Legislator Case Law & Legislation
737/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in car lease dispute, ruling insurer payment to owner not recoverable by lessee.

Case Number 737/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a car leasing company against a First Instance Court decision rejecting its claim for reimbursement of insurance proceeds. The lessee argued it should recover the insurance payout received by the owner after the car's total loss, but the court held that only the owner has the right to claim damages for illegal total destruction. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 281 of the Civil Code; The lessee cannot claim damages for the total destruction of the leased vehicle from the owner if the insurance company has already paid the owner, as the right to claim compensation for illegal total destruction belongs exclusively to the owner.

Keywords

AI generated
car lease contract total destruction insurance proceeds lessee rights owner compensation appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 643, 648-661 of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 4 of Law 4335/2015
Article 559, Number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 281 of the Civil Code
Articles 176, 180, 183, 189, Paragraph 1 and 191, Paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Paragraph 3, Item Gamma, Sub-item Delta of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1495/2001
Case 1233/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 737 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 737/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BMW ΕΛΛΑΣ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Πατίλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2394/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 16.12.2018 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 1/2019 προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 643, 648-661 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους, έμμεσα, με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), υπ' αριθμ. 2394/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 20.1.2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 4/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 3.5.2015 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης. Με την ένδικη ως άνω αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της από το παρόν Δικαστήριο και εκτιμήθηκε το περιεχόμενό της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως αυτοκινήτου μίσθωσε από την εναγόμενη το περιγραφόμενο στην αγωγή όχημα για διάστημα σαράντα οκτώ (48) μηνών, από 24-5-2007, αντί πρώτου μισθώματος ποσού 27.300 ευρώ και σαράντα επτά (47) επόμενων μηνιαίων μισθωμάτων, ποσού 1.105,86 ευρώ το καθένα, πλέον ΦΠΑ.

Με βάση την υπογραφείσα σύμβαση προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση ολικής καταστροφής του οχήματος η μίσθωση θα διακοπτόταν, η συνομολόγηση δε νέας συμβάσεως με νέο αυτοκίνητο θα προϋπέθετε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση - πλαίσιο η εναγόμενη, η οποία θα ήταν κυρία του οχήματος καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως και δικαιούχος της ασφαλίσεως, του μισθίου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο απ' αυτήν με μικτή ασφάλεια, στην ασφαλιστική εταιρία ALLIANZ, θα δικαιούτο να εισπράττει απευθείας οποιαδήποτε ποσά καταβάλλονταν στο πλαίσιο ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση επελεύσεως οποιουδήποτε καλυπτόμενου ασφαλιστικού κινδύνου, χωρίς καμία αξίωση ή δικαίωμα της μισθώτριας επί των εν λόγω ποσών.

Ταυτόχρονα με την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως μισθώσεως η εναγόμενη γνωστοποίησε στην ενάγουσα με σχετική επιστολή της ότι της χορηγεί το δικαίωμα κατά τη λήξη της συμβάσεως και εφόσον έχει εκπληρώσει όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις να προβεί σε αγορά του οχήματος έναντι ποσού 3.200 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.

Εκτός της εκπληρώσεως όλων των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας από την παραπάνω σύμβαση και την καταβολή του ως άνω ποσού, τέθηκε ως προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση του παραπάνω δικαιώματος αυτής να γνωστοποιήσει η τελευταία την σχετική βούλησή της στην εναγόμενη, καθώς και ότι αποδέχεται τους όρους της επιστολής της, με έγγραφη δήλωση επιδιδόμενη σε αυτήν, τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες προ της λήξεως της μισθώσεως, ήτοι έως την 24.5.2011, άλλως σε περίπτωση απράκτου παρελεύσεως της προθεσμίας τούτης θα αποσβέννυτο αυτοδικαίως το παραπάνω δικαίωμα της ενάγουσας και η εναγόμενη θα δικαιούτο να μεταβιβάσει το όχημα σε τρίτον.

Περαιτέρω η ενάγουσα εξέθετε στην ένδικη αγωγή της ότι τον Μάρτιο του 2011, το ως άνω μίσθιο αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Πρόεδρο της, Δ. Σ., εξετράπη της πορείας του και έπεσε σε γκρεμό από ύψος 10-15 μέτρων. Οι τεχνικοί και μηχανικοί της κατασκευάστριας εταιρίας, που εξέτασαν το όχημα, εκτίμησαν ότι λόγω των εκτεταμένων βλαβών η αποκατάσταση των ζημιών ήταν ασύμφορη, ενόψει και της αμφίβολης οδικής ασφάλειας που θα παρείχε.

Η ενάγουσα, θεωρώντας την καταστροφή του αυτοκινήτου ολική, ζήτησε από την εναγόμενη η οποία προκειμένου να αποφύγει την αντικατάστασή του με άλλο ισάξιο, υποστήριζε ότι αυτό ήταν επισκευάσιμο, να της μεταβιβάσει ένα άλλο αυτοκίνητο ισάξιο με το μίσθιο πριν τη καταστροφή του, είτε να της δώσει τη δυνατότητα να εισπράξει αυτή (η ενάγουσα) την αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία, ενώ την 27-6-2011 κατέβαλε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 3.200 ευρώ, προσφέροντας το σχετικό γραμμάτιο παρακαταθήκης στην εναγομένη, προκειμένου να γίνει εξαγορά του ανεπισκεύαστου αυτοκινήτου και μεταβίβασή του σε αυτήν.

