Legislator Case Law & Legislation
738/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in expropriation case due to lack of attorney's power of attorney and insufficient grounds.

Case Number 738/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final compensation determination in an expropriation case. The appellants argued for a review based on procedural defects and conflicting reasoning, but the court found the appeal inadmissible due to the absence of a valid power of attorney for the hearing. Furthermore, the court rejected the substantive arguments as they relied on documents that did not alter the established facts or create contradictions in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1)-(2), 97(1), 104 of the Code of Civil Procedure; Article 576 of the Code of Civil Procedure: The absence of a valid power of attorney for the appeal hearing renders the proceedings void, and appeals lacking specific grounds regarding contradictory reasoning or new evidence are inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation compensation power of attorney inadmissible appeal contradictory reasoning procedural defect Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1)-(2), 97(1), 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 738 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 738/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ...,2. Ε. Λ. του Γ. χήρας Α. Ζ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου της Β. χήρας Γ. Λ., 3 Σ. Λ. του Γ., συζ. Θ. Κ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου της Β. χήρας Γ. Λ. και 4 Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπασταύρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους κ.κ. Υπουργούς α) επί των Οικονομικών και β) νυν ΥΠΕΚΑ (πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ) που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικαστικό Αντιπρόσωπο του ΝΣΚ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την έκδοση της 702/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίστηκε η προσωρινή τιμή, και η 12757/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που ορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενη έκταση που αφορά τους ανωτέρω διαδίκους. Οι ήδη αναιρεσείοντες κατέθεσαν την από 22-8-2012 αίτηση τους στο Εφετείο Αθηνών με την οποία ζήτησαν τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως.

Εκδόθηκε η 2927/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου ανέγνωσε την από 20-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1,. 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση . Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον μη νομίμως παριστάμενο διάδικο χωρίζει την υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται νομίμως από δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως.

Στην προκειμένη υπόθεση, από τα έγγραφα του φακέλλου της υπόθεσης προκύπτει ότι την συζήτηση επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι παρέστησαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δια του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου των Ιωάννη Παπασταύρου, ο οποίος όμως στερείται πληρεξουσιότητας και για τον τέταρτο αυτών Χ.

Λ. αφού από το προσκομιζόμενο με αριθμό .../1992 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αγίων Αναργύρων Αττικής Μαρία Τσεκούρα, προκύπτει ότι δεν του έχει δώσει εντολή να τον εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων και του Αρείου Πάγου συμπεριλαμβανομένου.

Συνεπώς, θα πρέπει, ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος στερείτο της πληρεξουσιότητας να εκπροσωπεί τον συγκεκριμένο αναιρεσείοντα ενώπιον του Αρείου Πάγου ούτε ότι αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν και προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης ως προς τους άλλους αναιρεσείοντες (αρθ. 22 παρ. 4 ν 2882/2001 και 576 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμούς .../19-12-2013 και .../24-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, και κλήση να παραστεί κατά αυτήν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Υποδομών και Δικτύων (ΥΠΕΚΑ) για το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης την ανωτέρω σημειούμενη δικάσιμο και την εκφώνηση της από την σειρά του οικείου πινακίου με αποτέλεσμα να συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής έρευνας της βασιμότητας της αίτησης παρά την απουσία του (αρθ. 576 παρ, 2 εδ 3 Κ.Πολ.Δ).

Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 828/2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 2927/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η οποία έκρινε επί αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριωθείσας έκτασης των αιτούντων.

Ειδικότερα: Με την από 22-8-2012 αίτησή των, οι αναιρεσείοντες, υποστήριξαν ότι με την 1149643/9019/0010/23-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Δ/2/1994) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως 4866,40 τ.μ εκτός σχεδίου πόλεως για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την διάνοιξη του κόμβου Αχαρνών στο τμήμα αυτού μεταξύ της Ε.Ο Αθηνών - Λαμίας και Κηφισσού στον δήμο Χαλκηδόνας.

Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του και η απαλλοτριουμένη έκταση απεικονίζεται στο, από Ιουνίου 1992 κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός Μ. Τριβέας και θεώρησε ο διευθυντής ΥΠΕΧΩΔΕ, όπως ο πίνακας αυτός συμπληρώθηκε με τις Δ12/37106/5-11-1992 και Δ12/37298/1-10-2002 αποφάσεις της Δ12 Δνσεως ΥΠΕΧΩΔΕ , που την κατέγραψαν ως τελική έκταση 4866,49 τ.μ.

