Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding salary cuts under austerity laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four employees against a labor dispute judgment regarding salary reductions under austerity laws. The employees argued that the cuts violated constitutional principles and international treaties, while the opposing party contended the measures were necessary for national economic adjustment. The court ruled that the lower court correctly applied the relevant statutes and that the employees' claims lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 561 παρ. 2, 562 παρ. 2, 577 παρ. 3: Η αναίρεση απορρίπτεται όταν οι λόγοι δεν τέθηκαν προς κρίση στην πρωτόδικη αγωγή ή δεν προτάθηκαν πρωτόδικα και δεν μεταβιβάστηκαν με λόγο εφέσεως.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 738/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ν. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 3)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., και 4)Ε. Λ. του Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου Μυλοποτάμου, που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μιχελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9-7-2018 και με αριθ. κατάθεσης 19/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 138/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 26-8-2014 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι συνδέονται με την εναγομένη -αναιρεσίβλητη ΔΕΥΑ Δήμου Μυλοποτάμου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο επικαλούμενο τους μνημονιακούς νόμους 3833/2010, 3845/2010, 4042/2011 και 4093/2012, προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας και ότι με βάση τις περικοπές αυτές υπολόγισε τις αποδοχές τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Ιανουάριος 2010/Ιούλιος 2014), παρά το ότι οι ίδιοι δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων αυτών, άλλως οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στις συνταγματικές επιταγές της συλλογικής αυτονομίας και της αναλογικότητας, καθώς και στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ προστασία, καθιστάμενες έτσι μη εφαρμοστέες.
Ζήτησαν δε για την ανωτέρω αιτία, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου με την 35/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επί της αποφάσεως αυτής, ασκηθείσης της από 1-7-2016 εφέσεως των εναγόντων, εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 138/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των εν λόγω μνημονιακών νόμων και περαιτέρω, περί της συμβατότητας των νόμων αυτών με το Σύνταγμα και το Ενωσιακό δίκαιο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το άρθρο 1 § 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τας περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 § 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 §§ 1 & 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 & 10), δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 § 1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 & 1).
Εξ άλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις... 4.
Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου..." (άρθρο 252 §§ 1, 4 & 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.
Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών, και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής.
Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία.
Σε κάθε περίπτωση η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.
Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη.
Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης..." (άρθρο 255 §§ 1, 2, 3, 4). "Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν: α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων.
β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα. γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων. δ) Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης. ε) Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης. στ) Τη σύναψη δανείων και ζ) Την έγκριση των κανονισμών του επομένου άρθρου" (άρθρο 256 § 1). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς:
α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού. β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες.
γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής" (άρθρο 257 § 1). "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του" (άρθρο 259 § 1 εδ.
α', όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 14 ν. 4071/2012). "1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4... 5.
Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (άρθρο 260 §§ 1, 3 & 5).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.
Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005...". Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο §§ 4, 5 & 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (§ 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (§ 5). Και "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (§ 6). Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο -βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", εκτός άλλων, προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στο με στενή έννοια δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 § 2 αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 § 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262), ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:
α)... β)... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3... 4.
Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο... 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%" (το τελευταίο εδάφιο της § 4 προστέθηκε με την § 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 268)... 7.
Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29... 9.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους".
Και με το άρθρο 32 § 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011". Τέλος, με το ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στο άρθρο πρώτο § Γ υποπαρ.
Γ.1 "μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα" ορίστηκαν τα εξής: "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α. καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013... 12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010...
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4042/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 και ενόψει του διέποντος αυτές νομοθετικού πλαισίου (ν. 1069/1980 & 3463/2006) προκύπτει ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των άρθρων 1 § 5 & 2 § 2 ν. 3833/2010, 3 §§ 4 & 6 ν. 3845/2010, 31 §§ 1α, 3 & 4 ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ.
Γ1 της § Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται διαζευκτικά και από τους τέσσερις νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμ.
Δήμο Μυλοποτάμου), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και ως εκ τούτου, η γενομένη, κατ' εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (ΑΠ 1097/2018, βλ. και ΑΠ 829, 830/2018 οι οποίες κρίνουν αντίθ. επί των ν. 3833 & 3845/2010 και ομοίως ως προς τους λοιπούς).
Περαιτέρω οι ως άνω διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 5, 22, 25 και 106 § 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Και αυτό διότι, αυτή καθ' εαυτή η υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 ν. 1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και σε κάποιες περιπτώσεις αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011).
Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών - που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στους ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης του - στις ρυθμίσεις των πιο πάνω νόμων, με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα μας (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα - είτε μισθωτών είτε αυτοαπασχολούμενων - κατέστησαν άνεργοι σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα εισάγοντας νέες ρυθμίσεις.
Ως εκ τούτου, οι ως άνω διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 5 και 25 § 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών τους σε σχέση με αυτή που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει (ΑΠ 1097/2018).
Επομένως, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος που με το λόγο αυτό (στοιχ.
ΙΙΙ Γ) οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι έλαβε χώρα δεύτερη εφαρμογή του ν. 4024/2011 (άρθρ. 29) λόγω της εκ νέου ένταξής τους στο ενιαίο μισθολόγιο με το ν. 4093/2012, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε προς κρίση με την αγωγή (με την οποία επίμαχο κατέστη το ζήτημα της υπαγωγής ή όχι των ΔΕΥΑ στους άνω μνημονιακούς νόμους), ούτε προτάθηκε πρωτόδικα και δεν μεταβιβάστηκε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2018 και με αριθ. κατάθεσης 19/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 138/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