Η εναγόμενη, εντούτοις, παρά το ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της που προβλέπονταν από την παραπάνω σύμβαση, πλην της καταβολής των τελευταίων δύο μισθωμάτων, για τα οποία ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι έλαβε χώρα άφεση χρέους εκ μέρους της εναγομένης, έχοντας καταβάλει συνολικά από την έναρξη της μισθώσεως στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των 92.170,17 ευρώ (και ενώ η λιανική τιμή πώλησης αυτού ανερχόταν σε 74.700 ευρώ + 92 ευρώ για τέλη ταξινόμησης), επιπλέον δε κατέβαλε και το παραπάνω συμφωνηθέν για την εξαγορά του ποσό των 3.200 ευρώ, αγνοώντας πλήρως την ενάγουσα και ενεργώντας κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος ως τυπικά κυρία του αυτοκινήτου, εισέπραξε το ασφάλισμα και επισκεύασε το όχημα με κόστος αποκατάστασης 54.97,.44 ευρώ, ζήτησε δε από την ενάγουσα να δεχθεί να της μεταβιβασθεί το όχημα επισκευασμένο, παρότι η τελευταία το θεωρούσε και ήταν στην πραγματικότητα ανασφαλές, μειωμένης εμπορικής αξίας σε σχέση με ένα ανάλογο αυτοκίνητο και στη συνέχεια, μεταπώλησε αυτό σε τρίτο, στερώντας από την ενάγουσα το δικαίωμα να ζητήσει αυτή ως ουσιαστικά κυρία του αυτοκινήτου από την ασφαλιστική εταιρεία την αποζημίωσή της για τις υλικές ζημίες που υπέστη λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του, η οποία ισούται με την εμπορική αξία του οχήματος ύψους 65.000 ευρώ κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Με βάση δε τη μεταξύ τους σύμβαση ερμηνευομένων των όρων του συμφωνητικού σύμφωνα με την καλή πίστη αλλά και το νόμο η εναγόμενη έφερε τον κίνδυνο από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου, επομένως έφερε και τον κίνδυνο της αδυναμίας να της μεταβιβάσει το αυτοκίνητο κατά τη λήξη της μισθώσεως, που κατά το χρόνο αυτό είχε αξία 65.000 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό αυτό, που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του ως άνω οχήματος με την παλαιότητα των 48 μηνών, άλλως να της καταβάλλει το ποσό των 54.971.44 ευρώ, ήτοι το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου που εισέπραξε η εναγόμενη από την ασφαλιστική εταιρεία για την επισκευή του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, ως σύμφωνο προαιρέσεως (ΟPTION) νοείται η νομικώς επιτρεπτή - κατ' ενάσκηση της συμβατικής ελευθερίας (Α.Κ. 361)- προπαρασκευαστική ενοχική σύμβαση, με την οποία παρέχεται στον έναν εκ των συμβαλλομένων (δικαιούχο) η εξουσία να επιφέρει αμέσως και άνευ άλλου τινός την κατάρτιση συμβάσεως - και γενικότερα έννομης σχέσεως - ορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου (συνήθως πωλήσεως ή μισθώσεως) με μόνη τη μονομερή δήλωσή του προς τον δεσμευόμενο αντισυμβαλλόμενό του, ότι ασκεί το δικαίωμά του προαιρέσεως.

Στο σύμφωνο προαιρέσεως ο δικαιούχος τυγχάνει φορέας διαπλαστικού δικαιώματος, με την άσκηση του οποίου η δια του συμφώνου τούτου ρύθμιση τίθεται σε ισχύ, ασκείται δε το δικαίωμα αυτό με την περιέλευση στον αντισυμβαλλόμενο της μονομερούς και απευθυντέας (Α.Κ. 167) δηλώσεως βουλήσεως του δικαιούχου, ότι ασκεί το περί ου ο λόγος δικαίωμά του, οπότε και επέρχεται αυτομάτως η κατά περιεχόμενο προκαθορισμένη αλλοίωση της ενοχής, χωρίς την ανάγκη συμπράξεως και του ετέρου μέρους.

Η τελείωση της καταρτίσεως της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως θεωρείται ότι συντελείται άμα τη περιελεύσει της μονομερούς δηλώσεως περί ασκήσεως του δικαιώματος προαιρέσεως στον δεσμευόμενο (Α.Κ. 176), εντός της συμβατικώς προβλεπόμενης ή ερμηνευτικώς συναγόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, οπότε και το περιεχόμενό της αναπτύσσει νομικώς δεσμευτική ενέργεια, γεννώνται, δηλαδή, τα εκατέρωθεν εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Έτσι, αν τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν ρητώς προθεσμία εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα προαιρέσεως, το τελευταίο αποσβέννυται, αν ο δικαιούχος αφήσει να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία και δεν ασκήσει το δικαίωμά του. Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (Α.Π. 245/2018, Α.Π. 533/2008, Α.Π. 1581/2007). Δεν δημιουργείται, όμως, αμφιβολία και δεν υπάρχει κενό στη δήλωση βουλήσεως στην περίπτωση που ο δηλών εκφράστηκε σαφώς και περιέλαβε στη δήλωσή του όλα όσα θέλησε (Α.Π. 1281/2013).

