Supreme Court dismisses appeal for failure to prove substantive law violation regarding property transfer and interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property transfer dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law by failing to apply specific interpretation rules to the transfer deeds and by ignoring a municipal regulation. The court rejected this, finding the appeal inadmissible due to vagueness and unfounded because the lower court's factual findings did not require the application of the cited interpretation statutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1094, 559(1) of the Civil Code; Articles 173, 200 of the Civil Code; Article 495(4) of the Code of Civil Procedure; Article 12(2) of Law 4055/2012; Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal for cassation based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the grounds are vague and the lower court's decision is based on clear factual findings that do not necessitate the application of specific interpretation rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 738/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. συζ. Θ. Κ., το γένος Χ. Φ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ζ. Κ. του Δ., 2 Σ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τζουμάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 17/2017 του Εφετείου Αιγαίου (Τριμελούς).
Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 24-3-2017 αίτησή της και τους από 10-10-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων, να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 και 1198 Α.Κ.). Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1094 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 9/2016).
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και τον ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο εδαφικό τμήμα, βρίσκεται στην εντός οικισμού περιοχή της Κοινότητας ..., στη θέση "...", έχει επιφάνεια 51,58 τ.μ., και εμφαίνεται στο από Δεκέμβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού Α.
Α., με την σ’ αυτό απεικόνιση και υπόμνημα από Οκτώβριο 2009 του αρχιτέκτονα - μηχανικού, Γ. Κ., με τα στοιχεία ..., το οποίο συνορεύει κατ’ αυτό, νότια με κοινοτικό δρόμο, δυτικά - νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγουσών. Κατά τον πραγματογνώμονα, τοπογράφο - μηχανικό, Α.
Γ., που ορίστηκε με την με αριθμό 69/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, το επίδικο έχει επιφάνεια 57,22 τ.μ. και εμφαίνεται στο από Οκτώβριος 2014 τοπογραφικό του διάγραμμα, με τα στοιχεία ..., το οποίο συνορεύει κατ’ αυτό, νότια με κοινοτικό δρόμο, δυτικά - νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγουσών.
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδίων και των άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ενώ η εναγομένη ισχυρίζεται ότι αυτό περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ιδίας και των δικαιοπαρόχων της. Δυνάμει των με αριθμούς .../22.11.2001 και .../22.11.2001 συμβολαίων αγοραπωλησίας οριζοντίων - καθέτων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Θήρας, Φ.
Ν., που αμφότερα μεταγράφηκαν νόμιμα, οι ενάγουσες αγόρασαν από τους συγκυρίους Β. Σ. και Κ. - Κ. σύζυγο Β. Σ. και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από αυτές, ένα οικόπεδο, με τις υπάρχουσες σ’ αυτό διαιρετές οριζόντιες και κάθετες ιδιοκτησίες, που ανήκουν διαιρετώς στην κάθε μία από αυτές και οι οποίες είχαν συσταθεί, με την με αριθμό .../22.11.2001 πράξη σύστασης οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας (σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και ν.δ. 1024/1971) της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου.
Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στην εντός οικισμού περιοχή της Κοινότητας ..., στη θέση "...", είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας κατά τα παραπάνω συμβόλαια σύστασης οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών και πώλησης αυτών, κατά το χρόνο κατάρτισής τους, 162,32 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνει εντός αυτού κτίσματα εμβαδού 75,59 τ.μ., κτίσματα εκτός αυτού, ήτοι υπόσκαφα, εμβαδού 105,30 τ.μ., δηλαδή συνολικά κτίσματα εμβαδού 180,89 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από μηνός Αυγούστου του έτους 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Κ., που προσαρτάται στην παραπάνω πράξη σύστασης οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... και συνορεύει: βόρεια με κεντρικό κοινοτικό δρόμο, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Χ. και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία φερομένη επ’ όνοματι Ά. Κ. (εναγομένης) και δυτικά επίσης με ιδιοκτησία φερομένη επ’ όνοματι Ά.
Κ.. Οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, Β. Σ. και Κ. - Κ. σύζυγος Β. Σ., το γένος Π. Μ., απέκτησαν το εν λόγω οικόπεδο από αγορά από τους συγκυρίους Ν. Π. και Ι. - Ν. Ν., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου με αριθμό ...1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θήρας, Μ. -Ρ. Μ., το οποίο στο εν λόγω συμβόλαιο περιγράφεται ως μία υπόσκαφη οιναποθήκη με αυλή και δώμα, η οποία βρίσκεται στην περιοχή Κοινότητας ..., στη θέση "..." και το οποίο απεικονίζεται στο από 28 Αυγούστου του έτους 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν.
Α., το οποίο προσαρτάται στο ίδιο με αριθμό ...1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, και το οποίο εμφανίζεται να έχει συνολική έκταση 200 τ.μ., δηλαδή 90 τ.μ. υπόσκαφη έκταση, 50 τ.μ. κτισμένο χώρο εντός αυτού και 60 τ.μ. χώρο αυλής, και συνορεύει, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό : βόρεια με κοινή οδό ( κοινοτικό δρόμο ), νότια επίσης με κοινή οδό (κοινοτικό δρόμο), ανατολικά με ιδιοκτησία Π.
Χ. και κοινή οδό και δυτικά με ιδιοκτησία πρώην Μ. Μ. και νυν αγνώστου. Οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, Ν. Π. και Ι.- Ν. Ν., αγόρασαν το οικόπεδο αυτό από τους συγκυρίους : Κ. Μ., Φ. σύζυγο Κ. Κ., το γένος Ν. Μ., Κ. Μ., Κ. σύζυγο Ε. Σ., το γένος Μ. Μ. και Ε. σύζυγο Δ. Ε., το γένος Μ. Μ., με το με αριθμό .../23-9-1977, νόμιμα μεταγεγραμένο, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Μ., το οποίο στο εν λόγω συμβόλαιο περιγράφεται ως μία υπόσκαφη οιναποθήκη με αυλή και δώμα, η οποία βρίσκεται στην περιοχή Κοινότητας ..., στη θέση " ... ", εκτάσεως του όλου 200 τ.μ., και το οποίο απεικονίζεται στο από 28 Αυγούστου του έτους 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Α., το οποίο προσαρτάται στο ίδιο με αριθμό .../23-9-1977 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, και το οποίο απεικονίζεται σ’ αυτό να έχει συνολική έκταση 200 τ.μ., δηλαδή 90 τ.μ.
υπόσκαφος χώρος, 50 τ.μ. κτισμένο χώρο και 60 τ.μ. χώρο αυλής, και συνορεύει γύρωθεν κατά μεν τον τίτλο κτήσεως με οιναποθήκη Ε. Κ. Μ. και κοινάς οδούς, νυν δε, όπως αποτυπώνεται και στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα : βόρεια με κοινή οδό, νότια ομοίως με κοινή οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Χ. ή Κ. και κοινή οδό και δυτικά με ιδιοκτησία Μ.
Μ.. Στους ως άνω πωλητές συγκυρίους περιήλθε το εν λόγω ακίνητο, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και συγκεκριμένα : (α) στον Κ. Ν. Μ. και Φ. σύζυγο Κ. Κ., το γένος Ν. Μ., κατά τα 28/192 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς εκ κληρονομίας του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος στις 26-1-1942 πατέρα τους, Ν. Κ. Μ., κατά δε τα υπόλοιπα 20/192 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομίας της άνευ διαθήκης αποβιωσάσης στις 25-2-1947 μητέρας τους, Α.
