Legislator Case Law & Legislation
738/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against refusal of partial future income loss compensation due to procedural error.

Case Number 738/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's refusal to award compensation for partial loss of future income. The appellant argued that the lower court incorrectly dismissed this claim as a procedural violation, despite the claim having been included in the original lawsuit. The court ruled that the Second Instance Court erred by declaring the claim inadmissible under procedural law, thereby ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 769/1911, 297-300, 330, and 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: A claim for partial loss of future income included in the original lawsuit cannot be rejected as procedurally inadmissible if it merely adjusts the basis of the claim to match the disability percentage.

Keywords

AI generated
partial loss of future income procedural inadmissibility disability compensation Code of Civil Procedure remand for further examination legal error future income loss

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 769/1911
Articles 297-300 of the Civil Code
Article 330, paragraph 2, item b of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 520, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 525, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 738 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 738/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βέμο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ........, 2) Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Γκρίτζαλη και Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 553/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του και τους από 2/12/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 1/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως τόσο του κύριου δικογράφου όσο και του πρόσθετου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος τους, και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι και των δύο αυτών δικογράφων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΟΚ/1992 (Ν. 2094/1992) οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα, που έχουν προτεραιότητα.

Εξάλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.

α' και β' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11-5-1998 και ώρα 10.00 περίπου ο ενάγων οδηγούσε στην οδό ...... στην ....... του Νομού Αρκαδίας, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης (.....), δίκυκλο μοτοποδήλατο με συνεπιβάτη τον ...... .

Το δίκυκλο αυτό μοτοποδήλατο δεν είχε άδεια κυκλοφορίας. Εξάλλου, δεν είχε καλυφθεί, με ασφαλιστική σύμβαση, η αστική ευθύνη από αυτό έναντι των τρίτων. Την ίδια ώρα ο πρώτος από τους εναγομένους οδηγούσε το δημόσιας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί) ......., στην περιφερειακή οδό ... με κατεύθυνση προς την οδό ....

Η οδός ..... είναι διπλής κατεύθυνσης. Το οδόστρωμά της έχει πλάτος 5.90 μ. Διασταυρώνεται με την προαναφερόμενη περιφερειακή οδό, το οδόστρωμα της οποίας έχει συνολικό πλάτος 16 μ. Η περιφερειακή αυτή οδός είναι, στο σημείο αυτό, ευθεία σε μήκος 100 μ. Το οδόστρωμά της χωρίζεται, με διαχωριστική νησίδα, σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας, καθένα από τα οποία έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. 'Ετσι, δημιουργείται, στο σημείο της διασταύρωσης των δύο αυτών οδών, ισόπεδος οδικός κόμβος.

Πριν από τη διασταύρωση της προαναφερόμενης περιφερειακής οδού με την οδό .... υπάρχουν, από την πλευρά του οδοστρώματος, στο οποίο εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, οι ακόλουθες πινακίδες: α) παραχώρησης προτεραιότητας (Ρ-1), β) κινδύνου λόγω συχνής κίνησης παιδιών (Κ-16), γ) υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" (Ρ-2) και δ) διάβασης πεζών (Π-21).

Στο οδόστρωμα της κατεύθυνσης πορείας του πρώτου εναγομένου, πριν από τη διασταύρωση, έχει αναγραφεί η λέξη STOP. Εξάλλου, πριν από τη διασταύρωση της οδού ..... με την προαναφερόμενη περιφερειακή οδό υπάρχουν πινακίδες παραχώρησης προτεραιότητας (Ρ-1) και ένδειξης κινδύνου συχνής κίνησης παιδιών (Κ-16). Οι πινακίδες αυτές είχαν μεταφερθεί και τοποθετηθεί πρόχειρα από την κανονική τους θέση, που είναι δεξιά της πορείας του μοτοποδηλάτου, στην αριστερή πλευρά της ίδιας οδού.

