Supreme Court dismisses appeal on insurance contract terms, ruling it is a matter of factual evaluation not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to award damages for an accident. The appellant argued that the lower court misinterpreted an insurance policy clause regarding self-inflicted injuries, claiming it should only exempt liability in cases of fraud. The court held that interpreting the contract terms and evaluating the evidence constitutes a matter of factual assessment, which is not subject to review by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 para. 1, 2, 3 of Law 2496/1997; Art. 559 para. 20, 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review the factual evaluation of evidence or the interpretation of contract terms by lower courts, as these constitute matters of fact and assessment rather than legal errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 738/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2784/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/5/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθεία 287/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατά παραδοχή έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την εκκληθείσα 2784/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, για καταβολή συμφωνηθέντος ασφαλίσματος. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή.
Κατά το άρθρο 31 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2496/1997: "Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο η ανάγκη νοσηλείας" (παρ. 1). "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την τυχόν ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων.
Παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δίνει δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου έλαβε γνώση της ασφάλισης" (παρ. 2). "Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, είτε στα τυχόν κατ’ αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Περαιτέρω, στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Ασφάλιση Ζημιών" και στο οποίο η πιο πάνω διάταξη παραπέμπει, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. 2.
Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς. 3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλων ασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται το ασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση.
Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τη γνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται με τη βούληση των μερών, ως ασφάλιση ποσού, τότε η εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης παραβίαση της υποχρέωσής του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, κατά τη σύναψη της σύμβασης, την τυχόν ύπαρξη και άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων, είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια οφείλεται, μόνη κύρωση έχει το δικαίωμα του ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ένα μήνα αφότου έμαθε γιαυτή.
Αντιθέτως, δεν έχει, ως κύρωση, σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει για την παραβίαση και εφόσον αυτή οφείλεται σε δόλο του λήπτη, την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, που την προβλέπει, δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
Τούτο, εκτός από την ως άνω διατύπωση της παραγράφου 2 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, που κάνει λόγο μόνο για δικαίωμα καταγγελίας, προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, στην οποία αναφέρεται: "Με το άρθρο αυτό εισάγεται ελάχιστη νομοθετική ρύθμιση κυρίως για να αποκλειστεί και εδώ η περίπτωση απώλειας της κάλυψης όταν γίνουν ψευδείς δηλώσεις.
Οι κυρώσεις περιορίζονται μόνο (κατά τα διεθνή πρότυπα) στο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης που χορηγείται στον ασφαλιστή, για τις περιπτώσεις αυτές". Αλλά και εξ αντιδιαστολής προς την παράγραφο 3 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, η οποία, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται ως ασφάλιση ζημιών, παραπέμπει στο άρθρο 15 του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την πολλαπλή ασφάλιση για την κατηγορία αυτή ασφαλίσεων, και δια της παραγράφου 3 εδαφ.
γ αυτού στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, χορηγώντας έτσι στον ασφαλιστή, κατ’ αντίθεση προς ό,τι ισχύει στις ασφαλίσεις ποσού, εκτός από το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, και εκείνο της απαλλαγής του από την καταβολή του ασφαλίσματος, αν ο λήπτης της είχε, κατά τη σύναψή της, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει γιαυτές.
Η διαφορετική αυτή από το νόμο ρύθμιση του ίδιου ζητήματος της πολλαπλής ασφάλισης ατυχημάτων ανάλογα με το είδος αυτής, ως ασφάλισης ποσού ή ασφάλισης κατά ζημιών και η ενίσχυση της νομικής θέσης του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις της δεύτερης κατηγορίας δικαιολογείται από το ότι αυτές έχουν χαρακτήρα καθαρά αποζημιωτικό και διέπονται από τις αρχές της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης και της απαγόρευσης του πλουτισμού του ασφαλισμένου, ενώ εκείνες οικοδομούνται επί της αρχής της αφηρημένης ασφαλιστικής κάλυψης, στην οποία η απαγόρευση του πλουτισμού δεν έχει εφαρμογή.