χήρας Ν. Μ., το γένος Α. Χ., στην αποβιώσασα δε Α. χήρα Ν. Μ. περιήλθε κατά τα 40/192 εκ κληρονομίας του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος προ αυτής συζύγου της, Ν. Μ. και σε αυτόν δε ( Ν. Μ. ), περιήλθε κατά τα 96/192 εκ κληρονομίας του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος το έτος 1925 πατρός του, Κ. Μ. Μ., και β) την Κ. σύζ. Ε. Σ., το γένος Μ. Μ., και Κ.
Μ. Μ. κατά τα 18/192 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τούτων εκ κληρονομίας του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος στις 22-9-1950 πατέρα τους, Μ. Κ. Μ., κατά τα 4,5/192 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εκ κληρονομίας της αποβιωσάσης στις 14-9-1951 άγαμης αμφιθαλούς αδελφής τους, Κ. θυγατέρας Μ. και Α. Μ., στην οποία (αποβιώσασα) περιήλθε κατά τα 18/192 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας του άνω αδιαθέτως αποβιώσαντος πατέρα της και κατά τα 9,5/192 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τούτων, εκ κληρονομίας της άνευ διαθήκης αποβιωσάσης στις 12-9-1970 μητέρας τους, Α.
χήρας Μ. Μ., το γένος Α. και Κ. Α., στην δε αποβιώσασα περιήλθε εκ κληρονομίας και κατά τα 24/192 εξ αδιαιρέτου εκ του αποβιώσαντος προ αυτής συζύγου της, ως άνω και κατά τα 4,5 /192 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας της προαποβιωσάσης θυγατέρας της, Κ., τα οποία κληρονομικά μερίδια αποδέχθηκαν, δυνάμει της υπ’ αρ. .../3-8-1977 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Πειραιώς, Γ.
Μ. Μ., νομίμως μεταγραφείσας. Στον ως άνω αποβιώσαντα Μ. Κ. Μ., το άνω ακίνητο περιήλθε κατά τα 16/192 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας: α) του αδιαθέτως αποβιώσαντος το έτος 1925, ως άνω πατέρα του Κ. Μ. Μ., β) της αποβιωσάσης το 1942 μητέρας τους, Ε. χήρας Κ. Μ., το γένος Ν. Α., και γ) του αποβιώσαντος το 1942 άγαμου και άνευ κατιόντων αμφιθαλούς αδελφού τους, Π.
Κ.. Μ.. Στην ως άνω με αριθμό ... /3-8-1977 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων που αποδέχθηκαν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι είναι και μία υπόσκαφη αποθήκη με αυλή και δώμα, κείμενη στην θέση "...", περιφερείας τέως ... συνορευομένη με οιναποθήκη Ε. Κ. Μ. και κοινάς οδούς. Στον δε Κ. Μ. Μ.
ανήκε ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-3-1901 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Οίας Ι. Ν. Σ.. νομίμως μεταγραμμένου και περιήλθε σ’ αυτόν εξ αγοράς από τον Μ. Β. Γ., περιγραφόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο ως μία υπόσκαφη οιναποθήκη με αυλή και δώμα, κειμένη στην θέση " ... " της περιφερείας του ...
συνορευομένη με οιναποθήκη Ε. Κ. Μ. και κοινάς οδούς, στον δε Μ. Β. Γ. είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../12-9-1881 εκχωρητηρίου του Συμβολαιογράφου ... Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, από εκχώρηση (μεταβίβαση) που έκανε προς αυτόν η μητέρα του Ε. χήρα Β. Γ., το γένος Λ. Ζ., το οποίο περιγράφεται σ’ αυτό, ως μία οιναποθήκη μετά των περιοχών και δικαιωμάτων αυτής, της δεξαμενής της και της ανήκουσας σ’ αυτήν αυλής, κειμένη στη θέση ..., περιοχής ...
συνορευομένη με οιναποθήκη του Ν. I. Α. και γύρωθεν την κοινήν οδό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν από την κατάρτιση των κατά τα παραπάνω οριστικών συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης, του εν λόγω ακινήτου στις ενάγουσες (.../2001 και .../2001), προηγήθηκε η κατάρτιση του με ημερομηνία 28.8.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως ακινήτου, μεταξύ αφενός του Β.
Σ., ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και εκπροσωπώντας την προαναφερθείσα συγκύριο σύζυγό του, αφετέρου του Δ. Κ., πατέρα των εναγουσών, με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση από τους πρώτους ( συγκυρίους κατά ποσοστό 50% ο καθένας ) στον δεύτερο ενός ακινήτου, ήτοι ενός υπόσκαφου, το οποίο περιλαμβάνει οικόπεδο εκτάσεως κατά τους τίτλους 200 τ.μ.
περίπου, επί του οποίου υπάρχει και ένα ερειπωμένο μικρό κτίσμα, που κείται στην Οία της νήσου Σαντορίνης. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, ρητά διαλαμβανόταν στον ακροτελεύτιο αυτού όρο, η δήλωση των παραπάνω πωλητών ότι, επειδή υφίσταται καταπάτηση τμήματος του μείζονος παραπάνω ακινήτου εκ μέρους τρίτου προσώπου, εναντίον του οποίου έχουν στραφεί δικαστικά, με την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου θα εκχωρήσουν στον αγοραστή και όλα τα δικαιώματά τους για την συνέχιση του δικαστικού αγώνα και την αποβολή του τρίτου από την εν λόγω ιδιοκτησία.
Το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν ανέπτυξε οποιαδήποτε έννομη συνέπεια, ενόψει της μη τήρησης του επιβαλλόμενου, προκειμένου για σύμβαση με αντικείμενο ακίνητο, συμβολαιογραφικού τύπου (κατ’ άρθρα 369, 1033, 164 και 166 του ΑΚ), πλην όμως περιγράφεται σ’ αυτό το ακίνητο, που πρόκειται να πωληθεί και επιθυμεί να αγοράσει ο πατέρας των εναγουσών και βέβαια και το ότι υπάρχει και καταπάτηση τμήματος αυτού από τρίτον.
Επίσης, στις 18.9.2001, αφενός οι Β. Σ. και Κ. - Κ. σύζυγος Β. Σ., το γένος Π. Μ. και αφετέρου οι Δ. Κ. και οι θυγατέρες αυτού - ενάγουσες - προέβησαν στην κατάρτιση του με αριθμό .../2001 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας του παραπάνω ακινήτου, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Κ. - Π., με καταβολή αρραβώνα. Στο προσύμφωνο αυτό, το ως άνω ακίνητο περιγράφεται, ως μία υπόσκαφη οιναποθήκη με αυλή και δώμα, η οποία βρίσκεται στην περιοχή Κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., στη θέση ..., όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στον τίτλο ...1988, από 28-8-1977 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού, Ν.
Α., έχει συνολική έκταση 200 τ.μ., δηλαδή ο υπόσκαφος χώρος 90 τ.μ., ο κτισμένος χώρος 50 τ.μ. και η αυλή 60 τ.μ. και συνορεύει, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό : Βόρεια με κοινή οδό ( κοινοτικό δρόμο ), Νότια επίσης με κοινή οδό ( κοινοτικό δρόμο ), Ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Χ. και κοινή οδό και Δυτικά με ιδιοκτησία πρώην Μ.