Με την απόφαση ....... του Διευθυντή του Γραφείου Αστυνόμευσης - Ασφάλειας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αρκαδίας, η προαναφερόμενη περιμετρική οδός ορίστηκε ως οδός προτεραιότητας έναντι των διασταυρούμενων με αυτή οδών, εκτός από την προαναφερόμενη οδό ...... και την οδό ......... Όταν έφθασαν στη διασταύρωση αυτή, ο πρώτος από τους εναγομένους, το αυτοκίνητο του οποίου είχε αναπτύξει ταχύτητα 68 Χ/Ω, παρόλο που το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 Χ/Ω, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του, αλλά συνέχισε και εισήλθε στον προαναφερόμενο κόμβο, όταν δε έφθασε στο μέσον περίπου αυτού, το δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο είχε εισέλθει στον ίδιο κόμβο και εκινείτο από τα αριστερά, σε σχέση με την κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, όπως προαναφέρθηκε, επέπεσε στο πλάγιο μπροστινό αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου και έτσι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το δίκυκλο μοτοποδήλατο, να εκτιναχθούν στον αέρα ο ενάγων και ο συνεπιβάτης, να πέσουν στη συνέχεια στο οδόστρωμα στο οποίο εκινείτο με κατεύθυνση προς την οδό Ναυπλίου σε απόσταση 16,40 περίπου μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ο δε συνεπιβάτης πίσω από το αυτοκίνητο αυτό και να τραυματιστούν αυτοί (ενάγων και συνεπιβάτης).

Ειδικότερα, ο ενάγων έπαθε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα της πυέλου που αφορούσε τη (ΔΕ) ιερολαγόνιο και τους (ΔΕ) ηβοϊσχιακούς κλάδους, κάταγμα διάφυσης (ΔΕ) μηριαίου και υπερκονδύλιο κάταγμα (ΑΡ) μηριαίου. Η σύγκρουση αυτή και συνακόλουθα οι σωματικές βλάβες του ενάγοντος οφείλονται, κατά ποσοστό 70%, σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του δημόσιας χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου (ταξί), γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις, που επιβάλλονταν από τις πινακίδες Ρ-1 και Ρ-2 και ειδικότερα δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν από την είσοδο στον κόμβο για να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι κανένα όχημα δεν εκινείτο επί της οδού ......

και σε αντίθετη περίπτωση να παραμείνει σε στάση μέχρι την πλήρη απελευθέρωση του οδοστρώματος της κατεύθυνσης πορείας του, αλλά, συνεχίζοντας την πορεία του παρά την έντονη επισήμανση με τις προαναφερόμενες πινακίδες και την αναγραφή στο οδόστρωμα της λέξης STOP, εισήλθε στο χώρο της διασταύρωσης με αμείωτη την αρχική και αυξημένη, για κατοικημένη περιοχή, ταχύτητα των 68 Χ/Ω και χωρίς κανένα έλεγχο και έτσι παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 10, 5 παρ. 4 και 11, 12 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Ν. 2094/1992.

Συνυπαίτιος, όμως, κατά το υπόλοιπο ποσοστό (30%) είναι και ο ενάγων, οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος, όταν πλησίασε τον προαναφερόμενο ισόπεδο οδικό κόμβο, είχε μεν προτεραιότητα, δεν οδηγούσε όμως το δίκυκλο μοτοποδήλατο με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου και έτσι παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 παρ. 1 του Ν. 2094/1992...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση της συγκρούσεως του οδηγού του αυτοκινήτου, πρώτου αναιρεσιβλήτου, και έκανε εν μέρει δεκτή, την αγωγή του αναιρεσείοντος για αποζημίωση την οποία προσδιόρισε με βάση και την πιο πάνω συνυπαιτιότητά του.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών όσον αφορά το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ενώ οι αιτιάσεις για ελλειπή και αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης, διότι, αντιστοίχως, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η ταχύτητα του μοτοποδηλάτου και η 703/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που επικαλείται, και η οποία επίσης καταλόγισε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 30%, στηρίζει την κρίση της αυτή σε διαφορετική αιτιολογία, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Κατά συνέπεια, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άνω άρθρου, (όχι και από τους αριθ. 8 και 11 της ΚΠολΔ 559) με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, την υπ' αριθμ. .....