Επομένως, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, είναι νόμω αβάσιμη η, προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα, προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωσή του αυτή για το λόγο ότι, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, εκείνος του είχε, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, διότι τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει (ΑΠ 1722/2013).
Εξάλλου, στο άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι: "Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μετά την υποβολή της από 8-1-2003 αίτησης ασφάλισης του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) προς την εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), καταρτίσθηκε μεταξύ τους, με το υπ’ αριθ. ...4-2-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφαλιστική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ασφαλίσθηκε στην εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 8-1-2003 έως 8-1-2026, α) για την περίπτωση του θανάτου του, β) για την περίπτωση ολικής ανικανότητάς του προς εργασία λόγω ατυχήματος και γ) για την περίπτωση ολικής ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθένειας, εντός της διάρκειας ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης.
Το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο για την περίπτωση απώλειας επαγγελματικής ικανότητας λόγω ατυχήματος ορίσθηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ και ο ενάγων εντάχθηκε στην ομάδα επαγγέλματος 2. Σύμφωνα με το παράρτημα 15 της σύμβασης, για την περίπτωση απώλειας της επαγγελματικής ικανότητας, οφειλομένης ειδικότερα στην ολική απώλεια της λειτουργίας των δύο κνημών ή των δύο ποδιών του, το ασφάλισμα, με βάση την ομάδα επαγγέλματος 2 στην οποία αυτός εντάχθηκε, ανέρχεται σε ποσοστό 400% του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου, δηλαδή στο ποσό των (60.000Χ400%) 240.000 ευρώ (άρθρο 2 των ειδικών όρων του προσαρτήματος).
Επίσης, κατά το άρθρο 4 των γενικών όρων του προσαρτήματος 15 της σύμβασης, για την καταβολή οποιασδήποτε ασφαλιστικής αποζημίωσης ο συμβαλλόμενος, ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος, κατά περίπτωση, υποχρεούται να καταθέσει εντός οκτώ (8) ημερών γραπτή αναγγελία στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας. Η εταιρεία, μετά την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την πάροδο εύλογου χρόνου για τον έλεγχό τους, καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, με την προϋπόθεση ότι δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της.
Η εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά και με το άρθρο 5 του προσαρτήματος 2 και 4 των γενικών όρων του προσαρτήματος 15, κατά τη διάρκεια της ασφάλισης αλλά και κατά τη σύναψη αυτής, ο συμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν στην εταιρεία, αν έχουν ήδη συνάψει ή αν εκκρεμεί αίτησή τους για ασφάλιση σε άλλη εταιρεία, χωρίς να προβλέπεται κάποια κύρωση σε περίπτωση αθέτησης της συμβατικής αυτής υποχρέωσης του ασφαλισμένου, οπότε εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 2946/1997.
Το συνολικό ασφάλιστρο της εξαμηνιαίας δόσης ορίστηκε σε 754,11 ευρώ (ετήσιο ασφάλιστρo 1.508,22 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ανελλιπώς ο ενάγων. Επίσης, μετά την υποβολή της από 10-1-2006 αίτησης ασφάλισης του ενάγοντος προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καταρτίσθηκε μεταξύ τους, με το υπ’ αριθ. ...21-2-2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφαλιστική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ασφαλίσθηκε στην εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 21-2-2006 έως 21-2-2016, α) για την περίπτωση θανάτου του, β) για την περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας, εντός της διάρκειας ισχύος της ασφαλιστικής του κάλυψης.
Το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο για την περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας ορίσθηκε στο ποσό των 170.000 ευρώ, καταβλητέο σε δόσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 του προσαρτήματος 3 της σύμβασης, κατά τον ακόλουθο τρόπο: Η πληρωμή της πρώτης δόσης, που αποτελείται από το 40% του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου (εν προκειμένω 60.000 ευρώ), με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από τότε που το ατύχημα ή η ασθένεια προκάλεσε τη μόνιμη ολική ανικανότητα του ασφαλιζόμενου.