Μ. και νυν αγνώστου, μνημονεύεται η ύπαρξη καταπάτησης τμήματος αυτού, ενώ προσαρτάται το προαναφερθέν από Αύγουστο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., στο οποίο, κατ’ εκείνη τη χρονική στιγμή, το ακίνητο απεικονίζετο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ..., εμβαδού 162,32 τ.μ. και μνημονεύεται αυτολεξεί και το υπόμνημα που είχε συντάξει ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός, στο παραπάνω τοπογραφικό του διάγραμμα, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει τα εξής : "1) εμβαδόν ιδιοκτησίας Σ.
βάσει συμβολαίου και τοπογραφικού Αρχ. Μηχανικού Α. ... = 198,94 τ.μ., 2) εμβαδόν ιδιοκτησίας Σ., μετρηθέν τον Απρίλιο 1998 ... = 162,32 τ.μ., 3) καταπατηθέν τμήμα ... συν ΑΑ’ Κ’ ΛΑ’ εμβαδού μέτρων 51,58 τ.μ.". Επίσης στο προσύμφωνο αυτό αναφέρεται ρητά ότι το ακίνητο αυτό θα μεταβιβαστεί στους αγοραστές ελεύθερο από κάθε βάρος ...και γενικά ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα και από κάθε δικαστική ή εξώδικο φιλονικία, διένεξη και αμφισβήτηση, πλην δίκης εκκρεμούσης στα αρμόδια δικαστήρια για την καταπάτηση του άνω αναφερθέντος τμήματος οικοπέδου (που είναι το επίδικο ).
Εντούτοις, στα παραπάνω με αριθμούς ..., ... και .../2001 συμβόλαια, όπου προσαρτάται το ίδιο από Αύγουστο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Κ., ουδόλως μνημονεύεται και η ύπαρξη του καταπατηθέντος τμήματος, έκτασης 51,58 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνεται και αυτό στην εν λόγω ιδιοκτησία, ενώ επίσης έχει απαλειφθεί - διαγραφεί η υπό στοιχείο 3 του παραπάνω υπομνήματος του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, μνεία περί καταπατηθέντος τμήματος.
Επιπλέον δε αυτών, παρατηρείται ότι, ενώ τόσο στο παραπάνω τοπογραφικό του Γ. Κ., όσο και σε εκείνο του Ν. Α., ως νότιο όριο του εν λόγω ακινήτου αποτυπώνεται κοινοτικός δρόμος (κοινή οδός ή καλντερίμι), στα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια - τίτλους ιδιοκτησίας των εναγουσών, ως νότιο όριο της ιδιοκτησίας τους, περιγράφεται η φερόμενη ιδιοκτησία της εναγομένης.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το νότιο όριο του συνολικού μείζονος ακινήτου με κοινοτικό δρόμο, αποτυπώνεται κατά τρόπο σταθερό σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, ήτοι στο με αριθμό .../1988 συμβόλαιο πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Θήρας Μ. Ρ. Μ., στο με αριθμό .../1977 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών, καθώς και το με αριθμό .../1901 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο των απώτατων αυτών δικαιοπαρόχων, αλλά και στο με αριθμό .../1881 εκχωρητήριο.
Ύστερα από την κατά τα παραπάνω αποτύπωση της έκτασης και της οριοθέτησης του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος στις ενάγουσες ακινήτου, κατ’ απόκλιση από τα αναφερόμενα στους τίτλους ιδιοκτησίας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, καθώς και ενόψει της παράλειψης αναφοράς, τόσο στα συμβόλαια αγοραπωλησίας, όσο και στο συνοδεύον αυτά τοπογραφικό διάγραμμα, σχετικά με το συμπεριλαμβανόμενο στο μείζον παραπάνω ακίνητο, καταπατηθέν εδαφικό τμήμα, που είναι το επίδικο, οι ενάγουσες ανέθεσαν σε έτερο πολιτικό μηχανικό, τον Ά.
Α., την εκπόνηση νέου τοπογραφικού διαγράμματος, όπου να αποτυπώνονται με ακρίβεια οι διαστάσεις και τα όρια του συνολικού οικοπέδου (πρόκειται για το από μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2001 νεώτερο τοπογραφικό του παραπάνω μηχανικού), συνετάχθησαν δε με βάση αυτό και τους προηγούμενους τίτλους, η με αριθμό .../1.4.2002 πράξη διόρθωσης - τροποποίησης της με αριθμό .../2001 πράξης σύστασης οριζόντιας - κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θήρας Φ.
Ν., η με αριθμό .../1.4.2002 πράξη διόρθωσης του με αριθμό .../2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, και η με αριθμό .../1.4.2002 πράξη διόρθωσης του με αριθμό .../2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, όλες της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Στα παραπάνω συμβόλαια, όπως διορθώθηκαν αυτά, το ακίνητο ( οικόπεδο ), που μεταβιβάστηκε στις ενάγουσες κατά ποσοστό 50% στην κάθε μία από αυτές, περιγράφεται ως ακολούθως :
οικόπεδο εμβαδού 213,90 τ.μ., που βρίσκεται στην εντός οικισμού περιοχή της Κοινότητας ..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "...", όπως τούτο εμφανίζεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο από Δεκέμβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Α. Α., εμβαδόν κτισμάτων εντός του οικοπέδου 75,59 τ.μ., εμβαδόν κτισμάτων εκτός του οικοπέδου (υπόσκαφα) 105,30 τ.μ.
και έχει συνολικό εμβαδόν κτισμάτων (με τα υπόσκαφα τμήματα) 180,89τμ., και εμφαίνονται τα επί μέρους τμήματα στο αυτό ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., συνορεύει δε το οικόπεδο κατ’ αυτό : Βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά ... επί μέρους μήκους μέτρων ΡΣ, 83 μ. συν ΣΤ 1,19μ. συν ΤΥ 2,52 μ. συν ΥΑ 5,12 μ., με κοινοτικό δρόμο, Ανατολικά εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά ΑΒΓΔΕ επί μέρους μήκους μέτρων ΑΒ 3,85 μ., συν ΒΓ, 1,08 μ., συν ΓΔ 2,11 μ., συν ΔΕ 1,46 μ., με ιδιοκτησία Π.
Χ. και εν μέρει σε πρόσωπο τεθλασμένης πλευράς ΕΖΗ επί μέρους μήκους μέτρων ΕΖ 1,63 μ., συν ΖΗ, 1,61 μ., με κοινοτικό δρόμο, Νότια σε πρόσωπο τεθλασμένης πλευράς ... επί μέρους μήκους ΗΘ 0,53 μ, συν ΘΙ μέτρων 1,77 μ., συν ΙΚ μέτρων, 1,10 μ., συν ΚΛ μέτρων 1,11 μ., συν ΛΜ μέτρων, 3,12 μ., συν ΜΝ μέτρων, 4,23 μ., με κοινοτικό δρόμο, Νοτιοδυτικά σε πλευρά ΝΞ μήκους μέτρων 9,77 μ., με ιδιοκτησία εναγομένης και Δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ...
επί μέρους μήκους μέτρων ΞΟ 1.42 μ. συν ΟΠ, 0,61 μ., συν ΠP, 5,60 μ., επίσης με ιδιοκτησία εναγομένης. Η εναγόμενη απέκτησε αρχικά κατά ψιλή κυριότητα, δυνάμει του με αριθμό .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Θήρας Μ. - Ρ. Μ., ακολούθως δε, μετά το θάνατο το 2009 του δικαιοπαρόχου πατέρα της Χ.
