακή οδό, ενώ μετά την απαλλοτρίωση έχει διατηρηθεί η πρόσβαση αυτή, είτε με τη διατήρηση του παλιού επαρχιακού δικτύου, είτε με την κατασκευή παράπλευρου οδικού δικτύου (service road), όπως προκύπτει από την ως άνω τεχνική έκθεση, σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο έγγραφο της ως άνω εταιρείας.
Η πρόσβαση και επικοινωνία των επίδικων ιδιοκτησιών με την Εγνατία Οδό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της χρήσης ανισόπεδων κόμβων, που έχουν κατασκευασθεί στην ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα στη θέση «...», ... και «...», οι οποίοι όμως βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τις εν λόγω ιδιοκτησίες. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες – εκκαλούντες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 653/1977, ώστε να επιβαρύνονται με αυτοαποζημίωση και πρέπει για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 του Συντάγματος, ν’ αποζημιωθούν και για τα ανωτέρω τμήματα των ιδιοκτησιών τους για τα οποία δεν αποζημιώθηκαν καθώς αυτά θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, με τα ποσά που προαναφέρθηκαν [...]».
[IV] Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη εφαρμογής τους.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτητών των ακινήτων, που απέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης, με τη σαφή παραδοχή ότι δεν προέκυψε τέτοια ωφέλεια, αφού δε συντρέχει για αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων τους προσώπου επί της οδού που διανοίχτηκε, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνο, θα έπρεπε να εξετασθούν και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση της ύπαρξης ωφέλειάς των.
Ωστόσο το Εφετείο, επί πλέον διέλαβε και άλλα στοιχεία καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας τούτων, όπως της έλλειψης άμεσης ή τουλάχιστον ευχερούς πρόσβασης της οδού που κατασκευάσθηκε, λόγω του ότι είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, κλειστή (κατασκευή σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 2696/99, που απαγορεύει την δημιουργία πρόσβασης από και προς τον αυτοκινητόδρομο για την εξυπηρέτηση των παρόδιων ιδιοκτησιών), περιφραγμένη με σιδερένιες μπάρες – κιγκλιδώματα και κράσπεδα από τις δύο πλευρές της, ενώ σε ορισμένα σημεία και κατά το μεγαλύτερο μήκος περιβάλλεται και από τις δύο πλευρές της από δικτυωτό πλέγμα και τσιμεντοκολώνες και υπερυψωμένη από 2,5 έως 5 μέτρα περίπου από τα επίδικα ακίνητα, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η επιβάρυνση με αυτοαποζημίωση των επιδίκων ακινήτων τους.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, δεν απαιτείτο επιπλέον ν’ αναφέρονται οι αρχικές και μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις των τμημάτων των ακινήτων που παρέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης, οι επιπτώσεις αυτής (απαλλοτρίωσης) στις δυνατότητες χρήσης των ενδίκων ιδιοκτησιών, ούτε να αιτιολογηθεί γιατί τα βαρυνόμενα ακίνητα δεν ωφελούνται από την υψομετρική διαφορά με τον διανοιγόμενο αυτοκινητόδρομο, επειδή έχουν πρόσβαση στην παλιά επαρχιακή οδό, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον με τον ως άνω δεύτερο κατά σειρά λόγο εφέσεως.
Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οποίον αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο περιέχει αντιφατικές παραδοχές διότι, ενώ κατ’ αρχήν δέχεται ότι: (α) η απαλλοτρίωση συντελέστηκε την 29.01.1999, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/2001 και β) ότι το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, που ισχύει από 19.01.2002, με το οποίο καθιερώθηκε το πρώτον ο μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, σύμφωνα με το άρθρο 37 εδ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί, εν τούτοις στη συνέχεια και παρά τις ανωτέρω παραδοχές της, υπολαμβάνοντας ότι το τεκμήριο ωφελείας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 έχει στην προκειμένη περίπτωση μαχητό χαρακτήρα, προχώρησε στην ανατροπή του, χωρίς να αιτιολογήσει καθόλου την κρίση της γιατί θεώρησε το εν λόγω τεκμήριο ως μαχητό, κατά την έννοια του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, τη στιγμή που προηγουμένως είχε δεχθεί την μη εφαρμογή του στις απαλλοτριώσεις που είχαν συντελεστεί μέχρι την 19.01.2002, όπως η επίμαχη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως έχει ήδη εκτεθεί δεν εφάρμοσε το άρθρ. 33 του Ν. 2971/2001, αλλά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με τα οποία έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν.653/1977.
Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο το αναιρεσείον διατείνεται, ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 536 ΚΠολΔ, με το να εφαρμόσει την παρ. 1 του άρθρου αυτού και να κρίνει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση για την πιο πάνω τέταρτη των εναγόντων – εκκαλούντων ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Α. Λ., ελλείψει σχετικού λόγου της αντίθετης έφεσης του Δημοσίου, ενώ έπρεπε, μετά την αποδοχή τύποις και κατ’ ουσία των συνεκδικασθεισών εφέσεων, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, την διακράτηση και εκδίκαση της από 21.12.2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, να εφαρμόσει την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου και εν τέλει να επιδικάσει ως αποζημίωση το μικρότερο αναγραφόμενο στην αναίρεση ποσό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ο επί του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στηριζόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η μνημονευθείσα ως άνω διάταξη (ΑΠ 394/2002).
[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.06.2019 και με αριθμό καταθέσεως 25/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 155/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