Η κρίση του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1243/2013), εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια (ολ. Α.Π. 590/1968, Α.Π. 84/2008, Α.Π. 721/2003, Α.Π. 600, 601/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, δέχεται, αναφορικά με το νόμω βάσιμο της ένδικης αγωγής, τα ακόλουθα: ".....

ωστόσο, η παραπάνω αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, ως αβάσιμη κατά το νόμο ως προς την κύρια και τις επικουρικές βάσεις στις οποίες επιχειρήθηκε να εδρασθεί, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους κατ' ιδίαν λόγους της κρινομένης εφέσεως. Ειδικότερα η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, που σχετίζεται με την ευθύνη της εναγομένης λόγω της διατεινόμενης από την ενάγουσα μη εκπληρώσεως της ένδικης συμβάσεως και ειδικότερα ως προς το σκέλος αυτής που αφορά την ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της εναγομένης να μεταβιβάσει στην ενάγουσα μετά τη λήξη της μισθώσεως, αυτοκίνητο ισάξιο με αυτό που καταστράφηκε.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η σύμβαση που συνέδεε την εναγόμενη με την ενάγουσα, κατά τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", αποτελεί απλή σύμβαση μισθώσεως αυτοκινήτου (άρθρο 574 επ. ΑΚ), η οποία κατά τους όρους της λύθηκε αυτοδικαίως με την επέλευση της ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου.

Η εναγόμενη εκμισθώτρια είχε υποχρέωση να διατηρεί το πράγμα κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση του καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, η ίδια, επίσης, έφερε όλους τους κινδύνους καθώς και τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής ή απώλειας του μίσθιου αυτοκινήτου και για το λόγο αυτό διατηρούσε ασφαλισμένο το πράγμα κατά του κινδύνου καταστροφής, χωρίς να έχει εκ του νόμου, αλλά και συμβατικά, όπως επίσης προκύπτει από το παρατιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο των όρων της, υποχρέωση να το αντικαταστήσει με δικές της δαπάνες, με άλλο ίσης αξίας, σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής του.

Αντιθέτως, κατά το ιστορικό της αγωγής, μεταξύ των διάδικων μερών συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου, η μίσθωση θα λύνεται. Επίσης από το ίδιο το εκτιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο των όρων της ένδικης συμφωνίας σε σχέση με το χορηγούμενο στην ενάγουσα δικαίωμα εξαγοράς του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, ουδόλως προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι σε περίπτωση τυχαίας καταστροφής κατά τη διάρκεια της μισθώσεως η εναγόμενη όφειλε να μεταβιβάσει στην ενάγουσα άλλο όχημα ισάξιο τούτου ή ότι όφειλε να της εκχωρήσει τα δικαιώματά της από την σύμβαση ασφαλίσεως που είχε η ίδια συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία, ως κυρία του οχήματος καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, η οποία δυνάμει της συμβάσεως δικαιούταν να εισπράττει απευθείας οποιαδήποτε ποσά καταβάλλονταν στο πλαίσιο ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση επελεύσεως οποιουδήποτε καλυπτόμενου ασφαλιστικού κινδύνου, χωρίς καμία αξίωση ή δικαίωμα της μισθώτριας επί των εν λόγω ποσών.

Ούτε, εξ άλλου, κενό της συμβάσεως σε σχέση με το δικαίωμα εξαγοράς του εν λόγω οχήματος μετά τη λήξη της μισθώσεως προκύπτει, το οποίο, ερμηνευόμενο με βάση την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 200 Α.Κ.), να οδηγεί σε κατάφαση δικαιώματος της ενάγουσας να απαιτήσει από την εναγόμενη είτε να της μεταβιβάσει άλλο όχημα ισάξιο με το συγκεκριμένο χωρίς να έχει υποστεί μείωση της αξίας του, λόγω του ατυχήματος, ή να της εκχωρήσει τις απαιτήσεις της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε λόγω μη εκπλήρωσης αυτών να δικαιούται αποζημιώσεως.

Ούτε, επίσης, με βάση τις αρχές της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών προκύπτει εν προκειμένω ότι επιβάλλεται επέμβαση του δικαστηρίου, για την συμπλήρωση με τον αιτούμενο στην αγωγή τρόπο των αξιώσεων της ενάγουσας από την ένδικη σύμβαση. Επομένως, με βάση το ιστορούμενο στην αγωγή περιεχόμενο της ένδικης συμβάσεως και σύμφωνα με το νόμο δεν θεμελιώνεται υποχρέωση της εναγόμενης σε περίπτωση καταστροφής του αυτοκινήτου ή μειώσεως της αξίας αυτού, διαρκούσης της μισθώσεως, να μεταβιβάσει στην ενάγουσα άλλο αυτοκίνητο ισάξιο με το καταστραφέν όχημα κατά το χρόνο της καταστροφής αυτού, που σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους αποτελούσε και χρόνο λήξης της μισθώσεως......".

