Legislator Case Law & Legislation
737/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court's finding of vagueness was not a reviewable error under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 737/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellants argued the lower court erred by finding the claim vague rather than by a substantive legal violation. The court determined the lower court's reasoning addressed quantitative or qualitative vagueness, which falls outside the scope of reviewable errors under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may review procedural documents for errors only if they constitute a reviewable ground under Articles 559 or 560, and a finding of vagueness regarding a claim's support does not qualify as a reviewable error if it pertains to quantitative or qualitative insufficiency rather than a substantive legal violation.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds vagueness of claim reviewable error substantive law violation quantitative vagueness procedural documents

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 345/2015
Supreme Court Case 201/1999
Supreme Court Case 756/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 737 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 737/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακόσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Μ. του Μ., 2)Κ. Γ. του Θ. και 3)Σ. Ο. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, που κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία", με τον διακριτικό τίτλο "... S.A." και με νέα επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία", με διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στην ..., διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 16-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6205/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 18581/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 12-9-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(ΙΙ).- Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής [άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2 ΚΠολΔ], γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ δηλ., αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του (αγωγικού) δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ταυτίζεται με το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δηλ., εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της.

Η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως λόγος αναιρέσεως και, με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται, αναιρετικώς, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία (ΑΠ ολ. 112/2008, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 167/2011, ΑΠ 669/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). (ΙΙΙ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 Συντάγματος, 3 παρ.1, 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 11 και 16 παρ.3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27 / 8.3.1990) -και όπως ο ν. 1876 / 1990 ίσχυσε στο έτος 2009- προκύπτουν (και) τα εξής:

Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας.

Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε. ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ.Σ.Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α., δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους, μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε.

ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η Σ.Σ.Ε. καταρτίζεται ή η Δ.Α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέρα από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., μετά τη λήξη τους, ήτοι (και) με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, εφ' όσον είναι ορισμένης διάρκειας, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο ενώ, μετά την πάροδο του εξαμήνου από την ως άνω λήξη τους ('μετενέργεια', το χρονικό διάστημα δηλ., μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της Σ.Σ.Ε.

ή της Δ.Α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, ως ενδοτικοί κανόνες δικαίου. Πλην όμως, η επί εξάμηνο καθώς και πέραν του εξαμήνου ('μετενέργεια') εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων, Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που έληξε, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου διαρκείας της, ως άνω, δεν εκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με την ατομική σύμβαση εργασίας, πάντως, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, εγκύρως, μισθός και δια παραπομπής σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη [άρθρο 361 ΑΚ], οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με το μισθό, όπως καθορίζεται από αυτές τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για τη νομική επάρκεια αγωγής περί καταβολής ή συμπληρώσεως των νομίμων αποδοχών και λοιπών παροχών του εργαζομένου, δεν απαιτείται να αναφέρονται, ειδικά, προκειμένου να είναι το δικόγραφό της ορισμένο και η αγωγή παραδεκτή [άρθρα 216 παρ.1 στοιχείο (α), 118 παρ.4, 111 ΚΠολΔ], οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., εφ' όσον εφαρμόζονται αυτές, αυτεπαγγέλτως, εάν εκτίθενται στο δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά, που επισύρουν την εφαρμογή τους, δηλ.

η εργασιακή σχέση των διαδίκων μερών, το είδος της επιχειρήσεως, που ο εργοδότης ασκεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ιδιότητα των διαδίκων, ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, είναι στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των από αυτήν εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς, είναι αναγκαίο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση της οικείας αγωγής.

Δεν είναι απαραίτητο, όμως, το συγκεκριμένο στοιχείο να αναφέρεται ειδικώς στο δικόγραφο, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, εφ' όσον δια της αγωγής διώκονται αποδοχές ή άλλες παροχές από συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. στην οποία οι αξιώσεις θεμελιώνονται. Αν ο εναγόμενος - εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος - εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων - εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του [άρθρο 224 εδ. (β) ΚΠολΔ] και να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η αοριστία αυτή του δικογράφου της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται, ως αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, εφ' όσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί (ΑΠ 149/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Οι αποδοχές όσων ασχολούνται στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ρυθμίζονται, στο χρονικό διάστημα 1.1.2009 - 31.12.2009, από την Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας [Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.] "εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας" (Πράξη Καταθέσεως Υπ.

Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 23 / 25.5.2009), η οποία καταρτίσθηκε, ως ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2009 και δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική. (

ΙV).- Το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ- ορίζει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας ενώ δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξ αιτίας αοριστίας του δικογράφου της ή ως μη νόμιμη (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 135/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(V).- Επίσης, όπως ορίζει το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως 'πράγματα' θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν 'πράγματα', όταν έχουν αυτοτέλεια δηλ., όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. 'Πράγματα', υπό την άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 625/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η 12.9.2018 (Γ.Α.Κ. 19944/Ε.Α.Κ. 3378/14.9.2018 - Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων 1.- Μ. Μ. του Μ., 2.- Κ. Γ. του Θ. και Σ. Ο. του Ε., απάντων κατοίκων ... κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία '... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Ανώνυμος Εταιρία' και τον διακριτικό τίτλο '...

ΑΕ', που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (με υποκατάστημα στην ...) και νομίμως εκπροσωπείται. Προσβάλλεται δε, η 18581/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 29.11.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί [i].- της από 1.12.2015 (Α.Κ. ....12.2015 - Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης) εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων και [ii].- της από 28.9.2016 (Ε.Κ.Δ. ... / 30.9.2016 - Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) αντεφέσεως των αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της αντεφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκκαλούμενη ήταν η 6205/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 28.9.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.12.2014 (Ε.Κ.Δ. .../23.12.2014) καταψηφιστικής αγωγής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσίβλητης. Στην από 1.12.2015 έφεση υπήρχε και αίτηση - αίτημα της εκκαλούσης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της 6205/2015 πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κηρυχθεί μερικώς προσωρινώς εκτελεστή [άρθρο 914 ΚΠολΔ].

Με την 6205/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, που αφορά απαιτήσεις των εναγόντων από παροχή εξηρτημένης εργασίας για το έτος 2009, κρίθηκε νόμιμη, κατά την κυρία βάση της από τη σύμβαση εργασίας και μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση της στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, κατά την κυρία βάση της. Δια της 18581/2017 αποφάσεως, που προσβάλλεται, (α).- η έφεση με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων και η αντέφεση συνεκδικάσθηκαν, (β).- η αντέφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, ενώ η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία, (γ).- εξαφανίσθηκε η 6205/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν την κυρία βάση της αγωγής, ενώ κρίθηκε ότι τα κεφάλαια που αφορούν την επικουρική βάση της αγωγής, δεν εκκαλούνται, (δ).- στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή κατά την κυρία βάση της, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, ενώ έγινε δεκτή και στην ουσία η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της 6205/2015 πρωτόδικης αποφάσεως.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 14.9.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 20.7.2018, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, της 18581/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσβάλλεται (βλ. .../20.7.2018 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Λ.

Π. Κ.), δεδομένου ότι το διάστημα από 1.8.2018 μέχρι 31.12.2018 δεν υπολογίζεται. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 122, 139 παράγραφοι 1 και 2, 96, 143 παρ.1, 123, 126, 144, 145, 147, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 18581/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία? αναφέρεται δε, η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία, στη σκέψη της ως άνω 18581/2017 αποφάσεως, με την οποία η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, κρίθηκε απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της και απορριπτέα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως έγινε δεκτό στην υπό στοιχείο (ΙV) μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραθέτουν τα νομικά επιχειρήματά τους, που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η εκδοχή τους ότι δικαιούνται το μισθό, όπως καθορίζεται, με την από 8.4.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Τα νομικά αυτά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων δεν είναι 'πράγματα', κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχείο (V) μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, τις αιτιάσεις ότι η 18581/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (i).- ευθέως παραβίασε τα άρθρα 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παράγραφοι 4 και 5, 11 παρ.2 ν. 1876/1990 και (ii).- ευθέως παραβίασε το άρθρο 361 ΑΚ? έτσι, απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, ενώ το δικόγραφό της ήταν ορισμένο και η αγωγή παραδεκτή, αφού στο ιστορικό της εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των παραπάνω άρθρων του ν. 1876/1990, επίσης, αναφέρεται η από 8.4.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που αποτελεί περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας καθενός από τους αναιρεσείοντες.