Φ. κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο, όμορο του μείζονος κατά τα παραπάνω ακινήτου των εναγουσών, έκτασης 350 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού της κοινότητας ..., στη θέση ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες από την πλευρά ΑΒ μέτρων 5,5 με κοινοτικό δρόμο, από τις πλευρές ΒΓ μέτρων 7,5 και ΓΔ μέτρων 14,8 με ιδιοκτησία αγνώστου, από τις πλευρές ΔΕ μέτρων 3,1, ΕΖ 3,5, ΖΗ μέτρων 4,2, ΗΘ μέτρων 6,5, ΘΙ μέτρων 5,5 και ΙΚ μέτρων 5,9 συν 6,9 με κοινοτικό δρόμο και από τις πλευρές ΚΑ μέτρων 6 συν 1,4, AM 0,7 και τις πλευρές ΜΝ μέτρων 1,8, ΝΞ μέτρων 11,1 και ΞΑ μέτρων 5,6 με ιδιοκτησία Α.
Μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στον εν λόγω τίτλο με ημερομηνία 19.3.1989, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Μ. Μ., με τα αλφαβητικά γράμματα ... Ο δικαιοπάροχος αυτής ( εναγομένης ), Χ. Φ. - πατέρας της, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αριθμό .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Β.
Π., είχε αποκτήσει αυτό από αγορά από τους κληρονόμους της Ι. Β. (Κ. Β., Ε. Β., Β. Β., Μ. Β., Α. συζ. Ό. Σ., Α. συζ. Π. Β., Μ. συζ. Α. Κ., Μ. χήρα Σ. Σ. και Φ. συζ. Κ. Β. ), ως ένα οικόπεδο εκτάσεως 350 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού ... της Κοινότητας Οίας και συνορεύει γύρωθεν με κοινοτική οδό ( ... ), με ιδιοκτησίες Α. Μ. και αγνώστων πρώην Μ. - Κ.
και κοινοτικό δρομίσκο ( ριμίδι), όπως εμφαίνεται στο προσκομιζόμενο και προσαρτηθέν στο εν λόγω συμβόλαιο, από 19-3-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ. με τα στοιχεία ... Οι δε ως άνω κληρονόμοι της Ι. Β., είχαν αποκτήσει το ακίνητο αυτό, στο οποίο για πρώτη φορά περιλαμβάνεται και το επίδικο, ως τμήμα του ακινήτου τους, από κληρονομία της αποβιωσάσης στις 22-11-1952 μητρός τους, Ι.
Β., την οποία ( κληρονομία ) αποδέχθηκαν με την με αριθμό .../1989 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνετο και μία ερειπωμένη αποθήκη (κάναβα) με το οικόπεδό της, εκτάσεως 350 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού ... και συνορεύει γύρωθεν με κοινοτική οδό ( ... ), με ιδιοκτησίες Α.
Μ. και αγνώστων ( πρώην Μ. - Κ. ) και κοινοτικό δρομίσκο ( ριμίδι ) και εμφαίνεται στο προσκομιζόμενο και προσαρτηθέν στο εν λόγω συμβόλαιο από 19-3-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ.. Στην δε Ι. Β. είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο, από κληρονομία του, χωρίς διαθήκη, αποβιώσαντος το 1942 πατρός της Κ.
Β. Μ.. Στον δε τελευταίο είχε περιέλθει από αγορά, με το νόμιμα μεταγραμμένο, με αριθμό .../28-2-1934 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Β. Ζ. Ε. Π. και συγκεκριμένα μία ερειπωμένη οιναποθήκη κειμένη στη θέση "..." της κοινότητας Οίας του τέως ομωνύμου Δήμου της Θήρας μετ’ αυλής περιεχούσης δεξαμενή, μετά των δικαιωμάτων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων, όλης της περιοχής, συνορευομένη με κτήματα Δ.
Μ., Ε. χήρας Κ. Μ., με δημοσίαν οδό και κρημνούς. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, το μείζον ακίνητο που μεταβιβάστηκε στις ενάγουσες, είχε πάντοτε σύμφωνα με όλους τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας επί αυτού, τα ίδια σταθερά όρια, συγκεκριμένα, Βόρεια με κεντρική κοινοτική οδό, νότια επίσης με κοινοτική οδό, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Π.
Χ. και εν μέρει με κοινοτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Μ.. Από τον συνδυασμό όλων των προαναφερθέντων τίτλων ιδιοκτησίας αμφοτέρων των διαδίκων και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτών, αποδεικνύεται ότι το κοινό όριο των συνεχόμενων ιδιοκτησιών των διαδίκων, ήτοι το νότιο φυσικό όριο, όσον αφορά το μείζον ακίνητο των εναγουσών, αποτελούσε πάντοτε ένας κοινοτικός δρόμος, που είναι σταθερός σε όλους τους τίτλους, με ρητή αναφορά σ’ αυτόν, ως νότιο όριο.
Η ύπαρξη του εν λόγω κοινοτικού δρόμου στο νότιο όριο του μείζονος ακινήτου των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, διακρίνεται και σε όλες τις αεροφωτογραφίες των ετών 1939, 1956, 1978 και 1988 , όπως επίσης αυτό προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την με αριθμό 69/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονος, Α.
Γ., την από 15-10-2015 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε. Σ. και την από Μάρτιο 2012 τεχνική έκθεση της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α. Κ.. Το γεγονός ότι η οδός που αποτελεί το σταθερό νότιο όριο του εν λόγω ακινήτου των εναγουσών αποτελεί κοινοτική οδό και όχι ιδιωτική οδό ή δουλεία διόδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αποδεικνύεται, πέραν από τις σχετικές αναφορές σε όλους τους παραπάνω τίτλους κτήσης του μείζονος ακινήτου των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων της και από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες.
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται επίσης από τις υπ’ αριθμ. ...3-1992 και ...-3-2009 αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου Οίας, με τις οποίες το τελευταίο, μετά από αιτήσεις της εναγομένης και του δικαιοπαρόχου πατρός της για τον χαρακτηρισμό της εν λόγω οδού ως κοινοτικό δρόμο ή όχι, αποφάνθηκε ότι ο δρόμος, που συνορεύει με ιδιοκτησίες Κ., Κ., Μ.
και ιδιοκτησία Σ., ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει κοινοτικός. Κατά της παραπάνω υπ’ αριθμ. …2009 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Οίας και της υπ’ αριθμ. πρωτ. …2002 βεβαίωσης του Προέδρου της Κοινότητας Οίας, με την οποία ο τελευταίος βεβαιώνει ότι " ο δρόμος με στοιχεία ..., που συνορεύει στο νότιο μέρος του οικοπέδου, όπως αναφέρεται στο τοπογραφικό σχέδιο ( Δεκέμβριος 2001 ) του Πολιτικού - Μηχανικού Α.
