Legislator Case Law & Legislation
738/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and failure to submit evidence of contract terms.

Case Number 738/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals against a final judgment regarding a corporate share transfer dispute. The appellants argued the lower court violated interpretative rules and distorted private agreements, but the court found their grounds vague and unsupported by submitted evidence. Consequently, the appeals were rejected as inadmissible and baseless, and the appellants were ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246, 559, 561 K.Pol.D.; Appeals based on vague allegations of violated interpretative rules or distorted contract terms without specific legal citations or submitted evidence are inadmissible and must be dismissed.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds failure to submit evidence contract term distortion interpretative rules violation legal costs award concurrent appeals inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 K.Pol.D.
Art. 573 K.Pol.D.
Art. 407 A.K.
Art. 408 A.K.
Art. 559 K.Pol.D.
Art. 561 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 1503/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 738 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 738/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Του αναιρεσείοντος : Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τουμασάτο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : Ζ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μηνακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-3-2007 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος : Ζ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μηνακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-3-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις Του αναιρεσιβλήτου : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τουμασάτο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1994 αγωγή του Ζ1 , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 216/1995, 57/1997, 118/1998 μη οριστικές, 165/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 11/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν : ο υπό στοιχεία Α. αναιρεσείων με την από 4 Αυγούστου 2005 αίτησή του και ο υπό στοιχεία Β. αναιρεσείων με την από 30 Μαϊου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεων τους και την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 τού ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 τού ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, αλλά και επέρχεται και μείωση των δικαστικών εξόδων.

Ι.- Επί της από 4 Αυγούστου 2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1.

Κατά μεν τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 407 Α.Κ., αν η ποινή συμφωνήθηκε για τη περίπτωση της μη προσήκουσας, και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από τη ποινή, που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής,κατά δε το άρθρο 408 του αυτού Κώδικα, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ποινική ρήτρα, και αν ακόμη τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της υπόσχεσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολομ. Α.Π. 36/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που έκρινε επί αγωγής του αναιρεσείοντος για καταβολή υπολοίπου τιμήματος εκ συμβάσεως πωλήσεως εταιρικού μεριδίου, με τη πρόσθετη συμφωνία ότι σε περίπτωση που ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προβεί μέχρι την 15-3-1995 στην εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος θα είχε ο αναιρεσείων το δικαίωμα ή να επανέλθει στην εταιρεία κατά το ποσοστό συμμετοχής του, είτε να απαιτήσει το οφειλόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση, όμως θα δικαιούται να λάβει από τον αγοραστή, αναιρεσείοντα το ποσό των 2.000.000 δρχ.

ως ποινική ρήτρα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκ των αποδείξεων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα ως προς το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της καταβολής της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας: "Εξάλλου, με άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων την ίδια ημέρα, ο εφεσίβλητος μεταβίβασε στον εκκαλούντα, λόγω πώλησης, το μερίδιό του επί όλων των περιουσιακών στοιχείων της προαναφερόμενης εταιρίας, με τίμημα το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Ως προς την καταβολή του τιμήματος συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι ο εκκαλών έπρεπε να καταβάλει στον εφεσίβλητο ποσό των 500.000 δραχμών μέχρι την 31-7-1994 και το υπόλοιπο ποσό τμηματικά με τη δέσμευση να εξοφλήσει αυτό μέχρι την 15-3-1995. Ακόμη, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών δεν θα προέβαινε στην εξόφληση του τιμήματος μέχρι την 15-3-1995, ο εφεσίβλητος θα είχε το δικαίωμα, κατά την προτίμησή του είτε να επανέλθει στην εταιρία με το πιο πάνω αναφερόμενο ποσοστό συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο, είτε να απαιτήσει το οφειλόμενο ποσό και ότι σε κάθε περίπτωση ο εφεσίβλητος θα είχε το δικαίωμα να λάβει από τον εκκαλούντα το ποσό των 2.000.000 δραχμών ως ποινική ρήτρα.

Οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ότι η ισχύς της προαναφερόμενης συμφωνίας τους για την μεταβίβαση από τον εφεσίβλητον στον εκκαλούντα της εταιρικής του μερίδας θα τελούσε υπό τον όρο της έγγραφης συγκατάθεσης των εκμισθωτών του προαναφερόμενου καταστήματος, δηλαδή του Ψ1 και της Ψ2 συζ. Ψ1, αφού, αν είχε συμφωνηθεί τέτοιος όρος, θα διαλαμβάνονταν στο πιο πάνω αναφερόμενο συμφωνητικό.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι οι διάδικοι θεώρησαν τον όρο αυτό ως δεδομένο, γιατί η μη έγγραφη συγκατάθεση των εκμισθωτών θα οδηγούσε στην καταγγελία της μίσθωσης του προαναφερόμενου ακινήτου (καταστήματος). Πρέπει να σημειωθεί, ότι η δεύτερη από τους εκμισθωτές, δηλαδή η Ψ2 συζ.

Ψ1, έχει καταθέσει, κατά την εξέτασή της την 15-1-2004 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, στο ακροατήριο του οποίου είχε παραπεμφθεί ο πρώτος μάρτυρας του εκκαλούντος Β1 για ψευδορκία μάρτυρα, ύστερα από μήνυση του εφεσιβλήτου, ότι η ίδια και ο πρώτος εκμισθωτής σύζυγός της Ψ1 δεν διατύπωσαν καμμία αντίρρηση για την προαναφερόμενη μεταβίβαση.

Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά έκρινε και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, μέχρι την 31-7-1994 ο εκκαλών κατέβαλε στον εφεσίβλητο 250.000 δραχμές μόνο, ενώ έπρεπε να του είχε καταβάλει 500.000 δραχμές.

Μετά την καταβολή του ποσού αυτού, δεν πραγματοποίησε καμμία τμηματική καταβολή. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών δεν εξόφλησε μέχρι την 15-3-1995 το τίμημα που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων για το μερίδιο του εφεσιβλήτου επί των περιουσιακών στοιχείων της προαναφερόμενης εταιρίας, ο εφεσίβλητος είχε το δικαίωμα είτε να επανέλθει στην εταιρία με το ποσοστό συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο, είτε να επιδιώξει την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος, σε καθεμία δε από τις περιπτώσεις αυτές να ζητήσει την καταβολή του ποσού της ποινικής ρήτρας.

Για το ζήτημα της επανόδου του εφεσιβλήτου στην προαναφερόμενη εταιρία, ο πρώτος μάρτυρας του εκκαλούντος Β1 , που είναι αδελφός αυτού (εκκαλούντος), κατέθεσε την 19-11-1997 ενώπιον του Εισηγητή, ότι ο εφεσίβλητος συμφώνησε με τον εκκαλούντα να επανέλθει στην εταιρία, πλην, όμως, δεν επανήλθε ποτέ, ενώ την 29-3-2000 κατέθεσε ότι ο εφεσίβλητος δέχθηκε και επανήλθε για δέκα ημέρες στο προαναφερόμενο κατάστημα, όπου παρακολουθούσε τις εργασίες.

Ο δεύτερος μάρτυρας του εκκαλούντος Β2 κατέθεσε την 30-1-2002 ενώπιον του Εισηγητή με σαφήνεια, κατηγορηματικότητα και με λεπτομερή περιγραφή, ότι κατά τον Αύγουστο του έτους 1994 ο εφεσίβλητος επανήλθε στην επιχείρηση. Αντίθετα, οι μάρτυρες του εφεσιβλήτου Κ1 και Κ2, από τους οποίους ο πρώτος είναι αδελφός και ο δεύτερος πατέρας αυτού (εφεσιβλήτου), κατέθεσαν, ότι ο εφεσίβλητος δεν επανήλθε στην επιχείρηση, αφού από τον Ιούλιο του έτους 1994 δεν βρίσκονταν στη Σπάρτη, αλλά στην Αθήνα κατά τον πρώτο μάρτυρα και στη Σαντορίνη κατά το δεύτερο.