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν απλή σύμβαση μισθώσεως αυτοκινήτου, ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι σε περίπτωση ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου όπως θεωρούσε η ενάγουσα ότι υπέστη το αυτοκίνητο στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το μίσθιο αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον Πρόεδρο της μισθώτριας ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εξετράπη της πορείας του και έπεσε σε γκρεμό η μίσθωση θα λύνεται και ότι η εκμισθώτρια του αυτοκινήτου - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν είχε ούτε εκ του νόμου, ούτε εκ της συμβάσεως υποχρέωση να το αντικαταστήσει με δικές της δαπάνες, με άλλο ίσης αξίας, σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής του κατά τη διάρκεια της μισθώσεως.

Καθ' όσον δε αφορά στο χορηγούμενο στη μισθώτρια του αυτοκινήτου - ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικαίωμα εξαγοράς του οχήματος, το Εφετείο έκρινε ότι δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι σε περίπτωση τυχαίας καταστροφής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της μισθώσεως με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η εκμισθώτρια όφειλε να μεταβιβάσει στη μισθώτρια άλλο όχημα ισάξιο τούτου, δηλαδή με την παλαιότητα των 48 μηνών κυκλοφορίας ή ότι όφειλε να της εκχωρήσει τα δικαιώματά της από τη σύμβαση ασφαλίσεως, την οποία αυτή (εκμισθώτρια) είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρία.

Προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο ως προς το παραπάνω ζήτημα δεν διαπίστωσε με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή την ύπαρξη κενού στη συγκεκριμένη σύμβαση, ούτε δέχθηκε αμφίβολα σημεία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Για την κρίση του αυτή το Εφετείο σχετικά με το περιεχόμενο της αγωγής, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στη σύμβαση και στο περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, όπως αυτά αναφέρονταν στην αγωγή χωρίς να προβεί σε ερμηνεία των κατ' ιδίαν δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, κρίνοντας, συνακολούθως, ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή "δεν υφίσταται ανάγκη επεμβάσεως του δικαστηρίου για τη συμπλήρωση, με τον αιτούμενο στην αγωγή τρόπο των αξιώσεων της ενάγουσας από την ένδικη σύμβαση".

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., γιατί παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας κενού και αμφιβολίας για την εξέλιξη και τις συνέπειες ματαιώσεως του συμφώνου προαιρέσεως στην περίπτωση της τυχαίας καταστροφής του αυτοκινήτου, στη συνέχεια προβαίνει σε ερμηνεία των όρων της συμβάσεως, δεχόμενο ότι με βάση τη σύμβαση δεν θεμελιώνεται το αιτούμενο δικαίωμά της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερθέν πόρισμά του, αν και χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για τη μη ύπαρξη κενού το γεγονός ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη στη σύμβαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, για το λόγο ότι η ως άνω αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι επιχείρημα του δικαστηρίου, ενδεικτικό έμμεσης διαπίστωσης κενού, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, σχετικά με την εξέλιξη και τις συνέπειες του δικαιώματος εξαγοράς του αυτοκινήτου σε περίπτωση καταστροφής αυτού και προσπάθειας ερμηνείας της συμβάσεως, αλλά αντίθετα είναι η κρίση του (ήτοι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εκφράστηκαν σαφώς και περιέλαβαν στη σύμβαση εκείνο ακριβώς που ήθελαν, δεν ήθελαν δε αυτοί - συμβαλλόμενοι - να τεθεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη στη σύμβαση), στην οποία κατέληξε, κατά τα προεκτεθέντα, στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως, όπως αυτό παρατίθετο στην αγωγή, χωρίς να προβεί σε οποιουδήποτε είδους ερμηνεία, την οποία, άλλωστε, ρητώς, απέκλεισε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ., με τη σύμβαση της μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα και κατά τη διάταξη του άρθρου 575 του ίδιου Κώδικα, ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ` όλη τη διάρκεια της μισθώσεως.

Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 336 του Α.Κ. ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 338 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν ο οφειλέτης απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του, επειδή βρισκόταν σε αδυναμία να την εκπληρώσει από γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη οφείλει να αποδώσει στο δανειστή καθετί που περιήλθε σ` αυτόν εξαιτίας αυτού του γεγονότος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 του Α.Κ. αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για το αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας.

Από το συνδυασμό των προεκτεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μισθώσεως ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μισθώσεως.

Αν το μίσθιο, μετά την παράδοση της χρήσεώς του στο μισθωτή, καταστραφεί ολικώς ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία ο εκμισθωτής ελευθερώνεται από την ως άνω υποχρέωσή του να το διατηρήσει κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση για όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, διότι τούτο αποτελεί επιγενόμενη αδυναμία παροχής του εκμισθωτή, αποτέλεσμα της οποίας είναι η άμεση λύση της συμβάσεως μισθώσεως.

