Supreme Court dismisses appeal regarding compensation unit price for expropriated properties due to procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the Government's appeal against the First Instance Court's compensation determination for expropriated properties. The Government argued the lower court failed to consider a specific technical report submitted by the property owners. The Court found the First Instance Court had correctly applied the Supreme Court's prior ruling by considering the new evidence while remaining free to reassess the property's surface area and value independently.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(18) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court failed to consider relevant technical evidence, but will dismiss it if the lower court properly considered such evidence while exercising its independent power to reassess factual determinations not bound by the appealed decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 738/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου και τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύουν στην Πάτρα και την Αθήνα αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του Δικαστικού Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιου Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Ι. Π., 2. Κ. συζ. Κ. Δ., 3. Β. χας Ε. Ν., 4. Π. Ν. του Ε., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... και 5. Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ... και όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Πετρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2005 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών. Εκδόθηκε η απόφαση: 1249/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των ακινήτων και επικείμενών τους που απαλλοτριώθηκαν. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 20-10-2007 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 124/2009 απόφασή του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Εφετείου Πατρών με άλλη σύνθεση. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση με την από 20-7-2009 κλήση τους. Εκδόθηκε η 861/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 29-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου".
Ως πρόσοδος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου επί αστικού ακινήτου αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης ποίοι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.
Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται, ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη "ιδίως" κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη επί αστικού ακινήτου για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου μάλιστα, ότι αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς της έννοιας της προσόδου του ακινήτου, ως ενδεικτικοί, οριζόμενου από το νόμο κριτηρίου διαγνώσεως της αξίας αυτού παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον καθορισμό της αξίας του και έτσι δεν στοιχειοθετεί την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε τιμή μονάδος αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση δυνάμει της Δ12/0/31.222/6.2.2003 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ 450 ευρώ ανά τ.μ., καίτοι κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό, όπως δέχεται, η αξία της ανέρχεται σε 181 ευρώ ανά τ.μ. ενώ εξ άλλου, ουδόλως αναφέρεται στην αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, δηλ. πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος ενόψει και της ενδεικτικής απαρίθμησης στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του απαλλοτριουμένου ακινήτου μεταξύ των οποίων και εκείνο της αξίας παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 975/2000). Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 1833/2001). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001.46).
Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων των οριστικών διατάξεων της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1124/1997), όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις ασκήσεως κυρίας παρέμβασης, ανταγωγής, αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής επεκτείνεται δε στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία τα οποία συναναιρούνται (ΑΠ 443/2006, ΑΠ 570/2005) και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1899/2005) ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της.
Έτσι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1717/2002) επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα (ΑΠ 129/2005), όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔ (ΑΠ 43/2005, ΑΠ 137/2004).
Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες δικάζει κατ' εφαρμογή των αναλόγων διατάξεων προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 852/1987). Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί μετά κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται (ΑΠ 1145/2005) εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 1343/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα με την υπ' αρ. 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα και τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας προς εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως για τη διάνοιξη της Μικρής Περιμετρικής οδού Πατρών με την υπ' αρ.
Δ12/0/31222/6.2.2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και ειδικότερα, μεταξύ άλλων και για το με ΑΚΠ 126 ακίνητο και τα επικείμενα αυτού ιδιοκτησίας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ως ανωτέρω αναιρεσίβλητη με την από 20.10.2007 αίτηση αναιρέσεως, εκτός άλλων, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την κατά το κρίσιμο χρόνο πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της και των επικειμένων αυτού και να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκε και ειδικότερα την από 12.7.2004 τεχνική έκθεση του μηχανικού Ά.
Ν.. Με την 124/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αρ.1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το μεν κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις που με επίκληση προσκόμισαν οι τότε αναιρεσείοντες και νυν αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και η ως άνω δεύτερη, το δε κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ανταίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και τότε αναιρεσείουσας καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για ισόγεια οικιακή αποθήκη και της εκ τούτων πέμπτης Ν.
Μ. για τον καθορισμό αποζημίωσης άλλων επικείμενων του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πατρών, ως δικαστήριο της παραπομπής με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αρ. 861/2010 απόφαση λαμβάνοντας υπόψη την ως ανωτέρω από 12.7.2004 τεχνική έκθεση του μηχανικού Ά.
Ν. που επικαλέστηκε και προσκόμισε η δεύτερη αναιρεσίβλητη και τότε αναιρεσείουσα, καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το με ΑΚΠ 126 απαλλοτριούμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της για το ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 92,85 τ.μ. σε 550 ευρώ ανά τ.μ. και για την ισόγεια οικιακή αποθήκη επιφάνειας 6,30 τ.μ.σε 300 ευρώ ανά τ.μ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναιρετική ως άνω απόφαση (υπ' αρ. 124/2009) καθόσον η υπόθεση συζητήθηκε στα διαγραφόμενα από την παραπεμπτική απόφαση όρια ενόσω το Εφετείο δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς το πραγματικό γεγονός της επιφάνειας του απαλλοτριωθέντος κτίσματος, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ως προς το σημείο αυτό από εκείνη και το οποίο αρρήκτως συνδεόμενο με το κεφάλαιο της αξίας του, συναναιρετείται μετ' αυτού καθ' όσον πρόκειται περί ενιαίου κεφαλαίου ενώ το αίτημα για τον καθορισμό αποζημίωσης για την ισόγεια οικιακή αποθήκη επιφανείας 6,30 τ.μ.
το Εφετείο, σύμφωνα με την αναιρετική είχε αφήσει αδίκαστο. Ο δεύτερος επομένως της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το δικαστήριο της παραπομπής για το ακίνητο με αρ. ΑΚΠ 126 καθόρισε τιμή μονάδος για μεγαλύτερης επιφάνειας κ