Α. και απεικονίζει το ακίνητο Β. και Κ. Σ. υπήρχε πριν το σεισμό του 1956 και παραμένει μέχρι σήμερα κοινοτικός δρόμος, διότι από αυτόν διέρχονται πολίτες προκειμένου να καταλήξουν στην ιδιοκτησία τους", η εναγομένη άσκησε την από 10-8-2009 προσφυγή στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του ν.3463/2006 της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ζητώντας την ακύρωση αυτών και εκδόθηκε η με αριθμό 22/2009 απόφαση της Επιτροπής αυτής, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή και ακυρώθηκε η με αριθμό πρωτ. ...2002 απόφαση του Προέδρου της Κοινότητας Οίας, διότι η προσβαλλόμενη με αριθμό πρωτ. ...2002 βεβαίωση αυτού, εκδόθηκε εκτός των αρμοδιοτήτων του, που περιοριστικά παρέχονται σ’ αυτόν από το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 και όχι για λόγους ουσίας.
Επίσης η ύπαρξη του κοινοτικού αυτού δρόμου στο νότιο όριο του μείζονος ακινήτου των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους προκύπτει και από το ότι στις με αριθμούς .../13.5.1992 άδειες οικοδομής, που δόθηκαν ύστερα από αίτηση της ίδιας εναγομένης, για την ανέγερση από την τελευταία κτισμάτων στο δικό της ακίνητο, αλλά και επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ως όριο της ιδιοκτησίας της αποτυπώνεται στο σχετικό σκαρίφημα ο παραπάνω κοινοτικός δρόμος, ο οποίος αποτυπώνεται επίσης και στα από Απρίλιο 1992 και Μάιο 1992 τοπογραφικά διαγράμματα της τεχνολόγου - πολιτικού μηχανικού Μ.
Λ., που συντάχθηκαν για την έκδοση των παραπάνω οικοδομικών αδειών της εναγομένης. Εξάλλου, ενώ ο αγρονόμος - τοπογράφος - μηχανικός Μ. Μ. στο από 19-3-1989 τοπογραφικό του διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στους παραπάνω τίτλους της εναγομένης (.../1992), του δικαιοπαρόχου της (.../1990) και των κληρονόμων της Ι. Β. (.../89), δεν απεικόνιζε πουθενά τον παραπάνω κοινοτικό δρόμο, που, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε σε όλους τους παραπάνω τίτλους, και έθετε ως βόρειο όριο της ιδιοκτησίας της εναγομένης την ιδιοκτησία αγνώστων (εναγουσών), ο ίδιος μηχανικός στο από Αύγουστος 1988 τοπογραφικό του διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο με αριθμό .../1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κηφισιάς, Ο.
Γ., με το οποίο ο Μ. Μ. πώλησε το όμορο του ακινήτου της εναγομένης, ακίνητό του στην Ε. Π., απεικόνισε καθαρά τον παραπάνω κοινοτικό δρόμο και μάλιστα ως νότιο όριο του ευρισκομένου ανατολικά του πωλουμένου εκεί ακινήτου του Μ. Μ., ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της εναγομένης, Δ. Β.. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το όριο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών τους, δεν είναι ο παραπάνω κοινοτικός δρόμος, αλλά ο μαντρότοιχος, που υπήρχε και ήταν το νότιο όριο, ως τοίχος περίφραξης, του ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγουσών και των τελευταίων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι πράγματι, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και από τις παραπάνω αεροφωτογραφίες, μέσα στο ακίνητο των δικαιοπαρόχων των εναγουσών.
διακρίνεται, παράλληλα προς το κοινοτικό δρόμο, που αποτελεί το βόρειο όριο του εν λόγω ακινήτου , από το έτος 1939 και μετά, ένα τοιχίο, το οποίο όμως δεν είναι μανδρότοιχος για περίφραξη του ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά είναι τοιχίο αντιστήριξης και συγκεκριμένα, λόγω του επικλινούς εδάφους του παραπάνω ακινήτου, διαμορφώθηκαν επίπεδα, όπου στα νότια του πρώτου διαμορφωμένου επιπέδου, εντός του οποίου υπήρχαν κτίσματα και μία δεξαμενή, κατασκευάστηκε το τοιχίο αυτό, επειδή η δεξαμενή αυτή δεν ήταν ακόμη σκεπασμένη με οροφή, και χρησίμευε ως τοίχος αντιστήριξης, κλείνοντας την δεξαμενή από νότια.
Το τοιχίο αυτό φαίνεται και στις αεροφωτογραφίες του 1956, αλλά με μικρότερο μήκος, περίπου στο μισό, όπως και στις αεροφωτογραφίες του 1988, σε μικρότερο ακόμη μήκος, που ενισχύει την παραπάνω κρίση. Το γεγονός ότι το εν λόγω τοιχίο δεν είναι μανδρότοιχος για περίφραξη του ακινήτου των εναγουσών, αλλά τοιχίο αντιστήριξης ενισχύεται και από το από .../31-10-1994 έγγραφο της Πολεοδομίας Θήρας, με το οποίο διατάχθηκε, μετά από την από 26-5-1994 καταγγελία του δικαιοπαρόχου των εναγουσών Β.
Σ., και την αυτοψία που διενεργήθηκε, η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, που εκτελούντο στο ακίνητο της εναγομένης και στο επίδικο εδαφικό τμήμα, διότι διαπιστώθηκε, μεταξύ των παραβάσεων, και η κατεδάφιση παλαιού πέτρινου τοίχου αντιστήριξης εντός ακινήτου, που πρόκειται για το εν λόγω τοιχίο. Άλλωστε όλοι οι προαναφερόμενοι τίτλοι των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, από το 1881 μέχρι και το 1988, ανέφεραν ως νότιο όριο του εν λόγω ακινήτου, τον κοινοτικό δρόμο και όχι ιδιοκτησία, που θα έπρεπε να αναφέρουν, εάν το τοιχίο αυτό, ήταν τοίχος περίφραξης για τα όρια του ακινήτου.
Εξάλλου και το από 28-8-1977 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα - μηχανικού Ν. Α., που επικαλείται η εναγομένη ως ορθό, θέτει ως νότιο όριο του μείζονος ακινήτου των εναγουσών, τον κοινοτικό δρόμο και όχι το τοιχίο αντιστήριξης. Περαιτέρω και από την με αριθμό 3/2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του προαναφερομένου πραγματογνώμονα προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα έχει επιφάνεια, κατ’ αυτόν 57,22 τ.μ.
και εμφαίνεται στο από Οκτώβριος 2014 τοπογραφικό του διάγραμμα, με τα στοιχεία ..., αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, που ορίζεται με τα στοιχεία ... στο παραπάνω τοπογραφικό του διάγραμμα και έχει το μείζον ακίνητο, σταθερή επιφάνεια 221,16 τ.μ. και περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών και συγκεκριμένα στο υπ’ αριθμ. .../12-9-1881 εκχωρητήριο του συμβολαιογράφου Θήρας Σ.
Π., στο με αριθμό .../6-3-1901 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Σ., στο με αριθμό .../23-9-1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ., στο με αριθμό .../13-7-1988 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Μ. - Ρ. Μ. και τέλος στα με αριθμούς .../,... και .../1-4-2002 συμβόλαια διόρθωσης των υπ’ αριθμ. .../2001, .../2001 και .../2001 παραπάνω συμβολαίων.
Αντίθετα ενώ το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στον αρχικό τίτλο με αριθμό .../1934 του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που είχε έκταση 176,83 τ.μ., περιλαμβάνεται για πρώτη φορά, στην με αριθμό .../1989 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των κληρονόμων της Ι.