Σε περίπτωση που η καταστροφή του μισθίου είναι μερική και ευχερής η αποκατάσταση των ζημιών, πρόκειται περί απλής φθοράς και ο εκμισθωτής είναι υποχρεωμένος να επισκευάσει αυτό. Το ποσό της απαιτούμενης δαπάνης για την αποκατάσταση των φθορών είναι αδιάφορο, κατ' αρχήν όμως, διότι αν οι δαπάνες αυτές είναι υπέρογκες και απαιτείται ριζική επισκευή κατά τις αρχές της καλής πίστεως δεν είναι δυνατό να υποχρεωθεί ο εκμισθωτής να τις πληρώσει και να αποκαταστήσει πλήρως το μίσθιο, αλλά αντίθετα θα κριθεί ότι πρόκειται περί ολικής καταστροφής, η οποία συνεπάγεται τη λύση της μισθώσεως.

Έτσι, σε περίπτωση ολικής καταστροφής του μισθίου, κατά τη διάρκεια της μισθώσεως, από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία, ο εκμισθωτής απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωσή του προς παροχή, οφείλει όμως στο μισθωτή καθετί που περιήλθε σ' αυτόν εξ αιτίας της αδυναμίας παροχής (ήτοι της αδυναμίας του να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος).

Το "περιελθόν", επομένως, αποτελεί όφελος για τον οφειλέτη της αδύνατης παροχής, το οποίο βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση προς την αδυναμία παροχής και αποτελεί αξία που εισέρχεται, μερικά ή ολικά, στη θέση της αδύνατης παροχής. Ο αιτιώδης σύνδεσμος που απαιτείται να υπάρχει μεταξύ της αδυναμίας παροχής (ως αιτίου) και της αποκτήσεως από τον οφειλέτη του "περιελθόντος" (ως αποτελέσματος) δεν εκλαμβάνεται υπό την αυστηρά λογική του έννοια.

Απαιτείται και αρκεί μία εσωτερική, ουσιαστική σχέση μεταξύ των δύο στοιχείων. Το ότι το "περιελθόν" πρέπει να αποτελεί αξία, που αντισταθμίζει την απολεσθείσα παροχή και εισέρχεται στη θέση αυτής, έστω και εν μέρει, σημαίνει ότι για τον οφειλέτη - εκμισθωτή, ο οποίος οφείλει μόνο τη χρήση του μισθίου πράγματος και όχι καθολικά αυτό τούτο το πράγμα ως προς όλες τις χρησιμότητές του, δηλαδή όχι την κυριότητα επ' αυτού, δεν αποτελεί "περιελθόν" η αξίωση για το τίμημα από πώληση του πράγματος σε τρίτο ή η αποζημίωση, που υποχρεούται να καταβάλει στον οφειλέτη της αδύνατης παροχής - εκμισθωτή, λόγω της καταστροφής του πράγματος, ο υπαίτιος της καταστροφής ή ασφαλιστική εταιρία.

Τούτο δε, γιατί οι αξιώσεις αυτές αντικαθιστούν την όλη αξία του πράγματος και όχι μόνο την αξία της χρήσεως και πολύ λιγότερο την τελευταία αξία για ορισμένο μόνο χρονικό διάστημα, όσο θα είχε δικαίωμα ο δανειστής της αδύνατης παροχής - μισθωτής για χρήση του πράγματος. Σχετικώς το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω στην ένδικη υπόθεση δεν τυγχάνει, επίσης, βάσει των περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, εφαρμογής το άρθρο 380 εδαφ. 2 Α.Κ., κατά το οποίο δεν επέρχεται κοινή απαλλαγή εάν στη θέση της αδύνατης παροχής ο οφειλέτης αυτής (εν προκειμένω η εναγόμενη) διατήρησε ή απέκτησε άλλο όφελος με την έννοια του περιελθόντος και ο δανειστής της αδύνατης παροχής (εν προκειμένω η ενάγουσα) το ζήτησε από τον οφειλέτη, διότι, το περιελθόν πρέπει ν' αποτελεί αξία που αντισταθμίζει την απολεσθείσα παροχή και να εισέρχεται στη θέση αυτής.

Τούτο σημαίνει ότι για τον οφειλέτη (εν προκειμένω την εναγόμενη), ο οποίος κατά τον χρόνο που επήλθε η καταστροφή, κατά την αγωγή, του πράγματος, όφειλε τη χρήση ή κάρπωση του καταστραφέντος αυτοκινήτου και όχι καθολικά αυτό τούτο το πράγμα ως προς όλες τις χρησιμότητές του (δηλ. όχι την κυριότητα επ' αυτού), δεν αποτέλεσε περιελθόν η αποζημίωση που υποχρεώθηκε να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία, λόγω καταστροφής του πράγματος, γιατί οι αξιώσεις αυτές αντικαθιστούν την όλη αξία του πράγματος και όχι μόνο την αξία της χρήσης ή κάρπωσης [...................].