απόφαση της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αρκαδίας, που θέτει κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ορίζει ότι οι κινούμενοι στην Ν.Π.Ο.Τ. υποχρεούνται να παραχωρήσουν προτεραιότητα σ' αυτούς, που διασχίζουν τις οδούς ..... και ......, είναι αβάσιμος, διότι από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εφήρμοσε και μάλιστα ορθά την ως άνω κανονιστική απόφαση.

Επειδή κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον:... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται".

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την αγωγή του, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ζήτησε να του επιδικασθεί ως αποζημίωση, εφάπαξ, ποσό 10.000.000 δραχμών, λόγω μειώσεως της προσωπικότητάς του, η οποία συνίσταται, στο ότι, ενώ είχε όλες τις προϋποθέσεις και τα προσόντα, για να περατώσει τις γενικές σπουδές στο Λύκειο, όπου φοιτούσε πριν από το ατύχημα, και να αποκτήσει το ελάχιστο γενικό επίπεδο μορφώσεως, που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος αποκτά στη ζωή του και που είναι πολύτιμο εφόδιο στην ύπαρξή του (οικονομική, κοινωνική, καριέρα κ.λ.π.), μετά το ατύχημα και τον βαρύτατο τραυματισμό του αναγκάστηκε να σταματήσει τις σπουδές στην Α' Λυκείου και να στραφεί στο πιο απλό Τεχνικό Λύκειο, πράγμα που επέφερε μείωση της προσωπικότητάς του με λίαν δυσμενείς επιπτώσεις στην υπόλοιπη ζωή του, αφού τον κατατάσσει στους ημιμαθείς και εν πάση περιπτώσει στους στερηθέντες της πλήρους λυκειακής μορφώσεως.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν το πιο πάνω αγωγικό αίτημα με την αιτιολογία, ότι το γεγονός της διακοπής της φοιτήσεως του αναιρεσείοντος στο Ενιαίο Λύκειο Τριπόλεως και η εγγραφή του στην Α' τάξη του 1ου ΤΕΕ της πόλεως αυτής δεν αποτελεί παράνομη προσβολή με την έννοια της μειωτικής επεμβάσεως στην πνευματική ατομικότητά του.

Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 57 του ΑΚ και ο αντίθετος δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθ. 1 της Κ.Πολ.Δ. 559, του κύριου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι στερείται της απαιτουμένης σαφούς και ακριβούς αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αόριστος κι' επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν καθορίζονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως.

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 298 του ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και το εισόδημα, που το πρόσωπο αυτό θα απωλέσει στο μέλλον εξαιτίας της ανικανότητας, λόγω της βλάβης αυτής, προς εργασία.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του, ζήτησε επικουρικώς αποζημίωση για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, λόγω της αδυναμίας ολοκληρώσεως των σπουδών του (γενικών και πανεπιστημιακών) και επίσης ολικής (πλήρους) αδυναμίας ασκήσεως των αναφερομένων επαγγελμάτων εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το αυτοκινητικό ατύχημα και της εντεύθεν αναπηρίας του.

Το Εφετείο, εξετάζοντας τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι η αναπηρία του αναιρεσείοντος δεν τον επηρεάζει στις σπουδές σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ούτε τον επηρεάζει με τη μορφή της πλήρους (ολικής) αδυναμίας, για την άσκηση επαγγέλματος και ότι εντεύθεν μπορεί να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα από εκείνα που μνημονεύονται στην επικουρική βάση της αγωγής και απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της εφέσεως.