Από τις προαναφερόμενες καταθέσεις μαρτύρων πειστικότερη κρίνεται εκείνη του δεύτερου μάρτυρα του εκκαλούντος Β2, ενόψει της σαφήνειας, της κατηγορηματικότητας, της λεπτομερούς παράθεσης των πραγματικών περιστατικών και της έλλειψης οποιασδήποτε συγγενικής σχέσης με τους διαδίκους. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εφεσίβλητος, ενώ υπέβαλε μήνυση για ψευδορκία κατά του πρώτου από τους μάρτυρες του εκκαλούντος, με βάση την οποία παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ο μάρτυρας αυτός για ψευδορκίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, το οποίο τον κήρυξε αθώο, με την απόφασή του 54/2004, δεν έπραξε το ίδιο σε βάρος του δεύτερου μάρτυρα του εκκαλούντος Β2.

Με την επάνοδό του στην προαναφερόμενη επιχείρηση, ο εφεσίβλητος επέλεξε να ασκήσει το πρώτο από το δικαιώματα, τα οποία είχε στην περίπτωση της καθυστέρησης του εκκαλούντος στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε, ότι ο εφεσίβλητος δεν άσκησε το δικαίωμα της επανόδου στην επιχείρηση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο πρώτος σχετικός λόγος, συνεπώς, της κρινόμενης έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί στην ουσία της, να γίνει, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,41 ευρώ), στο οποίο έχει συμφωνηθεί η ποινική ρήτρα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Περαιτέρω δε και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, επίσης, ότι, εφόσον ο εναγόμενος έχει καταβάλει στον ενάγοντα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον πρώτο (εναγόμενο) απόδειξη, που έχει εκδοθεί από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του δεύτερου (ενάγοντος), το ποσό των 9.970 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του εναγομένου, το οποίο έχει περιληφθεί στο δικόγραφο της έφεσης, να υποχρεωθεί ο ενάγων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 εδ.

α' του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέστηκε αναγκαστικώς, αλλά και όταν υπάρχει εκούσια συμμόρφωση με το περιεχόμενο της απόφασης για την αποφυγή της αναγκαστικής εκτέλεσης, να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, και ειδικότερα να καταβάλει στον εναγόμενο το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο, ο οποίος οφείλεται από την επίδοση της απόφασης που διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (Ολ ΑΠ 5/2001).

Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως και υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του άριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι, αντιστοίχως, α) "η επάνοδος του αναιρεσιβλήτου στην εταιρία και η ανάληψη από αυτόν του εταιρικού του μεριδίου, είχε ως αποτέλεσμα τη κατάργηση, άλλως διάλυση, της κύριας ενοχικής σχέσης, δηλαδή της συμφωνίας πώλησης του εταιρικού του μεριδίου και την απαλλαγή μου, που απορρέουν από αυτή τη συμφωνία.

Με βάση τα άρθρα 407 και 408 ΑΚ η ποινική ρήτρα ως παρεπομένη συμφωνία ακολούθησε κατά νόμο τη τύχη της κύριας ενοχικής σχέσης" και β) με το να καταδικάσει τον αναιρεσίβλητο, κατά παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ, στην επιστροφή-καταβολή του ποσού των 9.970 ευρώ, για το οποίον είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης και όχι από της καταβολής ή έστω της επίδοσης της έφεσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 345, 346 και 904 Α.Κ.

Και οι δύο αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και τούτο, διότι, ως προς μεν τον υπό στοιχ. α', αυτός βασίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το δικάσαν Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν κήρυξε άκυρη την υπόσχεση της κύριας παροχής, που είναι η συμφωνία για επάνοδο στην εταιρεία ή την εξόφληση του τιμήματος εκ της πωλήσεως της εταιρικής μερίδας, το οποίον θα συνεπάγετο και την ακυρότητα της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, αλλά, αντιθέτως, δέχθηκε έγκυρη και ισχύουσα τη συμφωνία αυτή, με μόνη τη διαφορά και σε αντίθεση με αυτό που δέχθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε, ότι ο αναιρεσίβλητος επανήλθε στην εταιρία, γεγονός το οποίον και τον απάλλαξε από την υποχρέωση της καταβολής του υπολοίπου τιμήματος, σε καμμία, όμως, περίπτωση της καταβολής της ποινικής ρήτρας.