Από την με ημερομηνία 16.12.2014 ένδικη αγωγή και την 18581/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, χάριν της εξετάσεως του παραδεκτού και της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

-Με την ένδικη αγωγή, οι (αναιρεσείοντες) ενάγοντες επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωσή της ότι δι' εγκύρων συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκαν, ως φύλακες, στην εργοδότρια (αναιρεσίβλητη) εναγομένη, κατά το κρίσιμο έτος 2009 και είχαν υπαχθεί στο μισθολογικό καθεστώς, που προβλέπεται από την με ημερομηνία 8.4.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.), η εφαρμογή της οποίας [Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.] περιλαμβάνονταν και ως όρος, της ατομικής τους συμβάσεως εργασίας. Ζήτησαν, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον εξ αυτών Μ. Μ. το συνολικό ποσό των (6.591,7) ευρώ, στον εξ αυτών Κ. Γ. το συνολικό ποσό των (14.653,71) ευρώ και στον εξ αυτών Σ. Ο. το συνολικό ποσό των (11.185,88) ευρώ, (i).- για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, από τη σύμβαση εργασίας, άλλως, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό καθώς και (ii).- για εργασία νύκτα (προσαύξηση), (iii).- για αμοιβή εργασίας ημέρα Σάββατο, (iv).- για εργασία ημέρα Κυριακή και ημέρες αργίας (προσαύξηση και αποζημίωση από τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως), (v).- για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, (vi).- για υπερεργασία (προσαύξηση) και κατ' εξαίρεση - παράνομη υπερωρία (προσαύξηση) και (vii).- για επίδομα αδείας.

-Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, (1).- διότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ενώ θέτουν, ως βάση των μισθολογικών τους αξιώσεων συγκεκριμένη Ε.Κ.Σ.Σ.Ε., ήτοι την από 8.4.2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε., δεν αναφέρουν ότι οι ίδιοι και η εργοδότριά τους - εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν αυτή την Ε.Κ.Σ.Σ.Ε. ούτε μετά τον ισχυρισμό της εναγομένης περί μη δεσμεύσεώς της από αυτή την από 8.4.2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε., η οποία δεν κηρύχθηκε, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική, συμπλήρωσαν, παραδεκτώς, με τις προτάσεις τους, την αγωγή ότι οι ίδιοι και η εναγομένη είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν την από 8.4.2009 Ε.Κ.Σ.Ε. και (2).- διότι έκρινε ότι "οι ενάγοντες δεν στηρίζουν την αγωγή τους, με σαφή και ξεκάθαρο, δηλαδή ορισμένο, τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης (κατ' άρθρο 361 ΑΚ), απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της από 8.4.2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε., οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων".

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία (ΙΙ) και (ΙΙΙ) νομικές σκέψεις, είναι απορριπτέος και, ειδικότερα: Κατά την υπό στοιχείο (i) αιτίαση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την κρίση του για αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παράγραφοι 4 και 5, 11 παρ.2 και 16 παρ.3 ν. 1876/1990, όπως οι αναιρεσείοντες τις επικαλούνται, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα τα πιο πάνω άρθρα απαιτούν προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος.

Κατά την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι η ως άνω κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν αναφέρεται στη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος του ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 361 ΑΚ] ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, αλλά αναφέρεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία.

Πλέον συγκεκριμένα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της ένδικης αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο, έκρινε ότι για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της, με σαφήνεια, η συμφωνία να αμείβονται οι αναιρεσείοντες για την απασχόλησή τους στην αναιρεσίβλητη με το μισθό, που καθορίζεται στην από 8.4.2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε. [άρθρο 361 ΑΚ]? έτσι, το δικαστήριο της ουσίας εξέφρασε κρίση, που μπορεί να ελεγχθεί, μόνο, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ.

Πλην όμως, η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως λόγος αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 18581/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σύνολό της.

Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2, 106 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.9.2018 αίτηση για αναίρεση της 18581/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 14 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 25 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