Πέραν τούτου όμως και όσον αφορά το σκέλος του συμφώνου προαιρέσεως και της διατεινόμενης αδυναμίας της εναγομένης να μεταβιβάσει το όχημα που μίσθωσε στην ενάγουσα κατά το χρόνο λήξης της μισθώσεως δεν αποτελεί περιελθόν η αποζημίωση που εισέπραξε, δεδομένου ότι κατά την αγωγή το ποσό αυτής δαπανήθηκε, για την αποκατάσταση των ζημιών του συγκεκριμένου οχήματος για το οποίο (η εναγομένη) δεν απέκρουσε το δικαίωμα της ενάγουσας να το εξαγοράσει, αλλά αντιθέτως εκτίθεται στην αγωγή ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα να το αγοράσει, η μη εξαγορά δε αυτού δεν οφείλεται στην αδυναμία της εναγόμενης να το μεταβιβάσει, αλλά στην μη σύμφωνη με το περιεχόμενο της σύμβασης άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς του συγκεκριμένου οχήματος μετά την επισκευή του από την ενάγουσα, η οποία θεωρούσε ότι αντικείμενο της εξαγοράς έπρεπε να είναι όχι το όχημα τούτο μετά την επισκευή του, λόγω του ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν παρείχε ασφάλεια, αλλά άλλο ισάξιο.

Η μεταπώληση δε, μετά την απόσβεση του δικαιώματος εξαγοράς από την ενάγουσα του οχήματος σε τρίτον και η είσπραξη του τιμήματος που αποτελεί τελικά και αυτό που περιήλθε στην εναγομένη, λόγω της μεσολαβήσασας αρνήσεως της ενάγουσας να το αγοράσει και την απόσβεση, κατά την συμφωνία τους, του δικαιώματός της, δεν συνδέεται αιτιωδώς με αδυναμία της εναγόμενης προς εκπλήρωση της παροχής της...".

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι: α) εφ' όσον η εκμισθώτρια - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο καταστροφής του αυτοκινήτου και της εντεύθεν αδυναμίας παροχής της χρήσεώς του στη μισθώτρια - ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, όφειλε μόνο τη χρήση του και όχι καθολικά τούτο ως προς όλες τις χρησιμότητές του (δηλ.

και την κυριότητά του), η αποζημίωση, την οποία εισέπραξε από την ασφαλίζουσα το όχημα ασφαλιστική εταιρία, δεν αποτελεί "περιελθόν", κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αντίθετα αποτελεί αντιστάθμισμα της όλης αξίας του εκμισθωθέντος αυτοκινήτου και όχι μόνο της αξίας της απολεσθείσας χρήσεως αυτού και β) ακόμη και στο πλαίσιο της αδυναμίας της εκμισθώτριας να μεταβιβάσει στη μισθώτρια το αυτοκίνητο, κατά τη λήξη της μισθώσεως, σε εκτέλεση του επικαλούμενου από αυτήν συμφώνου προαιρέσεως, η εισπραχθείσα από την πρώτη (εκμισθώτρια) ασφαλιστική αποζημίωση δεν αποτελεί περιελθόν, διότι το ποσό αυτό δαπανήθηκε για την αποκατάσταση των φθορών του επιδίκου οχήματος, ενώ στη συνέχεια η εκμισθώτρια προσέφερε στη μισθώτρια επισκευασμένο το αυτοκίνητο προς εξαγορά, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να το πράξει και ότι η μη εξαγορά αυτού από τη μισθώτρια ενάγουσα δεν οφείλεται στην αδυναμία της εκμισθώτριας εναγομένης να της το μεταβιβάσει, αλλά στη μη σύμφωνη με το περιεχόμενο της συμβάσεως άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς του συγκεκριμένου οχήματος μετά την επισκευή του από την μισθώτρια ενάγουσα, η οποία θεωρούσε ότι αντικείμενο της εξαγοράς έπρεπε να είναι όχι το όχημα τούτο μετά την επισκευή του, αλλά άλλο ισάξιο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προεκτεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν (Α.Π. 412/2015).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημίας.

Ως παράνομη συμπεριφορά θεωρείται εκείνη που προσβάλλει όχι μόνο κάποιο απόλυτο ή σχετικό δικαίωμα κάποιου άλλου, αλλά και εκείνη που παραβιάζει κάθε κανόνα δικαίου, ο οποίος έχει τεθεί για την προστασία ιδιωτικών αποκλειστικά ή και ιδιωτικών συμφερόντων, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι συμβατικός δεσμός μεταξύ ζημιώσαντος, όπως και εκείνη που αντίκειται στο επιβαλλόμενο από το παραπάνω άρθρο 914 Α.Κ.

γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον. Έτσι για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Παρανομία, συνεπώς, συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Πράξη παράνομη, η οποία μπορεί να γεννήσει αξίωση για αποζημίωση, όταν συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 914 του Α.Κ. είναι και η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, την οποία ρητώς απαγορεύει το άρθρο 281 του Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ούτε η επικουρική θεμελίωση της κυρίας αξιώσεως της ενάγουσας ύψους 65.000 € και της επικουρικής ύψους 54.971,44 ευρώ, στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης, η οποία ως τυπική κυρία του αυτοκινήτου εισέπραξε την παραπάνω αποζημίωση (54.971,44 ευρώ) από την ασφαλιστική εταιρεία, παρά την εναντίωση της ενάγουσας και προέβη σε επισκευή του ζημιωθέντος οχήματος το οποίο και προσέφερε στην ενάγουσα για να το αγοράσει, αντί να ικανοποιήσει τις αξιώσεις αυτής για μεταβίβαση άλλο ισάξιου οχήματος ή του ιδίου ανεπισκεύαστου όμως, προκειμένου να εισπράξει τούτη το ποσό της αποζημιώσεως, ως ζημιώδους παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς αυτής που αιτιωδώς προκάλεσε στην ενάγουσα τις ως άνω ζημίες, είναι υπό τα ως άνω επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά νόμιμη.