Β. (δικαιοπάροχων της εναγομένης), στην οποία προσαρτάται και το προαναφερόμενο από 19-3-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου -τοπογράφου - μηχανικού Μ. Μ., στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο το επίδικο τμήμα όσο και ο προαναφερόμενος κοινοτικός δρόμος, ορίζοντας ως συνολική επιφάνεια 350 τ.μ. και θέτοντας ως βόριο όριο αυτού, όχι τον παραπάνω κοινοτικό δρόμο ( καλντερίμι ), όπως έπρεπε βάσει των τίτλων, αλλά ιδιοκτησία αγνώστου, που πρόκειται για αυτήν των εναγουσών.
Στη συνέχεια το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται και στους με αριθμούς .../1990 και .../1992 τίτλους της εναγομένης, προσαρτώντας και σ’ αυτούς το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου -τοπογράφου - μηχανικού Μ. Μ.. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, το μείζον ακίνητο, επί του οποίου βρίσκονται οι συσταθείσες οριζόντιες - κάθετες ιδιοκτησίες, που μεταβιβάστηκαν διαιρετώς στις ενάγουσες, είχε συνολική έκταση 213,90 τ.μ.
τ.μ. και συνορεύει δε το οικόπεδο αυτό : Βόρεια με κοινοτικό δρόμο, Ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Χ. και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο, Νότια με κοινοτικό δρόμο, Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία εναγομένης και Δυτικά επίσης με ιδιοκτησία εναγομένης, όπως τούτο εμφανίζεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ...
στο από Δεκέμβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού, Α. Α.. Στο παραπάνω δε μείζον ακίνητο των εναγουσών, περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα έκτασης 51,58 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο από Αύγουστο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Α., με την σ’ αυτό απεικόνιση και υπόμνημα από Οκτώβριο 2009 από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.
Κ., με τα στοιχεία ..., κατά δε τον πραγματογνώμονα, τοπογράφο - μηχανικό Α. Γ., το επίδικο έχει επιφάνεια 57,22 τ.μ. και εμφαίνεται στο από Οκτώβριος 2014 τοπογραφικό του διάγραμμα με τα στοιχεία .... Περαιτέρω αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, κληρονόμοι της Ι. Β., προκειμένου να προβούν στην πώληση του παραπάνω ακινήτου τους, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν, μέχρι τότε, το επίδικο εδαφικό τμήμα κατά τα προλεχθέντα, ανέθεσαν στον αγρονόμο - τοπογράφο - μηχανικό Μ.
Μ., την εκπόνηση τοπογραφικού διαγράμματος, ο οποίος συνέταξε το ως άνω από 19-3-1989 τοπογραφικό του διάγραμμα, στο οποίο, για πρώτη φορά, περιελήφθη στο δικό τους ακίνητο και το επίδικο τμήμα, αλλά και ο κοινοτικός ως άνω δρόμος. Μετά την σύνταξη του εν λόγω τοπογραφικού αυτοί προέβησαν στην αποδοχή κληρονομίας της χωρίς διαθήκη αποβιωσάσης το 1952 μητρός τους Ι.
Β. με την προαναφερομένη με αριθμό .../11-7-1989 δήλωσή τους, στην οποία περιέλαβαν στο κληρονομιαίο ακίνητό τους και το επίδικο τμήμα. Αμέσως μετά περιέφραξαν το κληρονομιαίο οικόπεδό τους, στο οποίο περιέλαβαν και το επίδικο, με κολωνάκια και αγκαθωτό σύρμα, ( όπως η ίδια η εναγομένη το αναφέρει στην από 15-9-2016 καταγγελία της ενώπιον του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με αίτημα γνωμοδότησης ) και προέβησαν το 1990 στην πώλησή του, στον πατέρα της εναγομένης, Χ.
Φ., που εκπροσωπήθηκε, δυνάμει πληρεξουσίου, από την εναγομένη, με το με αριθμό .../15-5-1990 ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο προσαρτήθηκε το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ο οποίος στην συνέχεια το μεταβίβασε στην εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα, δυνάμει του ως άνω με αριθμό .../9-1-1992 συμβολαίου γονικής παροχής.
Αμέσως μετά η εναγομένη ζήτησε και έλαβε τις με αριθμούς .../13.5.1992 άδειες οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου Θήρας και άρχισε τις εργασίες ανέγερσης κτισμάτων επί του δικού της ακινήτου, αλλά και εκσκαφές επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Ο ένας εκ των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, ο Β. Σ., μόλις έλαβε γνώση των εν λόγω ενεργειών της εναγομένης, υπέβαλε την με ημερομηνία 17.11.1993 αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον της εναγομένης.
Πλην όμως, η παραπάνω αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την με αριθμό 72/1993 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, αφού πιθανολογήθηκε ότι η εναγομένη και εκεί καθ’ ης, διενεργούσε τουλάχιστον από τα μέσα του έτους 1992 εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίας επί του επιδίκου. Στη συνέχεια, μετά από την από 26- 5-1994 καταγγελία του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, Β.
Σ., διενεργήθηκε αυτοψία στο ακίνητο της εναγομένης και με το με αρ. πρωτ. .../31.10.1994 έγγραφο της πολεοδομίας Θήρας, διατάχθηκε, λόγω πολεοδομικών παραβάσεων, η διακοπή των οικοδομικών εργασιών της εναγομένης, που διενεργούντο βάσει της με αριθμό ...1992 οικοδομικής άδειας. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκείνο, η εναγομένη είχε πλέον αποπερατώσει την κατασκευή του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, που ανήγειρε, καταλαμβάνοντας και μέρος του επιδίκου εδαφικού τμήματος.
Περαιτέρω η ίδια κατάσταση παραμένει μέχρι το 1997 και στη συνέχεια, ενώ δεν έχει δοθεί σήμα συνέχισης των εργασιών, που είχαν διακοπεί, κατά τα παραπάνω, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. .../7-4-2011 εγγράφου της πολεοδομίας Θήρας, η εναγομένη μέχρι το 2003 ανήγειρε κτίσματα, καταλαμβάνοντας και ολόκληρο το επίδικο τμήμα, φθάνοντας μέχρι τον κοινοτικό δρόμο - καλντερίμι ( βλ.
την από 15-10-2015 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού, Ε. Σ. ). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, από τον Μάρτιο 1989 και μετά η εναγομένη και οι δικαιοπάροχοί της, κληρονόμοι Ι. Β. και ο πατέρας της, Χ. Φ., ασκούσαν επί του επιδίκου τμήματος τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, διανοία κυρίου. Πριν όμως από τον Μάρτιο του 1989 και μέχρι τον θάνατο της Ι.
Β. το 1952, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, κληρονόμοι της Ι. Β., ασκούσαν επί του επιδίκου τμήματος, οποιαδήποτε πράξη νομής, διανοία κυρίου. Το ότι κάποιος από τους κληρονόμους επισκεπτόταν κάποια καλοκαίρια, που μετέβαινε στην ... το ακίνητό τους, που πράγματι είχαν εκεί, δεν σημαίνει ότι επέβλεπε και το επίδικο τμήμα, δεδομένου ότι αυτό ( επίδικο ) δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους της Ι.
Β. και των δικαιοπαρόχων της, αλλά για πρώτη φορά περιελήφθη στο ακίνητό τους, με το παραπάνω από 19- 3-1989 τοπογραφικό διάγραμμα και με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που προέβησαν οι εν λόγω κληρονόμοι στις 11-7-1989. Αντίθετα από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών από το 1881 μέχρι και το 1989 νέμονταν το επίδικο, ως τμήμα του μείζονος ακινήτου τους, με διανοία κυρίου.