Την κρίση του αυτή το Εφετείο στηρίζει στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ...., ενώ, αναφερόμενο στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ......, εκθέτει ότι με αυτή δεν έχει αποκλειστεί με σαφήνεια η ικανότητα του αναιρεσείοντος να σπουδάσει σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα, χωρίς να υιοθετεί τη γνωμοδότηση αυτή του πραγματογνώμονα.

Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ο αναιρεσείων, εξαιτίας της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, που υπέστη στο ατύχημα, παρουσιάζει σοβαρό μεταδιασειστικό σύνδρομο, που έχει ως συμπτώματα α) κεφαλαλγία, που επιτείνεται με τις κινήσεις της κεφαλής, β) ζάλη με σκοτοδίνη, εμβοές ώτων και μεγάλη ευαισθησία στους θορύβους, γ) ψυχικές διαταραχές με αϋπνίες, έλλειψη ικανότητας προσαρμογής στην εργασία και μείωση της επαγγελματικής δραστηριότητας και δ) διαταραχές του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του, ήτοι ευερεθιστότητα, εκρηκτικότητα, συναισθηματική αστάθεια και σύντομο κάματο σε κάθε σωματική και πνευματική δραστηριότητα και ότι ο αναιρεσείων εξαιτίας της καταστάσεώς του αυτής έχει μερική αναπηρία σε ποσοστό 29% και της περαιτέρω παραδοχής της ότι ο αναιρεσείων, παρά την αναπηρία του αυτή, μπορεί να ασκήσει στο μέλλον βιοποριστικό επάγγελμα με την έννοια της ανυπαρξίας σχετικής ολικής (πλήρους) αδυναμίας του.

Επομένως, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αδυναμίας του αναιρεσείοντος να σπουδάσει και της ολικής (πλήρους) αδυναμίας του να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα στο μέλλον λόγω της αναπηρίας του, οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης ούτε αντιφάσεις ούτε ελλείψεις παρουσιάζουν και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ που αφορά το αγωγικό κονδύλιο διαφυγόντων εισοδημάτων ύψους 73.000 δρχ.

κατά την αγωγική επικουρική βάση από την ολική αδυναμία ασκήσεως άλλου επαγγέλματος εκτός του επαγγελματία ποδοσφαιριστή, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, εφόσον δεν αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που προσβάλλονται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως, ή τα κεφάλαια εκείνα, που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά. Διαφορετικά και μη συνεχόμενα αναγκαίως είναι τα περισσότερα κεφάλαια αποζημιώσεως της αναιρεσιβαλλομένης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του πρόσθετου δικογράφου πλήττεται με τις αιτιάσεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ το κεφάλαιο αποζημιώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος, από τη δραστηριότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή.

Στο ίδιο αυτό κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αφορά και ο τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου από την πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ' του ίδιου άνω άρθρου κατά το μέρος, με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τον σχηματισμό του σχετικού αποδεικτικού πορίσματός του τα ακόλουθα έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί με επίκληση και αναφέρονται στην προ του ατυχήματος ποδοσφαιρική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, ήτοι α) το .....

δελτίο αθλητικής ιδιότητας ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή της ΕΠΟ του σωματείου ΑΟ Τριπόλεως ".......", β) τα με αριθμούς ... και .... φύλλα αγώνα μικτών ομάδων ενώσεων παίδων περιόδου ....-..... της ΕΠΟ, γ) δύο δημοσιεύματα της τοπικής εφημερίδας ...... Τριπόλεως την .... και ..... και δ) η από ........ πιστοποίηση - βεβαίωση του Δ.Σ.

του Α.Ο Τριπόλεως. Και οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν σε κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που δεν προσβάλλεται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως, ούτε συνέχεται αναγκαίως με τα κεφάλαια αποζημιώσεως, που πλήττονται με αυτή και αφορούν σε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία ασκήσεως άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας και σε αποζημίωση λόγω αναπηρίας καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο, αλλά εξήτασε και δέχθηκε εν μέρει με την παράθεση σχετικής αιτιολογίας το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα χρηματικής παροχής λόγω της αναπηρίας του (άρθρο 931 ΑΚ) και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ).