Ως προς δε τον υπό στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως, διότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, από της επιδόσεως της εφετειακής αποφάσεως, που διέταξε την απόδοση των καταβληθέντων χρημάτων με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, υφίσταται όχληση του υποχρέου προς απόδοση για καταβολή τόκων (ολομ.

Α.Π. 5/2001). Tέλoς, απορριπτέος είναι και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, κατά μεν το πρώτο μέρος του εκ του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, διότι η αντίφαση των διατάξεων δεν εντοπίζεται στο διατακτικό, της προσβαλλομένης, κατά δε το δεύτερο μέρος του εκ του αρ. 19τοu ιδίου άρθρου ως αβάσιμος, διότι, όπως από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει, αυτή και αιτιολογίες έχει και αυτές δεν είναι αντιφατικές, ώστε να στερούν την εν λόγω απόφαση από τη νόμιμη βάση της.

ΙΙ.- Επί της από 30 Μαϊου 2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Ζ1.

Επειδή, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, β) αλλά και την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Σε όλες, όμως, αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και, συνεπώς, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει αφ' ενός μεν να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, η παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη, αφ' ετέρου δε να αναφέρονται με πληρότητα α) στη πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και β) στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης.

Στη προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η πρoσβαλλoμένη απόφαση με αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ερμηνευτικό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ερμηνευτικός κανόνας της, με τον αναιρεσίβλητο, εναγόμενο και εκκαλούντα αντίδικό μου, δικαιοπραξίας μας.......", χωρίς, όμως, να αναφέρει ειδικώς τον παραβιασθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τον "συμπεριλαμβανόμενο" σ' αυτόν "ερμηνευτικό κανόνα".

Συνεπώς, και σύμφωνα προς τα προεκτεθέντα ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Αλλά και ανεξαρτήτως τούτου ο ίδιος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος και εκ του ότι δεν αναφέρεται, ότι, έστω και έμμεσα, διαπιστώθηκε κενό από το δικαστήριο της ουσίας στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν, το οποίον και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1503/2005 ΝοΒ 54. 397).

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι εκ της παραδεκτής επισκόπησης της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει, ότι διαπίστωσε παρόμοιο κενό, ώστε να καταφύγει στο δικαστήριο, που δίκασε, σε ερμηνευτικούς κανόνες. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη μομφή από το εδ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως από τις παραδοχές αυτής, που παραπάνω εκτέθηκαν σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της επανόδου του αναιρεσείοντα στην εταιρεία, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει, διαλαμβάνει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως με αιτίαση από το εδ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπό ιδίαν χρονολογίαν (1-7-1994) δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, που αφορούν το ένα στη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο και το άλλο στη πώληση στον αναιρεσίβλητο του μεριδίου του αναιρεσείοντα επί όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας.

Και τούτο, διότι δεν προσκομίζονται τα δύο αυτά κρίσιμα ιδιωτικά συμφωνητικά, ώστε το δικαστήριο να λάβει γνώση του περιεχομένου τους και να κρίνει περί της επικαλούμενης παραμορφώσεώς της ή όχι. Ο ίδιος αυτός λόγος και καθό μέρος αυτός βάλλει κατά της υπό του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση του αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς και κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει και οι δύο συνεκδικαζόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως α) από 4.8.2005 τού Χ1 και β) από 30.5.2005 τού Ζ1 για αναίρεση της 11/2005 αποφάσεως τού Εφετείου Ναυπλίου.

-

Απορρίπτει αυτές.

-

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