Η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία κατά τους αναφερόμενους σε αυτήν όρους της ένδικης συμβάσεως ήταν η μόνη δικαιούχος, καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, της ενάγουσας (μισθώτριας) μη έχουσας οιοδήποτε δικαίωμα απορρέον από την μεταξύ της εναγομένης και της ασφαλιστικής εταιρείας συμβάσεως ασφαλίσεως, η οποία (εναγόμενη) όπως δικαιούνταν ως κυρία του οχήματος, βάσει του σχετικού όρου της συμβάσεως και του νόμου εισέπραξε το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως και προέβη σε επισκευή του οχήματος που αποτέλεσε αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αρνούμενη να προβεί στην μεταβίβαση του συγκεκριμένου οχήματος πριν την επισκευή του, αντιθέτως ζητώντας από την εναγόμενη να δεχθεί να της μεταβιβασθεί το επισκευασμένο όχημα στο οποίο διοχετεύθηκε και κατά την αγωγή το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που εισέπραξε, δεν ενέχει κατάχρηση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να θεμελιωθεί στην καταχρηστικότητα τούτη ως παρανομία υποχρέωση αυτής να αποκαταστήσει την επικαλούμενη ζημία που φέρεται αιτιωδώς να συνάπτεται με την συμπεριφορά αυτή.

Τούτο δε διότι η εναγόμενη ασκώντας τα απορρέοντα από την ένδικη σύμβαση δικαιώματά της, ως μοναδική κυρία του οχήματος και δικαιούχος της αποζημιώσεως, φέρεται να εισέπραξε αυτήν και να την διοχέτευσε στην αποκατάσταση του οχήματος που είχε δικαίωμα να εξαγοράσει η ενάγουσα μετά τη λήξη της μισθώσεως εφόσον τηρούνταν και οι υπόλοιποι όροι, προσέφερε δε το όχημα μετά την επισκευή του στην ενάγουσα, όπως όφειλε, για να το αγοράσει.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι τεχνικοί που εξέτασαν το όχημα μετά το ατύχημα της εξέθεσαν ότι τούτο δεν θα παρείχε την ίδια παθητική ασφάλεια μετά την επισκευή του και ότι θα ήταν μειωμένης αξίας, δεν καθιστούν την σύμφωνη με το νόμο και τη συμφωνία των διαδίκων άσκηση των δικαιωμάτων και ευχερειών που είχε η εναγομένη να εισπράξει το ποσό της αποζημιώσεως να επισκευάσει το όχημα παρά την αντίθετη επιθυμία της ενάγουσας και ακολούθως να προσφέρει το επισκευασμένο όχημα προς μεταβίβαση στην εναγομένη καταχρηστική, καθώς δεν συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών κατά την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων της εναγομένης, τέτοια που να προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή να προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση σε βάρος της ενάγουσας, λόγω π.χ.

άκρως δυσμενών επιπτώσεων σε βάρος της, αποδοκιμαστέα εντός των γενικών πλαισίων της κοινωνικοοικονομικής ζωής σε σχέση με την ορθολογιστική συμβίωση βάσει των επικρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ώστε να δύναται να θεμελιωθεί στα περιστατικά που επικαλείται η ενάγουσα, καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της εναγομένης, ως πράξη κατ' αρχήν παράνομη δυνάμενη να γεννήσει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς της ότι έσφαλε η εκκαλουμένη ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τις ανωτέρω θεμελιώσεις της, διότι δέχθηκε ότι η αγωγή στηρίζεται σε σύμβαση μισθώσεως και διέλαθε της διερευνήσεως και ορθής νομικής αξιολογήσεώς αυτής ότι οι παραπάνω αξιώσεις της (κύρια και επικουρική) στηρίζονταν στο έτερο σκέλος της μικτής συμβάσεως που συνήψε με την ενάγουσα, η οποία θεμελίωνε δικαίωμα προσδοκίας κτήσης της κυριότητας του αυτοκινήτου, το οποίο αδυνατούσε πλέον μετά την ολοσχερή καταστροφή του παραπάνω οχήματος να αποκτήσει, δημιουργώντας έτσι αφενός μεν ευθύνη της ενάγουσας η οποία είχε αναλάβει τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής αυτού να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο ή να καταβάλει σε αυτήν ως αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης την πλήρη αξία οχήματος με την παλαιότητα των 48 μηνών, αφετέρου η ως άνω συμπεριφορά της ως αντικείμενη στις αρχές που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και κατά συνέπεια παράνομη και υπαίτια, προσβάλλοντας το δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως, αφού δεν μπορούσε πλέον να μεταβιβασθεί σε αυτήν όχημα με την αξία που είχε το καταστραφέν εάν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, προκάλεσε αιτιωδώς την ως άνω ζημία.