Ότι από την έκταση αυτή έχουν αποζημιωθεί μόνο για εκείνη των 3401 τ.μ και απομένουν προς αποζημίωση τα υπόλοιπα 1465,40 τ.μ για τα οποία ζητούν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος. Στην άνω αίτηση ανέφεραν ότι με την 2060/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως λόγω απαλλοτρίωσης έκτασης 1465,40 τμ το ποσό της οποίας θα υπολογιστεί μετά τον καθορισμό οριστικής γι αυτήν τιμής μονάδος αποζημιώσεως.

Επίσης περιέλαβαν στην αίτηση των τα εξής: ".... η αναγνώρισις ημών ως δικαιούχων της αποζημιώσεως των 1465,40 τ.μ. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΠΡΑΞΕΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ 4.866,40 τ.μ., εγένετο προσθέτως και κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του Π.Δ 270 Δ/31.5.1985, καθ' όσον. η μη εισέτι μέχρι τότε αποζημιωθείσα έκτασις των 1465,40 τ.μ., καθίστατο κατά πάσαν περίπτωσιν, μη άρτιος και μη οικοδομήσιμος και λόγω σχήματος (τρίγωνον) και λόγω εμβαδού, αφού, δεν ηδύνατο να ενωθεί με όμορον, καθ όσον προσκύρωσις ή τακτοποίησις δεν προβλέπονται δι' εκτάσεις σε εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητο.

ως ετύγχανεν να είναι το απαλλοτριωθέν ακίνητον μας. Η άνω κρίσις περί του μη αρτίου, και οικοδομήσιμου, προήλθεν εκ της υπ' αριθμ. Δ 12/37298/1.10.2002 αποφάσεως του ΠΕΧΩΔΕ, (δ/νσις Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων), υπογραφείσα από τον Διευθυντήν Κ. Δ., η οποία όμως ανεκλήθη κατά την αιτιολογίαν της, δυνάμει της υπ' αριθμ.

Δ12/0/41383/31.10.2005 αποφάσεως της αυτής άνω υπηρεσίας με υπογραφήν από τον νέον Δ/ντήν Κ Ζ., διότι ως απεκαλύφθη - ΚΑΙ ΟΡΘΩΣ - η ως άνω έκτασις είχεν απαλλοτριωθεί ομού μετά της ετέρας τοιαύτης των 3401 τ.μ. και δι' έτερον έργον κοινής ωφελείας εις το αυτό τοπικόν ση μείον και δη δια λογαριασμόν της ΕΥΔΑΠ". Με τις προτάσεις των υποστήριξαν τα εξής: "παρασυρόμενοι από την αβάσιμον και μη ασκούσαν ουσιώδη επιρροή ανάκλησιν της υπ' αριθμ.

Δ12/37298/1-10-1002 αποφάσεως εκθέτομεν συμπληρωματικώς και επικουρικώς πλην πεπλανημένως ότι η άνω έκτασις των 1465,40 τ.μ έχει απαλλοτριωθεί δια λογαρισμαό της ΕΥΔΑΠ ...επειδή η άνω παρατήρησις είναι απλόν ιστορικόν μη ασκούν ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της δίκης ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕΝ αυτήν νομίμως και εμμένομεν εις την κυρίαν βάσιν της αιτήσεως μας η οποία ζητεί την αποζημίωσιν των 1465,40 τ.μ με βάσιν την υπ' αριθμ. 2060/2003 απόφασιν της οποίας το αμετάκλητον δεν μπορεί να ανατραπεί με μεταγενέστερη πράξη του 2005 της άνω Δ/νσεως η οποία αποδεικνύεται ψευδής και συνιστώσα και ποινικόν αδίκημα ψευδούς βεβαιώσεως".

Με βάση την άνω αίτηση ζήτησαν να καθοριστεί τιμή μονάδος αποζημίωσης για την άνω αίτηση στο ποσό των 180 ευρώ ανά τ.μ και επικουρικώς σε εκείνο των 161,40 ευρώ που όρισε η 12757/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχθείσα ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση είχε έκταση 3125 τμ για την οποία είχαν ήδη αποζημιωθεί πλήρως.