Συγκεκριμένα, το επέβλεπαν, το επιτηρούσαν, είχαν προβεί σε διαμόρφωση επιπέδου με τοιχίο αντιστήριξης, όπως προαναφέρθηκε, ήδη προ του 1939, το οποίο στη συνέχεια όλοι οι μετέπειτα δικαιοπάροχοι των εναγουσών επιτηρούσαν και φρόντιζαν, το οποίο υπήρχε μέχρι το 1994, που, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη το κατεδάφισε και διαπιστώθηκε η εν λόγω παράβαση από την πολεοδομία Θήρας.
Όλοι δε οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Κ. Μ. Μ., το επέβλεπαν και το φρόντιζαν και προέβησαν στην αποδοχή της παραπάνω κληρονομίας, μεταξύ των οποίων ήταν και το εν λόγω μείζον ακίνητο. Οι υποψήφιοι αγοραστές και μετέπειτα συγκύριοι αυτού, Ι. - Ν. Ν. και Ν. Π. τοπογράφος - μηχανικός ο πρώτος και πολιτικός μηχανικός ο δεύτερος, ανέθεσαν την εκπόνηση τοπογραφικού διαγράμματος στον Αρχιτέκτονα - μηχανικό Ν.
Α., πριν την σύνταξη του ως άνω με αριθμό .../23-9-1977 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ο οποίος συνέταξε το από 28-8-1977 προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αυτό, και μετά την αγορά αυτού μετέβαιναν συχνά στην Οία, όπου το επέβλεπαν και ενδιαφέρονταν να οικοδομήσουν σ’ αυτό και να αξιοποιήσουν το οικόπεδο, γι’ αυτό και λόγω της ιδιότητάς τους ήλθαν σε πολλές συναντήσεις με τον αρχιτέκτονα - μηχανικό Ν.
Α. για τους όρους της δόμησης στο εν λόγω ακίνητο ( βλ. την υπ’ αριθμ. .../24-4-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Α. ). Ακολούθως, επειδή οι εν λόγω συγκύριοι δεν οικοδόμησαν στο ακίνητο αυτό, προέβησαν στην μεταβίβαση αυτού, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, στους δικαιοπάροχους των εναγουσών, Β.
Σ. και Κ. - Κ. συζ. Β. Σ., δυνάμει του παραπάνω με αριθμό ...13-7-1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους συνέχισαν να νέμονται αυτό, διανοία κυρίου, ενεργώντας σ’ αυτό πράξεις νομής προσιδιάζουσες στην φύση του, όπως επίβλεψη και κατάθεση στο πολεοδομικό γραφείο Θήρας την με αριθμό πρωτ. .../24-3-1989 αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής, η οποία δεν εκδόθηκε, λόγω ελλείψεων στο φάκελό τους, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. .../22-11-1994 έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου Θήρας.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκύριες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, του παραπάνω περιγραφόμενου μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα και απέκτησαν αυτό με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει των νομίμως μεταγραμμένων, με αριθμούς .../2001 και .../2001 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Θήρας, Φ.
Ν., όπως αυτά διορθώθηκαν με τα νομίμως μεταγραμμένα με αριθμούς .../1-4- 2002 και .../1-4-2002 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Π., με αγορά από τους Β. Σ. και Κ. - Κ. συζ. Β. Σ., οι οποίοι ετύγχαναν αληθείς συγκύριοι αυτού, πλην όμως ένα τμήμα αυτού και συγκεκριμένα το περιγραφόμενο ανωτέρω επίδικο τμήμα, ενέμοντο διανοία κυρίου, όπως προναφέρθηκε, ήδη από τον Μάρτιο 1989, οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης ( κληρονόμοι της Ι.
Β. και ο πατέρας της Χ. Φ.), στην οποία ( εναγομένη ) με το με αριθμό .../9-1-1992 συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-2-1992, συμφωνήθηκε η μεταβίβαση κατά ψιλή κυριότητα αυτού. Η τελευταία συνέχισε έκτοτε την άσκηση νομής με διάνοια κυρίας επί του εν λόγω επιδίκου τμήματος, αφού ασκούσε, όπως προαναφέρθηκε, εμφανείς πράξεις νομής, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης από 22-12-2009 αγωγής.
Όμως οι ενάγουσες το έτος 2007 είχαν ασκήσει την με αριθμό εκθ. καταθ. ...-10-2007 αγωγή τους εναντίον της εναγομένης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, από το δικόγραφο της οποίας οι ενάγουσες παραιτήθηκαν με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής τους. Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με όσα προαναφέρονται στην νομική σκέψη, με την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία ασκήθηκε εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 εδ. 2 του ΑΚ, δεδομένου ότι σε περίπτωση παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, αφετηρία της εξάμηνης προθεσμίας προς άσκηση της νέας αγωγής, έτσι ώστε να διατηρηθεί το αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής, που επήλθε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η παραίτηση, επήλθε ήδη από της ασκήσεως της πρώτης με αριθμό εκθ.
καταθ. ...-10-2007 αγωγής, διακοπή της αποσβεστικής του δικαιώματος των εναγουσών, εικοσαετούς προθεσμίας και κατ’ επέκταση διακοπή της κτητικής για την εναγομένη, εικοσαετούς προθεσμίας της έκτακτης χρησικτησίας, για την οποία ( έκτακτη χρησικτησία ) ο χρόνος από τον Μάρτιο 1989 μέχρι τότε 2007, δεν είχε συμπληρωθεί, ώστε να αποκτήσει κυριότητα η εναγομένη επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεκτού γενομένου του ισχυρισμού των εναγουσών, περί διακοπής του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας της εναγομένης με την άσκηση της προαναφερόμενης πρώτης αγωγής.
Η εν λόγω χρησικτησία, δεν διακόπηκε με την άσκηση της από 18-11-1993 αγωγής ασφαλιστικών μέτρων νομής του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, τέτοιο διακοπτικό γεγονός δεν αποτελεί η κατάθεση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγουσών ως αβασίμου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, το οποίο ήδη με την υπ’ αριθμ. 69/2014 απόφασή του είχε κάνει δεκτή την ασκηθείσα από τις ενάγουσες έφεση κατά της εναγόμενης, κατόπιν παραδοχής ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως αυτών, και είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι αυτές έγιναν συγκυρίες του επίδικου εδαφικού τμήματος, την ταυτότητα του οποίου επακριβώς προσδιορίζει, κατ’ ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή τους παράγωγο τρόπο, που θεμελιώνει την κύρια βάση αυτής, και ότι η εναγόμενη δεν απέκτησε κυριότητα επ’ αυτού με έκτακτη χρησικτησία και, ακολούθως, δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους, ως προς την εν λόγω βάση της, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση αυτής (εναγομένης) περί κτήσεως ιδίας κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 Α.Κ., με το να δεχθεί ότι οι ενάγουσες απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, εκτάσεως 51,58 τ.μ., που αποτελεί τμήμα της μείζονος εκτάσεως του οικοπέδου τους, συνολικής επιφάνειας 213,90 τ.μ., από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους αυτού δικαιοπαρόχους τους, με τη σαφή παραδοχή ότι τούτο περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα υπ’ αριθμ. .../22-11-2001 συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θήρας Φ.