Ωστόσο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η κατάρτιση στα πλαίσια της ένδικης συμβάσεως και συμφώνου προαιρέσεως, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα (μισθώτρια), στο τέλος της μισθωτικής περιόδου, μπορούσε να εξαγοράσει το μίσθιο αυτοκίνητο, καταβάλλοντος ένα ποσό ως τίμημα, ουδόλως θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση είτε με βάση τη σύμβαση είτε με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις για την μεταβίβαση άλλου οχήματος ισάξιου με το καταστραφέν ή για την εκχώρηση των αξιώσεων της ενάγουσας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε να τίθεται ζήτημα αποζημιώσεώς της λόγω μη εκπλήρωσης της συμβάσεως ή λόγω αδικοπραξίας, καθόσον η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης δεν πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις.

Εξάλλου από την ίδια την αγωγή δεν προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις που ετίθεντο από την επιστολή της εναγομένης για την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας περί αγοράς του συγκεκριμένου οχήματος και απόκρουση τούτου από την πλευρά της εναγομένης. Αντιθέτως προκύπτει ότι η εναγομένη και η ασφαλιστική εταιρία που αποτελούσαν και τις συμβαλλόμενες στη σχετική σύμβαση ασφαλίσεως προχώρησαν σε επισκευή του οχήματος όπου και αναλώθηκε το σύνολο του ποσού που η εναγόμενη εισέπραξε ως αποζημίωση, και η ενάγουσα δεν προέβη σε σύμφωνη με την συμφωνία τους άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς, αξιώνοντας την μεταβίβαση άλλου οχήματος ισάξιου με το ζημιωθέν με την παλαιότητα των 48 μηνών ή την μεταβίβαση του οχήματος ανεπισκεύαστου προκειμένου να αξιώσει αυτή την αποζημίωση, δικαίωμα όμως που ουδόλως εδράζεται στο νόμο και στις ανωτέρω συμφωνίες.

Το ότι πράγματι εν τέλει η ενάγουσα, μολονότι εκπλήρωσε το σημαντικότερο μέρος των υποχρεώσεών της, βρέθηκε να μην έχει λάβει την αντιπαροχή που προσδοκούσε, δυνάμει της συμφωνίας τους, δεν αποδίδεται αιτιωδώς, με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, σε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης ή σε συμπεριφορά αυτής αντικείμενη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά, αλλά σε μη σύμφωνη με τις ανωτέρω διατάξεις άσκηση των δικαιωμάτων που παρείχε η ως άνω σύμβαση στην ενάγουσα, των οποίων το γράμμα, αλλά και το πνεύμα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοια ερμηνεία της συμβάσεως, που να καθιστά τις ένδικες αξιώσεις νόμιμες".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, και να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική θεμελίωση της κύριας αξιώσεως και της επικουρικής στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, πέραν βεβαίως της αοριστίας του, εφ' όσον η αναιρεσείουσα, εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 281 του Α.Κ., που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές της απόψεις γι' αυτές, δεν εξειδικεύει και το κατά την εκδοχή της ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων, ισχυριζόμενη μόνο ότι σε αντίθεση με ό,τι δέχθηκε το Εφετείο "η συμπεριφορά (της εκμισθώτριας του αυτοκινήτου) συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών κατά την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων της εναγομένης, τέτοια που να προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή να προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση σε βάρος της ενάγουσας, λόγω π.χ.

άκρως δυσμενών επιπτώσεων σε βάρος της, αποδοκιμαστέα εντός των γενικών πλαισίων της κοινωνικοοικονομικής ζωής σε σχέση με την ορθολογιστική συμβίωση βάσει των επικρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ώστε να δύναται να θεμελιωθεί στα περιστατικά που επικαλείται η ενάγουσα, καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της εναγομένης, ως πράξη κατ' αρχήν παράνομη δυνάμενη να γεννήσει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις".

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 936 και 974 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση παράνομης βλάβης του αυτοκινήτου νομιμοποιείται να αξιώσει αποζημίωση για τη δαπάνη της επισκευής και εκείνος ο οποίος δυνάμει οποιασδήποτε έννομης σχέσεως κατέχει και εκμεταλλεύεται τούτο κατά το χρόνο της βλάβης και υποχρεούται να το διατηρεί σε κατάσταση, που επιτρέπει την χρησιμοποίηση και απόλαυση των εξ αυτού ωφελημάτων.

Όμως, σε περίπτωση παράνομης ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου και προσβολής, συνεπώς, του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 Α.Κ.), αποζημίωση, συνιστάμενη στη χρηματική του αξία, λόγω καταστροφής του, δικαιούται να απαιτήσει μόνο ο κύριος και όχι ο νομέας ή κάτοχος (Α.Π. 1495/2001, Α.Π. 1233/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε το επικουρικό αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας περί υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το ποσό των 54.971,44 ευρώ, που αυτή (αναιρεσίβλητη) εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η εναγωγή της τελευταίας για την καταβολή του ανωτέρω ποσού δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στην ιδιότητα της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) ως μισθώτριας και κατόχου του καταστραφέντος οχήματος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, συνεπώς, ο συναφής, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν βεβαίως της αοριστίας του, εφ' όσον η αναιρεσείουσα, εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 281 του Α.Κ., που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές της απόψεις γι' αυτές, δεν εξειδικεύει και το κατά την εκδοχή της ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.12.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019 αίτηση για αναίρεση της 2394/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