Κάθε μία από τις επόμενες δόσεις αποτελείται από το 10% του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου (εν προκειμένω 17.000 ευρώ) και καταβάλλεται στο τέλος κάθε τριμηνίας μετά την καταβολή της πρώτης δόσης, μέχρις εξάντλησης του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του προσαρτήματος 3 της σύμβασης, μόνιμη ολική ανικανότητα θεωρείται η ανικανότητα όταν, πέραν του γεγονότος ότι η φύση του ατυχήματος είναι τέτοια που συνεπάγεται μόνιμη και ολική ανικανότητα του ασφαλιζόμενου να ασκεί το επάγγελμα που ασκούσε κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η ανικανότητά του ή άλλο ανάλογο προς τα προσόντα και τη μόρφωσή του, παρέλθει και χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών τουλάχιστον πράγματι τέτοιας ανικανότητας, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του προσαρτήματος 3, το προσάρτημα δεν καλύπτει τον κίνδυνο αν δεν έχει διαρκέσει τουλάχιστον επί δώδεκα (12) συνεχείς μήνες.
Η ολική και αθεράπευτη απώλεια της οράσεως και των δύο ματιών ή της χρήσεως και των δύο χεριών ή των δύο ποδιών ή ενός χεριού και ενός ποδιού συνεπάγεται την άμεση πληρωμή ολόκληρου του ασφαλιζομένου κεφαλαίου. Επίσης, το προσάρτημα δεν καλύπτει τον ασφαλιζόμενο αν κατά τη διάρκεια μόνιμης ολικής ανικανότητας απασχολείται σε οποιαδήποτε άλλη εργασία ή ασκεί οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα με αμοιβή ή για κέρδος.
Κατά το άρθρο 5 του προσαρτήματος 3 της σύμβασης, α) κατά τη διάρκεια της ασφάλισης αλλά και κατά τη σύναψη αυτής, ο συμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν στην εταιρεία αν έχουν ήδη συνάψει ή αν εκκρεμεί αίτησή τους για ασφάλιση σε άλλη εταιρεία, χωρίς να προβλέπεται κάποια κύρωση σε περίπτωση αθέτησης της συμβατικής αυτής υποχρέωσης του ασφαλισμένου (εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 2496/1997) και β) για την καταβολή οποιασδήποτε ασφαλιστικής αποζημίωσης ο συμβαλλόμενος, ο ασφαλιζόμενος ή ο δικαιούχος, κατά περίπτωση, υποχρεούται να καταθέσει εντός οκτώ (8) ημερών γραπτή αναγγελία στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παραρτήματος 3 της σύμβασης, η εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο. Το συνολικό ασφάλιστρο της εξαμηνιαίας δόσης ορίσθηκε σε 710,94 ευρώ (ετήσιο ασφάλιστρο 1.421,88 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ανελλιπώς ο ενάγων.
Κατά τη διάρκεια ισχύος των ανωτέρω δύο συμβάσεων ασφάλισης και συγκεκριμένα την 1-4-2007 και περί ώρα 21.30’ , ο ενάγων, ευρισκόμενος στην πατρική του οικία στο χωριό ... του Νομού Ρεθύμνης, τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ καθάριζε το κυνηγετικό του όπλο, το οποίο νομίμως κατείχε. Ειδικότερα, αυτός παρέλειψε, από αμέλειά του, να ελέγξει, πριν την έναρξη του καθαρισμού, τη θαλάμη φυσιγγίων του όπλου του και να βεβαιωθεί ότι αυτή ήταν κενή, με αποτέλεσμα το όπλο, στο οποίο είχαν απομείνει φυσίγγια από την προηγούμενη χρήση του, κατά τη διαδικασία του καθαρισμού, και ενώ αυτός είχε, προς διευκόλυνση των κινήσεών του, στηρίξει την κάνη του πάνω στο άκρο του δεξιού ποδιού του, από αδέξιο χειρισμό της σκανδάλης, να εκπυρσοκροτήσει δύο φορές και να τον τραυματίσει σοβαρά σε αμφότερα τα κάτω άκρα του, τα οποία, κατά τη νοσηλεία που επακολούθησε, ακρωτηριάστηκαν χειρουργικώς από το ύψος του άνω τριτημορίου αμφοτέρων των κνημών, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδίως από την υπ’ αριθ. ...-6-2007 ιατροδικαστική έκθεση του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης Α.
Π. και την από 11-4-2007 ιατρική γνωμάτευση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Για τον τραυματισμό του ενάγοντος διενεργήθηκε αστυνομική προανάκριση από το ... Ρεθύμνης για να διαπιστωθεί μήπως αυτός οφειλόταν σε αξιόποινη πράξη τρίτου, μετά το πέρας της οποίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρεθύμνης, στον οποίο διαβιβάσθηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε, με την υπ’ αριθ. ...26-6-2007 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης και με την υπ’ αριθ. ...-8-2007 σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, την έθεσε στο αρχείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 ΚΠΔ, για το λόγο ότι από τις αποδείξεις που συνελέγησαν προέκυψε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος υπήρξε αποτέλεσμα αποκλειστικά δικής του αμελούς συμπεριφοράς, χωρίς τη συμμετοχή τρίτου προσώπου σε αυτήν και συνεπώς ουδεμία αξιόποινη πράξη στοιχειοθετείτο.
Με την υπ’ αριθ. ...-5-2007 ιατρική γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρεθύμνου ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 80% λόγω ακρωτηριασμού, από το άνω τριτημόριο κνήμης, αμφοτέρων των κάτω άκρων, ενώ με την υπ’ αριθ. ...-5-2007 δήλωση προς την ... διέκοψε την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του ως λογιστή στο Ρέθυμνο, συνταξιοδοτηθείς έκτοτε, λόγω αναπηρίας, από τον Ο.Α.Ε.Ε., με την υπ’ αριθ. ...6-9-2007 απόφαση αυτού.
Η εν συνεχεία τοποθέτηση τεχνητών μελών, τα οποία επιτρέπουν στοιχειωδώς τη βάδισή του και εξυπηρετούν κυρίως αισθητικούς και ψυχολογικούς λόγους, δεν αναιρεί τη μόνιμη ολική ανικανότητα του ενάγοντος ούτε την απώλεια της δυνατότητας να ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, το οποίο απαιτεί σωματική κόπωση, κίνηση, ορθοστασία και αναμονή σε διάφορες υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ., Ασφαλιστικοί Φορείς κλπ).
Η απώλεια με ακρωτηριασμό της φυσικής υπόστασης αμφοτέρων των κάτω άκρων του ενάγοντος από το άνω τριτημόριο της κνήμης, έχει ως φυσικό επακόλουθο την απώλεια της χρήσης και λειτουργίας των δύο κνημών, η οποία, με την υπ’ αριθ. ...4-2-2003 σύμβαση ασφάλισης, συμφωνήθηκε ότι συνιστά εξ ορισμού απώλεια επαγγελματικής ικανότητας του ενάγοντος, χωρίς οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη, ότι δηλαδή ο ασφαλισμένος δεν θα δικαιούται ασφαλίσματος σε περίπτωση που χρησιμοποιεί τεχνητά μέλη, ενώ στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν γίνεται διάκριση μεταξύ χειρονακτικών ή μη επαγγελμάτων.
Ο βαρύς τραυματισμός του ενάγοντος, οφειλόμενος αποκλειστικά σε δική του αμέλεια περί τον ασφαλή χειρισμό του όπλου του κατά τη διαδικασία του καθαρισμού του, η οποία προκάλεσε την ακούσια εκπυρσοκρότησή του και τον βαρύ τραυματισμό του στα κάτω άκρα του, συνιστά επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους των επίδικων συμβάσεων ασφάλισης, είναι δηλαδή ατύχημα υπό την έννοια της εξωτερικής, βίαιης, αιφνίδιας και ξένης προς την πρόθεση του ενάγοντος αιτίας και, λόγω της φύσης του, τον περιήγαγε σε κατάσταση μόνιμης ολικής ανικανότητας αλλά και σε απώλεια επαγγελματικής του ικανότητας.
Μετά τον τραυματισμό του ο ενάγων ενημέρωσε την εναγομένη για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή τόσο της απώλειας της επαγγελματικής του ικανότητας από ατύχημα, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. .../2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όσο και της μόνιμης ολικής ανικανότητάς του, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ...2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ, περί το τέλος Ιουνίου 2007 της απέστειλε και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Η εναγομένη όμως αρνήθηκε να καταβάλει το ασφάλισμα και με τις από 2-8-2007 δύο επιστολές της, που επέδωσε στον ενάγοντα στις 8-8-2007, δήλωσε ότι καταγγέλλει τις ένδικες συμβάσεις ασφάλισης, επειδή, όπως ανέφερε, πρόσφατα διαπίστωσε ότι ο ενάγων της απέκρυψε με πρόθεση γνωστά σ’ αυτόν γεγονότα, τα οποία έπρεπε να δηλωθούν στην αίτηση για ασφάλιση, σύμφωνα με το ερωτηματολόγιο.
Στις δε από 2-8-2007 σε δύο συμπληρωματικές επιστολές της, αναφέρει ότι τα γεγονότα αυτά συνίστανται στο ότι, κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων ασφάλισης, ο ενάγων είχε συνάψει πολλά ασφαλιστήρια σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και παράλληλα εκκρεμούσαν πολλαπλές αιτήσεις για ασφάλιση σε πολλές ασφαλιστικές εταιρείες, βάσει των οποίων στη συνέχεια εκδόθηκαν πολλά ακόμη ασφαλιστήρια.
Η εναγομένη, αποδίδοντας στον ενάγοντα δόλο ως προς την απόκρυψη της ύπαρξης των άλλων συμβάσεων ασφάλισης με άλλους ασφαλιστές, προέβαλε με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ένσταση απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 2496/1997. Η ένσταση αυτή, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, αφού, αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν, εφόσον οι επίδικες συμβάσεις ασφάλισης διαμορφώθηκαν με τη βούληση των μερών ως ασφαλίσεις ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, δεν παρέχεται από το νόμο στην εναγομένη δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος, ακριβώς επειδή ο νομοθέτης, στην ασφάλιση ποσού, δεν θεωρεί την ύπαρξη πολλαπλής ασφάλισης τόσο σημαντική, ώστε η ψευδής περί αυτήν δήλωση του ασφαλισμένου να επιφέρει ως κύρωση την απώλεια του ασφαλίσματος αλλά περιορίζει τον ασφαλιστή σε μόνο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αν κριθεί ότι η σύμβαση δεν είναι πλέον συμφέρουσα γι’ αυτόν, με την προϋπόθεση ότι η ασφαλιστική περίπτωση δεν έχει ακόμη επέλθει, διότι μετά από αυτήν η καταγγελία στερείται πλέον αντικειμένου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την προαναφερόμενη ένσταση νόμιμη και εν συνεχεία την δέχθηκε κατ’ ουσίαν και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών-ενάγων με τον πρώτο λόγο της έφεσής του".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και έκρινε απορριπτέα την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος, ως νόμω αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997 και με εσφαλμένη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδαφ.
Β’ του ίδιου νόμου. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις προκτεθείσες νομικές σκέψεις, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί, ως ασφάλιση ποσού, όπως εν προκειμένω, και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, η, προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα, προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 3 παρ. 6 εδαφ.
β του ν. 2496/1997, ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του αυτή για το λόγο ότι, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, εκείνος του είχε, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, είναι νόμω αβάσιμη, καθόσον τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Tο Εφετείο, αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης-αναιρεσείουσας, περί απαλλαγής της από την προς αποζημίωση ευθύνη της, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων ασφάλισης και το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης με δόλο (αυτοτραυματισμός με πρόθεση) του ενάγοντος, δέχτηκε ότι: "...από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προκάλεσε τον αυτοτραυματισμό του με δόλο, προκειμένου να εισπράξει το ασφάλισμα, η δε μάρτυρας ανταπόδειξης απλώς χαρακτηρίζει ύποπτο το ατύχημα και τις συνθήκες τέλεσής του, χωρίς να εισφέρει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να ενισχύει την κατάθεσή της στο σημείο τούτο, ενώ η εναγομένη, όταν πληροφορήθηκε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αλλά και την πολλαπλή ασφάλιση του ενάγοντος, κατήγγειλε τις συμβάσεις ασφάλισης επικαλούμενη αποκλειστικά την πολλαπλή ασφάλιση και ουδεμία επιφύλαξη περί των συνθηκών τραυματισμού του ενάγοντος διατύπωσε ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εξακρίβωσή τους, όπως είχε δικαίωμα με βάση τις συμβάσεις ασφάλισης, γεγονός που καταδεικνύει ότι και η ίδια αποδέχθηκε κατ’ αρχήν ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε ατύχημα και οψίμως επικαλείται δόλο του τελευταίου, προς απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος", απορρίπτοντας κατόπιν αυτού τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του και τις αμέσως πιο πάνω προηγηθείσες, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 εδ. β’ , 361, ΑΚ, 1, 2, 7 παρ. 5 και 7, 27 και 31 του ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Τούτο, διότι διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο αυτοτραυματισμός του ενάγοντος συνιστά ατύχημα που προκλήθηκε αποκλειστικά από την αμελή συμπεριφορά που επέδειξε κατά τον καθαρισμό του κυνηγετικού όπλου που κατείχε νόμιμα, περίπτωση την οποία καταλάμβαναν τα καταρτισθέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια για να δικαιούται το συμφωνηθέν με αυτά ασφαλιστικό ποσό, σύμφωνα με τους όρους των τελευταίων και όχι σε δόλο του, ο οποίος κατά τα συμφωνηθέντα απήλλασσε την εναγομένη από την ορισθείσα σ’ αυτά ασφαλιστική αποζημίωση, χωρίς να δεχτεί συμβατική πρόβλεψη στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ότι ο από αμέλειά του αυτοτραυματισμός του δεν εμπίπτει στην έννοια του ατυχήματος και δεν περιλαμβάνεται στις ασφαλιζόμενες για την επέλευσή τους περιπτώσεις.
Αρκούσαν δε για την αιτιολόγηση της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και του εξαιτίας αυτής, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, αυτοτραματισμού του οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο αναιρεσίβλητος "παρέλειψε, από αμέλειά του, να ελέγξει, πριν την έναρξη του καθαρισμού, τη θαλάμη φυσιγγίων του όπλου του και να βεβαιωθεί ότι αυτή ήταν κενή, με αποτέλεσμα το όπλο, στο οποίο είχαν απομείνει φυσίγγια από την προηγούμενη χρήση του, κατά τη διαδικασία του καθαρισμού, και ενώ αυτός είχε, προς διευκόλυνση των κινήσεών του, στηρίξει την κάνη του πάνω στο άκρο του δεξιού ποδιού του, από αδέξιο χειρισμό της σκανδάλης, να εκπυρσοκροτήσει δύο φορές και να τον τραυματίσει σοβαρά σε αμφότερα τα κάτω άκρα του, τα οποία, κατά τη νοσηλεία που επακολούθησε, ακρωτηριάστηκαν χειρουργικώς από το ύψος του άνω τριτημορίου αμφοτέρων των κνημών".
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του 2.01), και τέταρτος (κατά το μέρος 4.02 και 4.04), λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλονται.
Τούτο, διότι το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη με σαφήνεια, πειστικότητα και με κατά λογική ακολουθία τρόπο, ώστε με τους ίδιους ως άνω λόγους, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την προς αποζημίωση ευθύνη της, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων ασφάλισης και το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης με δόλο (αυτοτραυματισμός με πρόθεση) του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, και με την αιτιολογία, ότι ο επίμαχος ισχυρισμός προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο απαραδέκτως, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (2.02), πλήττεται η ανωτέρω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης για την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αλυσιτελής, διότι το σχετικό απορριπτικό διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται επαρκώς στην αμέσως προηγηθείσα αιτιολογία της περί απόρριψης, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, της σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία (αιτιολογία) δεν ευδοκίμησε ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ομολογία των διαδίκων, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 352 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, εκτιμώμενη ελεύθερα από το δικαστήριο, κάθε άλλη ομολογία γενομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκλησή της, ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 264/09, ΑΠ 860/11), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 414/2000).
Για να ιδρυθεί δε ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να έχει δεχθεί, ότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει τέτοια ομολογία, όχι όμως και όταν δέχεται την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία λαμβάνει υπόψη του προς απόδειξη κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, όταν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς σε ομολογία που δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ μόνο η τελευταία αιτιολογία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές, προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια, ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει.
Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο (3.01) της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε τον προαναφερόμενο περί δόλου ισχυρισμό της (άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997), η παραδοχή του οποίου την απήλλασσε από την ασφαλιστική αποζημίωση προς τον αναιρεσίβλητο, με το να δεχθεί μη αποδεικνυόμενο τον ισχυρισμό της αυτό, λαμβάνοντας υπόψη προς τούτο, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει (κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως, τα από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, δικαστικά τεκμήρια κλπ) και εξώδικη ομολογία αυτής (αναιρεσείουσας), χωρίς τέτοια ομολογία να έχει προταθεί με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, με την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία ότι "από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προκάλεσε τον αυτοτραυματισμό του με δόλο, προκειμένου να εισπράξει το ασφάλισμα, η δε μάρτυρας ανταπόδειξης απλώς χαρακτηρίζει ύποπτο το ατύχημα και τις συνθήκες τέλεσής του, χωρίς να εισφέρει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να ενισχύει την κατάθεσή της στο σημείο τούτο, ενώ η εναγομένη, όταν πληροφορήθηκε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αλλά και την πολλαπλή ασφάλιση του ενάγοντος, κατήγγειλε τις συμβάσεις ασφάλισης επικαλούμενη αποκλειστικά την πολλαπλή ασφάλιση και ουδεμία επιφύλαξη περί των συνθηκών τραυματισμού του ενάγοντος διατύπωσε ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εξακρίβωσή τους, όπως είχε δικαίωμα με βάση τις συμβάσεις ασφάλισης, γεγονός που καταδεικνύει ότι και η ίδια αποδέχθηκε κατ’ αρχήν ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε ατύχημα και οψίμως επικαλείται δόλο του τελευταίου, προς απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος".
Όμως, με την ως άνω αιτιολογία της η αναιρεσιβαλλομένη, δεν δέχθηκε εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας, αλλά από την προαναφερόμενη συμπεριφορά αυτής, μετά την πληροφόρησή της από τον αναιρεσίβλητο για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, συνήγαγε και έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, περί μη αποδείξεως του άνω ισχυρισμού της, εκτός των άλλων, και το άνω δικαστικό τεκμήριο, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το οποίο συνηγορούσε στο πόρισμά της αυτό και όχι μη επικληθείσα από τον αναιρεσίβλητο εξώδικη ομολογία της, ως προς τον άνω ισχυρισμό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε στο εν λόγω πόρισμά της, βάσει των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε και επαλλήλως και στο ως άνω τεκμήριο (και όχι εξώδικης ομολογίας), που κι αν ακόμη δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ μόνο η τελευταία αιτιολογία.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι με τις άνω καταγγελίες της αναιρεσείουσας καταγγέλθηκαν οι ως άνω ασφαλιστικές συμβάσεις μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως αποκλειστικά και μόνο λόγω της πολλαπλής ασφάλισης σε άλλες εταιρείες του ίδιου ασφαλιστικού κινδύνου και ουδεμία επιφύλαξη, περί των συνθηκών τραυματισμού του ενάγοντος διατύπωσε, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εξακρίβωσή τους.
Επομένως, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, οποιοδήποτε κενό ή αμφιβολία, ως προς την δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας να καταγγείλει τις άνω ασφαλιστικές συμβάσεις αποκλειστικά και μόνο λόγω της πολλαπλής ασφάλισης που προαναφέρθηκε και όχι λόγω του δόλου του αναιρεσίβλητου στον αυτοτραυματισμό του, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει προς διαπίστωση της βουλήσεώς της αυτής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ούτε όμως και επιχείρησε τέτοια ερμηνεία χωρίς αναφορά και προσφυγή στις άνω διατάξεις.
Οι περαιτέρω δε αναφορές που γίνονται στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ότι και το γεγονός αυτό συνηγορεί, κατ’ αρχήν σε παραδοχή της αναιρεσείουσας περί του ότι ο αυτοτραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στην προεκτεθείσα αμελή συμπεριφορά του και όχι σε δόλο αυτού, πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται σ’ αυτήν, συνιστά δικαστικό τεκμήριο, που επαλλήλως έλαβε υπόψη του το Εφετείο και όχι ερμηνεία των άνω καταγγελιών των ασφαλιστικών συμβάσεων, ως προς την βούληση της αναιρεσείουσας για τον λόγο καταγγελίας αυτών.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του (3.02), με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του (4.01), η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό της, ότι ο "αυτοτραυματισμός" του ενάγοντος την απαλλάσσει, ανεξαρτήτως δόλου του αναιρεσιβλήτου, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν με το πρώτο των άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων (υπ’ αριθμ. ...), σύμφωνα με τους όρους 3 των γενικών όρων του προσαρτήματος 15), κατά τα άρθρα 361, και 27 παρ. 2, και 31 παρ. 1 του ν. 2496/1997, στα οποία ορίζεται "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο", τούτο δε άγει σε κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όμως, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ο ισχυρισμός αυτός ρητώς λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και σε κάθε περίπτωση, λήφθηκε υπόψη εκ των πραγμάτων, όπως προκύπτει από τις αντίθετες παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες, με τα ως άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη απαλλάσσεται από την προς αποζημίωση υποχρέωσή της, αν ο τραυματισμός (αυτοτραυματισμός) του ενάγοντος οφείλεται σε δόλο αυτού, το ίδιο δε ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2497/1997 και δεν αναιρείται από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 31 παρ. 1 του ίδιου νόμου ("αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο"), που κατά το νοηματικό περιεχόμενο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης δεν συμφωνήθηκε εν προκειμένω "κάτι άλλο", πλην της περιπτώσεως που ο τραυματισμός οφείλεται σε δόλο του ασφαλισμένου.
Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 8γ ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εντεύθεν, οι επικουρικώς προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (4.02,α), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ’ αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί, ως ορθό, ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 422/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του (4.03) μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για παραμόρφωση του περιεχομένου του πρώτου των άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων (υπ’ αριθ. ...), ως προς τους όρους του 3 των γενικών όρων του παραρτήματος 15, με το να δεχθεί ότι ο "αυτοτραυματισμός" του ενάγοντος μόνο στην περίπτωση δόλου απαλλάσσει την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία από την υποχρέωσή της προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, ενώ σύμφωνα με το κατά την άποψή της περιεχόμενο του σχετικού συμβατικού όρου, ο "αυτοτραυματισμός" του ενάγοντος, ανεξάρτητα αν οφείλεται σε δόλο αυτού απαλλάσσει την εταιρεία προς αποζημίωσή του.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, αφενός μεν συνεκτίμησε το επίμαχο έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αφετέρου δε απέδωσε σ’ αυτό νόημα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός.
Έτσι, πλήττεται, απαραδέκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα, σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο. Κατά συνέπεια, ο ερευνόμενος από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/5/2015 αίτηση της ανώνυμης εταρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", για αναίρεση της 287/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαϊου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