Ν., νομίμως μεταγραφέντα, όπως αυτά διορθώθηκαν με τα νομίμως μεταγραμμένα υπ’ αριθμ. ... και .../1-4-2002 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Π. και στους λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους, ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην ίδια διάταξη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, κάνοντας δεκτό ότι το δικαίωμα αυτό είχαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους Β.
Σ. και Κ.-Κ. σύζ. Β. Σ., το γένος Π. Μ., οι οποίοι ήταν αληθείς συγκύριοι της μείζονος εκτάσεως, κατ’ ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, της οποίας απέκτησαν την κυριότητα παραγώγως με αιτία την πώληση από τους προηγούμενους αληθείς συγκυρίους αυτής Ν. Π. και Ι. - Ν. Ν., για την οποία συντάχθηκε το υπ’ αριθμ. .../1988 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Μ. - Ρ.
Μ., που μεταγράφηκε νομοτύπως, οι δε τελευταίοι αγόρασαν το οικόπεδο αυτό από τους συγκυρίους : Κωνσταντίνο Μ., Φ. σύζ. Κ. Κ., το γένος Ν. Μ., Κωνσταντίνο Μ., Κ. σύζ. Ε. Σ., το γένος Μ. Μ. και Ε. σύζ. Δ. Ε., το γένος Μ. Μ., με το νομίμως μεταγραφέν υπ’ αριθμ. .../23-9-1977 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Μ., στους οποίους περιήλθε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής των αποβιωσάντων Ν.
Κ.. Μ., Α. χήρας Ν. Μ., το γένος Α. Χ., Κ. συζ. Ε.. Σ., το γένος Μ. Μ. και Κ. Μ. Μ. κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στον δε τελευταίο περιήλθε δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. .../6-3-1901 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ι. Ν. Σ., εξ αγοράς από τον Μ. Β. Γ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../12-9-1881 εκχωρητηρίου του συμβολαιογράφου ...
Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητας πραγματικά περιστατικά επί του επιδίκου, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, με παράγωγο τρόπο αιτία πωλήσεως, τα οποία πληρούν το πραγματικό της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως, που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες παραγώγως και της μη απόκτησης της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία από την αναιρεσείουσα καθώς και του προσδιορισμού του αντικειμένου της διαφοράς, χωρίς να δημιουργείται ασάφεια σε σχέση με το εμβαδόν του περιελθόντος στις αναιρεσίβλητες από τους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους ακινήτου.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και το συναφή πρώτο πρόσθετο αυτής λόγο, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, από τις αναιρεσίβλητες, παραγώγως, είναι αβάσιμα και οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου, σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι απορριπτέα η με τον πρώτο, κατά το σχετικό σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 2 αρ. 11 του από 28-6-1993 π.
δ/τος, κατά την οποία ‘ ‘ οι υπόσκαφοι χώροι που βρίσκονται μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας προσμετρώνται στο συντελεστή δόμησης, οι δε υπόσκαφοι χώροι που επεκτείνονται πέραν του περιγράμματος προσμετρώνται στην κάλυψη’ ‘ , δια της παραλείψεως της εφαρμογής της, εφόσον από τις ως άνω παραδοχές αυτής προκύπτει ότι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής της σε ότι αφορά τον υπολογισμό του εμβαδού του επιδίκου και λόγω ελλείψεως άλλωστε σχετικού ισχυρισμού των διαδίκων.
Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους κτητικούς της κυριότητας των εναγουσών τίτλους καθώς και σε απλά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). - Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεώς του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο, εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, 43/1990).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί απ’ αυτόν με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Από δε την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την επαναφορά στη δίκη του Εφετείου ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, πρέπει να γίνει επανυποβολή τους με τις προτάσεις που θα κατατεθούν στο Εφετείο. Αυτή πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει απ’ αυτήν ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, τον οποίο ο διάδικος είχε προβάλλει σε προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται για νέα εξέταση (Ολ.Α.Π.559/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της κήρυξης παρά το νόμο απαράδεκτου, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι προβλήθηκε απ’ αυτήν ενώπιον του Εφετείου, δια επαναφοράς του, ο ισχυρισμός της, περί κτήσεως κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αρνήθηκε να τον εξετάσει, με το σκεπτικό ‘ ‘ ότι δήθεν έπρεπε να προβληθεί είτε με αυτοτελές δικόγραφο έφεσης, ως λόγος έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε με αντέφεση’ ‘ .
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, προτάθηκε νομίμως κατά τους προαναφερόμενους τρόπους στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε γενικά τις προτάσεις της, που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε ορισμένα μέρη ή ισχυρισμό αυτών περί ιδίας κυριότητάς της με τακτική χρησικτησία.
Όμως, η αναφορά αυτή δεν πληροί τους όρους της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αναιρεσείουσα παραδεκτά πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου τον επίμαχο ισχυρισμό της, που προέβαλε πρωτοδίκως, περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία. Επομένως, το Εφετείο, που δεν εξέτασε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν προβλήθηκε νομίμως ενώπιον αυτού, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος της αίτησής της, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, και ως αβάσιμος.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004).
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 939/2015, Α.Π. 349/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς ανωτέρω αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των αναφερόμενων σ’ αυτήν μεταβιβαστικών συμβολαίων. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι "αυτό, για να συναγάγει ερμηνευτικά το περιεχόμενο των αναφερόμενων στην απόφασή του μεταβιβαστικών συμβολαίων, δεν προσέφυγε για την ερμηνευτική αυτή προσέγγισή του στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζοντάς τους έτσι ευθέως, με την έννοια της μη εφαρμογής τους, καίτοι το Εφετείο προέβη σε ερμηνευτικούς συλλογισμούς ακόμη και με στοιχεία εκτός των τίτλων κείμενα, για να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο των εν λόγω συμβολαίων, χωρίς να λάβει καν υπόψη του την αποφασιστικής σημασίας για το υπό κρίση ζήτημα ειδική για την Οία πολεοδομική ρύθμιση του άρθρου 2 αρ. 11 παρ. 1 του από 28-6-1993 π.
δ/τος", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, αν το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη βούληση των δικαιοπρακτούντων στα επίμαχα μεταβιβαστικά συμβόλαια και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης ως προς την παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ανεξάρτητα, όμως, από την αοριστία του ως άνω λόγου αναίρεσης, αυτός είναι και αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι η επικαλούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκυρίες του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο εδαφικά τμήμα και απέκτησαν αυτό με τον ως άνω παράγωγο τρόπο, δεν ενέχει, έστω και έμμεση, διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας στις περιεχόμενες στα επικαλούμενα συμβόλαια δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Αντίθετα, το Εφετείο με βάση τις ως άνω παραδοχές του και χωρίς να διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία, δέχθηκε ότι από τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους αποδεικνύεται ότι το κοινό όριο των συνεχόμενων ιδιοκτησιών τους αποτελούσε πάντοτε ένας κοινοτικός δρόμος, που είναι σταθερός σε όλους τους τίτλους, με ρητή αναφορά σ’ αυτόν, ως νότιο όριο του μείζονος ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου τους και περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2017 αίτηση και τους από 10-10-2017 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους της Ά. συζ. Θ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 17/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