Από τις διατάξεις των αρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο, (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης), εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 613/2007).

Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το αρθρ. 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο αρθρ. 325 ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 8, 9 και 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), που έχουν εφαρμογή κατά τη διάταξη του αρθρ. 29§2 του Κώδικα αυτού "....", προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης οφειλόμενης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, αποφαίνεται οριστικά μόνο ως προς τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης και η απόφαση του, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή ως προς το ποιοι είναι οι δικαιούχοι της αποζημίωσης όχι όμως και στην δίκη περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης αφού στην περίπτωση αυτή εισάγεται τελείως διάφορο θέμα που αφορά την αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν.

Έτσι, στην περίπτωση δίκης στην οποία ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης δεν δεσμεύεται το δικαστήριο στην κρίση του ότι, η συγκεκριμένη εδαφική έκταση της οποίας ζητείται καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως έχει απαλλοτριωθεί, οφείλοντας, δεσμευόμενο από απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που έκρινε τους αιτούντες, δικαιούχους της αποζημιώσεως της συγκεκριμένης έκτασης, να δεχθεί την αίτηση και καθορίσει οριστική τιμή μονάδος, αφού δεν εισάγεται προς διάγνωση το ίδιο αντικείμενο ούτε προέρχεται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, με επίκληση, και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης.. Ο από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Τέλος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. 1149643/9014/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 12/Δ/14-1-1994), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται, για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την διάνοιξη του κόμβου Αχαρνών, στο τμήμα αυτού ,μεταξύ της Ε.Ο Αθηνών-Λαμίας και Κηφισσού ποταμού στο Δήμο Χαλκηδόνας, έκταση συνολικού εμβαδού 4.082 τ.μ., που κατά τα έγγραφα της προδικασίας φέρονται ιδιοκτήτες της υπ' αριθ. 4 ιδιοκτησίας εκτάσεως 3.125 τ.μ οι αιτούντες, εμφαίνεται δε η έκταση αυτή με τα επικείμενα της, με κλίμακα 1:500, στο από Ιουνίου 1992 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο πίνακα που συνέταξε ο ανάδοχος μηχανικός Μ.

Τ., θεώρησε ο Δ/ντής (Δ12) της Γ.Γ.Δ.Ε ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. στις 17-7-1992 και συνοδεύει την απόφαση. Με τις υπ' αριθ. 702/1995 και 12757/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης αντίστοιχα της ιδιοκτησίας των αιτούντων. Με την υπ' αριθ. 2415/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αιτούντες αναγνωρίστηκαν συνδικαιούχοι της αποζημίωσης της άνω απαλλοτρίωσης για την υπ' αριθ. 4 ιδιοκτησία τους των 3.125 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο προαναφερθέν κτηματολογικό διάγραμμα και το συνοδεύον αυτό κτηματολογικό πίνακα με περιμετρικά στοιχεία Κ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Λ-Ι-Κ.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η κηρυχθείσα με την άνω κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτρίωση αφορούσε έκταση 4.866,40, αφού ρητά τόσο στο προαναφερθέν ΦΕΚ αναφέρεται ότι η όλη απαλλοτριωθείσα έκταση είναι 4.082 τ.μ., όσο και στα άνω αναφερθέντα ήτοι το κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα η συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση ανέρχεται επίσης στα τετραγωνικά αυτά μέτρα.

Επίσης, περίτρανα, από τα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα, (αποδεικτικά), στοιχεία αποδεικνύεται ότι η απαλλοτριωθείσα και αποζημιωτέα συνιδιοκτησία των αιτούντων ανέρχεται συνολικώς σε 3.125 τ.μ ,όπως προαναφέρθηκε, και όχι σε 4.866,40 τ.μ. που αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί και γι' αυτά έχουν αποζημιωθεί κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση τους.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τις επιταγές του άρθρου 16 του ΚΑΑΑ επήλθε διόρθωση του άνω κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα και ότι μετά ταύτα υπήρξαν νέο διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακας και ότι δυνάμει της διόρθωσης αυτής ορίστηκε στα διορθωμένα αυτά στοιχεία, ότι εναπομείνασα έκταση συνιδιοκτησίας των αιτούντων εκτάσεως 1465,40 τ.μ κρίθηκε αποζημιωτέα ως μη άρτια και οικοδομήσιμη.

