Supreme Court allows appeal due to failure to consider evidence submitted by parties in the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance judgment regarding property ownership disputes between a father and daughter. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence, including an affidavit and land registry declarations, which were legally submitted. The court ruled that while the lower court is not required to evaluate every piece of evidence individually, it must take notice of all evidence properly presented by the parties to form a judicial conviction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must take notice of all evidence lawfully submitted by the parties to form a judicial conviction, though it is not required to evaluate each piece individually.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 738/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ι. Χ., το γένος Τ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αναστασίου Αβραντίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Π. του Ά., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Χρήστου Γιαταγάνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2007 του ιδίου Δικαστηρίου 282/2010 του Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2011 αίτησή της και τους από 14-10-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2015 κλήση της επανέφερε, μετά από ματαίωση την υπόθεση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 16-9-2015.
Η συζήτηση ματαιώθηκε εκ νέου λόγω εκλογών και η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2015 κλήση της επανέφερε, την υπόθεση προς συζήτηση στη νέα δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι δύο πρόσθετοι λόγοι και να απορριφθεί, ο τρίτος πρόσθετος λόγος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, ήτοι εκείνων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Καμμιά ωστόσο διάταξη, δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών του άρθρου 339 ΚΠολΔ μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, πραγ/νη, μαρτυρικές καταθέσεις κ.λπ.).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία, αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου - πατέρα της: "Τα επίδικα ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν αρχικά ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, που στη συνέχεια με τη διάνοιξη της επαρχιακής οδού ...
χωρίστηκε σε δύο ακίνητα, βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .... Το ένα έχει εμβαδό 2068 τετρ.μέτρα και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο Ι. Κ., δυτικά με ακίνητο Μ. Π., βόρεια με την επαρχιακή οδό ... - ... και νότια με δασική έκταση, το δε άλλο έχει εμβαδό 9.515 τετρ. μέτρα και συνορεύει ανατολικά και βόρεια με ακίνητο των κληρονόμων του Σ.
Μ., δυτικά με ακίνητα των Α. και Γ. Λ. και νότια με την επαρχιακή οδό ...-.... Τη νομή των ακινήτων αυτών (ως ενιαίο ακίνητο) είχε τουλάχιστον από το έτος 1969 ο εναγόμενος - εκκαλών. Αυτός από τότε που απέκτησε τη νομή τους (επιδίκων) ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό τους υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου.
Ειδικότερα κατά τα πρώτα έτη τα επέβλεπε και τα καλλιεργούσε με διάφορα κηπευτικά (καρπούζια, πεπόνια, τομάτες, μελιτζάνες κλπ) τα οποία και πουλούσε ως πλανόδιος πωλητής (μανάβης). Το έτος 1985 μετά από παρότρυνση του εμπόρου δενδρυλλίων και καλλωπιστικών φυτών Σ. Σ., αγόρασε απ’ αυτόν 220 δενδρύλλια φιστικιάς, τα οποία φύτεψε στα επίδικα ακίνητα και επί πέντε (5) σχεδόν έτη επέβλεπε και φρόντιζε την ανάπτυξη αυτών.
Το έτος 1989 τα δένδρα αυτά άρχισαν να παράγουν καρπούς και ο εναγόμενος τα καλλιεργούσε για λογαριασμό του και ειδικότερα τα πότιζε, τα ράντιζε και τους καρπούς που συνέλεγε τους πουλούσε σε διάφορους εμπόρους της περιοχής. Τα έσοδα του από τα επίδικα ακίνητα, καθώς και από την υπόλοιπη αγροτική του περιουσία, τα διέθετε για την αντιμετώπιση των προσωπικών του αναγκών, της οικογένειας του και των γονέων με τους οποίους συγκατοικούσε και επί πλέον βοηθούσε και την ενάγουσα-κόρη του, η οποία ήταν και το μοναδικό παιδί του.
Την καλλιέργεια των επιδίκων συνέχισε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1998 που υπέστη βαρύτατο εγκεφαλικό επεισόδιο εξαιτίας του οποίου κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 80% . Από τότε νοσηλεύθηκε αρχικά σε διάφορα νοσοκομεία της Αττικής και μετοίκησε από τις ... στο ... Αττικής, καθόσον είχε ανάγκη φυσικοθεραπειών και τακτικής Ιατρικής παρακολούθησης.
Από τότε τα επίδικα ακίνητα καθώς και τα άλλα αγροκτήματα του έμειναν ακαλλιέργητα. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το έτος 1979 μεταβίβασε στην ενάγουσα τη νομή των επιδίκων την οποία αυτή διατήρησε συνεχώς μέχρι το έτος 1999. Αυτή ήταν τότε (1979) 15 ετών, συνοικούσε με τον εναγόμενο και αποτελούσε μέλος της οικογενείας του και δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος να της μεταβιβάσει τα επίδικα, που ήταν και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του.
Αν πράγματι είχε συμβεί το γεγονός αυτό (μεταβίβαση νομής) μετά από τρία χρόνια που τέλεσε γάμο και απέκτησε δική της οικογένεια στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο της μεταβίβασε λόγω προίκας μία κατοικία στην ..., θα συμπεριλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα. Η ενάγουσα προσκομίζει τα ...-12-1994, ...-10-1996 και ...14-10-2000 τιμολόγια αγοράς απ’ αυτήν ποσοτήτων φιστικιών από διαφόρους εμπόρους, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι οι πωλήσεις αυτές, που έγιναν μετά από μία δεκαπενταετία από τότε που η ενάγουσα κατά τους ισχυρισμούς της απέκτησε τη νομή των επιδίκων, προέρχονται από τα ακίνητα αυτά (επίδικα)..".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και τους ταυτόσημους με αυτόν δύο πρώτους λόγους του προσθέτου δικογράφου της, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα νόμιμα, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε και προσκόμισε, από τα οποία προέκυπτε, το ουσία βάσιμο της αναγνωριστικής, από έκτακτη χρησικτησία αγωγής της και της από αυτήν χρησιδεσποτείας των δύο επιδίκων αγροτεμαχίων επί 20ετία.
Τα έγγραφα αυτά είναι α)η υπ’ αριθμ....2003 ένορκη βεβαίωση του εναγομένου - πατέρα της ενάγουσας, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., όπου αναφέρει ότι τα επίδικα από 20ετίας ανήκουν στην ενάγουσα θυγατέρα του, β)η με αριθμό πρωτοκόλλου ...1999 δήλωση του εναγομένου στο Εθνικό Κτηματολόγιο, από την οποία προκύπτει ότι αυτός, κατά την Κτηματογράφηση του 1999, δεν προέβη σε δήλωση κυριότητας και των επιδίκων αγροτεμαχίων και γ)το υποβληθέν από τον εναγόμενο στην Δ.Ο.Υ. ...
έντυπο του Ε-9 του 1997, στο οποίο δεν περιλαμβάνει τα επίδικα αγροτεμάχια στην δηλούμενη περιουσία του. Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, γιατί από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και παρά την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα, με επίκληση, έγγραφα (πλην μιας υπεύθυνης δήλωσης που ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι λήφθηκε επίτηδες για την ένδικη υπόθεση), δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν τα επίμαχα έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της ενάγουσας - εφεσίβλητης και τα οποία παρέχουν έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, λήφθηκαν υπόψη κατά την κατάστρωση του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου, για τον χρησιδεσπότη των επιδίκων.
Ενόψει τούτων στοιχειοθετούνται οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, ενώ πρέπει να λεχθεί ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, εφόσον δεν έχει ληφθεί για την ένδικη υπόθεση, δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ και δ’ του ΚΠολΔ (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν.3994/13.7.2011 οι ένορκες βεβαιώσεις περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), αλλά απλό έγγραφο και καλύπτεται από την αναφορά της αποφάσεως "στα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν".
Εξάλλου οι ερευνώμενοι λόγοι στοιχειοθετούνται από την μη λήψη υπόψη της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης, ενώ η τυχόν συναγωγή από αυτήν, ως δικαστικού τεκμηρίου, εξώδικης ομολογίας, ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 913/2014) και γι’ αυτό η οικεία αιτίαση του πρώτου προσθέτου λόγου περί μη λήψεως υπόψη του προκύπτοντος από την ένορκη αυτή βεβαίωση αποδεικτικού μέσου της εξώδικης ομολογίας είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει, στο σύνολό τους, να συμψηφισθούν, ένεκα του πρώτου βαθμού συγγενείας των διαδίκων (κόρη - πατέρας) - άρθρα 183 και 179 ΚΠολΔ - κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.282/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