Επομένως, ο τρίτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου από τις πλημμέλειες των αριθμών 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε αυτή ρητώς αναφέρεται, ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του όλου αποδεικτικού του πορίσματος, άρα και αναφορικώς με την προκληθείσα στον αναιρεσείοντα αναπηρία και τις ως άνω αγωγικές απαιτήσεις για χρηματική παροχή λόγω της αναπηρίας του αυτής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, την από ......έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου .....

και την από .... έκθεση του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος ....., καθώς και τις περιεχόμενες στην 713/2000 έκθεση του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως ένορκες βεβαιώσεις? ενώ από την περιλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του συλλογισμού έλαβε υπόψη και όλα τα άλλα, μη ρητώς μνημονευόμενα, έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε με όλα τα άλλα έγγραφα και την υπ' αριθμ.

πρωτ. ........ βεβαίωση του Διευθυντή του Β' Γενικού Λυκείου Τριπόλεως και την από ....... βεβαίωση σπουδών του Διευθυντή του 1ου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Τριπόλεως, που επικαλείται ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, ο αντίθετος τέταρτος πρόσθετος λόγος από την πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Επειδή η αγωγή, με την οποία ζητείται κατά τα άρθρα 914, 929 και 298 του ΑΚ, αποζημίωση για ολική απώλεια μελλοντικού εισοδήματος του υποστάντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του, λόγω πλήρους ανικανότητάς του προς κάθε εργασία, περιλαμβάνει λογικά και την ελάσσονα αυτής μερική απώλεια εισοδήματος, λόγω μερικής ανικανότητας προς εργασία, σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 106, 216 παρ. 1 και 219. Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως κατά την ΚΠολΔ 559 αριθ. 14 ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απαντώντας σε λόγο (τρίτος) -παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ζήτησε επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που και αυτό δεχθεί, ότι η εξαιτίας του τραυματισμού του στο αυτοκινητικό ατύχημα αναπηρία δεν τον καθιστά πλήρως ανίκανο για κάθε εργασία κι' επομένως η αγωγική αξίωση αποζημιώσεως για ολική απώλεια μελλοντικού εισοδήματος δεν είναι βάσιμη, να του επιδικαστεί αποζημίωση για απώλεια μέρους των μελλοντικών εισοδημάτων του, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της αναπηρίας του, κάτι που δεν έπραξε εσφαλμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καίτοι δέχθηκε αναπηρία του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 29%, έκρινε ότι το αίτημα αυτό συνιστά ανεπίτρεπτη δικονομικά μεταβολή της βάσης της αγωγής και το απέρριψε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο ήτοι τις άνω δικονομικές διατάξεις και εκείνες των ΚΠολΔ 520 παρ. 1, 522 και 525 παρ. 1 κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, αφού το παραπάνω αίτημα, που επανυποβλήθηκε με την έφεση, με τη μορφή παραπόνου κατά της πρωτόδικης απόφασης, περιλαμβανόταν στο αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως για ολική απώλεια εισοδήματος και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. 'Αρα, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 (όχι και από τους αριθ. 1 και 8) της ΚΠολΔ 559 και ο τρίτος, λόγος του δικογράφου των προσθέτων από τον αριθ. 14 (όχι και 8) της ΚΠολΔ 559, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτού, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που επανυποβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, στα πλαίσια παραπόνου (λόγου έφεσης) κατά της εκκαλουμένης για επιδίκαση αποζημιώσεως από την απώλεια μέρους των μελλοντικών εισοδημάτων από την εργασία του, που αντιστοιχεί στο ποσοστό (29%) της αναπηρίας του, καθώς και ως προς τη συναφή διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το άνω μέρος της αποφάσεως προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 553/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