Περαιτέρω, επίσης δεν αποδείχθηκε, ότι έλαβε χώρα σχετικά με το ίδιο άνω έργο κάποια συμπληρωματική απαλλοτρίωση για λόγους επίσης δημοσίας ωφέλειας, δυνάμει της οποίας απαλλοτριώθηκε νέα έκταση επιφανείας 1.465,40 τ.μ συνιδιοκτησίας των αιτούντων, για την οποία θα πρέπει να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης αυτής, ή ότι με την συμπληρωματική αυτή απαλλοτρίωση, ορίστηκε ότι εναπομείνασα έκταση συνιδιοκτησίας των αιτούντων εκτάσεως 1.465,40 τ.μ κρίνεται αποζημιωτέα ως μη άρτια και οικοδομήσιμη.

Αν είχε οριστεί κάτι τέτοιο, τότε, θα δικαιούνταν ενδεχομένως οι αιτούντες ιδιαίτερης αποζημίωσης, την σχετική δε αίτηση θα κατέθεταν μαζί με την αίτηση τους για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης κατά τις επιταγές του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΛΑ., και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον για την απαλλοτριωθείσα και άνω αναφερθείσα συνιδιοκτησία τους των 3.125 τ.μ., οι αιτούντες έχουν αποζημιωθεί κατά τα ανωτέρω και δεν απομένει καμιά περαιτέρω έκταση συνιδιοκτησίας τους προς αποζημίωση και καθορισμό οριστικής μονάδος αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού του καθού Ελληνικού Δημοσίου".

Με τον πρώτο, (υπό στοιχείο α β και γ), και τον τρίτο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 8, και 16 και 11 διότι 1α) δεν έλαβε υπόψει τον ισχυρισμό των περί υπάρξεως δεδικασμένου από την 2060/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως της εκτάσεως των 1465,40 και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση των β) την παραίτηση των από την επικουρική βάση της αιτήσεως και τον περιορισμό του αιτήματος στον καθορισμό αποζημίωσης των 1450,40 τμ ως εναπομείναντος τμήματος της απαλλοτρίωσης που υπέστη σημαντική μείωση της αξίας του λόγω του μη αρτίου και οικοδομήσιμου αυτής γ) διότι δεν έλαβε υπόψει έγγραφα που αποδείκνυαν ότι το εμβαδόν του απαλλοτριούμενου ακινήτου των είναι 4.866,40 τ.μ από το οποία έκταση 1465,45 τμ δεν έχει αποζημιωθεί.

Από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν ο μεν πρώτος λόγος (1α) ότι δηλαδή το δικαστήριο κατά την εξέταση της ένδικης αίτησης δεν έλαβε υπόψει του τον νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό των, περί υπάρξεως δεδικασμένου που απορρέει την 2060/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι είναι δικαιούχοι αποζημίωσης της εκτάσεως των 1465,40 τμ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού, από την άνω απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο που να δεσμεύει το δικαστήριο, δεδομένου ότι το αντικείμενο που εισήχθη προς διάγνωση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών είναι διαφορετικό ως προς την ιστορική και νομική αιτία από εκείνο που κρίθηκε με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς και το Δικαστήριο που με την προσβαλόμενη απόφαση του απέρριψε σιωπηρά τον άνω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 και 16 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ και ο περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο (1α) λόγο αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο υπό στοιχείο 1β λόγος, ότι, δηλαδή το δικαστήριο με το να μη ερευνήσει το αίτημα του για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των 1450,40 τμ λόγω του μη άρτιου και οικοδομήσιμου αυτής, αλλά ,μόνο κατά το αίτημα των για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος λόγω απαλλοτριώσεως της έκτασης αυτής υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 αρθ.559 Κ.ΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, από την επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης και των προτάσεων των, το κατά τα ανωτέρω ενδιαφέρον μέρος περιεχόμενο των περιλήφθηκε στην αρχή της παρούσας, προκύπτει ότι το αίτημα της, όπως διατυπώνεται στην σελίδα 7 και 8 αυτής είναι "ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την εδαφική έκτασιν και μόνον των 1465,40 τ.μ εις το ποσόν των εκατόν ογδόντα ευρώ (180 Ε) ανά τμ, άλλως και επικουρικώς, εις το αμετακλήτως κριθέν υπό του Δικαστηρίου τούτου ποσόν των εκατόν εξήντα ένα ευρώ και σαράντα λεπτά (161,4) λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της έκτασης και όχι ως εναπομείνασα έκταση που κατέστη μη άρτια και οικοδομήσιμη.

Μόνο με τις προτάσεις των ζητούσαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης της άνω εκτάσεως των 1465,40 τμ ως εναπομείναν τμήμα ευρύτερης έκτασης η οποία όμως, αποτελεί απαράδεκτη, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, επέκταση του αιτήματος της αιτήσεως του, εφόσον το έτσι ζητούμενο αποτελεί ένα περαιτέρω αίτημα με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία.

Με τον επόμενο λόγο επικαλούνται πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 διότι, όπως υποστηρίζουν, η προσβαλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψει της έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει και αποδείκνυαν ότι η έκταση που απέμεινε από την ευρύτερη έκταση των 4866,40 τμ είναι 3401 τμ και κατά συνέπεια η απομείνασα έκταση των 1465,40 τμ πρέπει να αποζημιωθεί ως μη άρτια πλέον και μη οικοδομήσιμη.

Τα έγγραφα αυτά είναι α) ο αρχικός κτηματολογικός πίνακας του Μαΐου του έτους 1992 β) η με αριθμό Δ12/37106/5-11-2001 διορθωτική του άνω πίνακα απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ από την οποία προκύπτει ότι επήλθε διόρθωση του άνω πίνακα και αυξήθηκε η αρχικά απαλλοτριωθείσα έκταση κατά 276 τμ και γ) και οι 677/2002 και 2060/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες αυτοί αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης της όλης απαλλοτριωθείσας έκτασης και την ένδικης.

Από τις παραδοχές της απόφασης όπως αυτές διατυπώνονται επί λέξει πιο πάνω προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψει του για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα έγγραφα που προσήγαγαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι χωρίς να παραλείψει οποιοδήποτε αυτών, ενώ, από τα άνω επικαλούμενα έγγραφα δεν προκύπτει ότι επιδρούν στην διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος δεδομένου ότι α) με την διορθωτική πράξη του ΥΠΕΧΩΔΕ προστίθεται έκταση 276 τμ στην ήδη απαλλοτριωθείσα για την οποία όμως έχουν, όπως ιστορείται, ήδη αποζημιωθεί και β) από τις αποφάσεις περί αναγνωρίσεως δικαιούχων δεν παράγεται δεδικασμένο που να δεσμεύει το δικαστήριο στην κρίση του περί υπάρξεως δικαιώματος καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 αρθ. 559 Κ.ΠολΔ διότι, κατ' εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του αρθ, 16 παρ. 8 ΚΑΑΑ. Από τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την έκταση που απαλλοτριώθηκε σε εκτέλεση της 1149643/9014/0010/23-12-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ και δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση παραδοχών, εάν τα απαλλοτριούμενα αρχικώς 4082 τμ αποτελούν αυτοτελές κατ εμβαδόν ακίνητο και σε ποίον ανήκε αυτόν, και εάν το υπόλοιπο των 957 τμ ανήκε στην δική των ιδιοκτησία όπως αβάσιμα αυτοί κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου των υποστηρίζουν, με αποτέλεσμα και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου όλα όσα αναφέρουν για τον χρόνο που οριστικοποιήθηκε η απαλλοτρίωση δηλαδή, μόλις το 2001, αποτελούν επιχειρήματα κατά της κρίσης του δικαστηρίου και δεν καθιστούν ασαφείς ή αντιφατικές τις αιτιολογίες αυτού - Με βάση όλα τα ανωτέρω θα πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη, και διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον εκ των αναιρεσειόντων Χ. Λ. του Κ. .

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 828/2013 αίτηση αναίρεσης της 2927/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς 1075292, 2836258 σειρά Α συνολικού ποσού 120 ευρώ και τρία παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙΚ με αριθμούς 057259, 057260, 057261 σειρά Α συνολικού ποσού 180 ευρώ στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