Supreme Court suspends appeal hearing pending full court resolution on conflicting statute of limitations precedents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding a labor dispute judgment to prevent contradictory rulings. The core issue involved conflicting precedents on whether a specific appeal statute of limitations was three or six years, depending on the publication date of the lower court decision. The court determined that resolving this legal question required a full court decision to ensure uniformity, thus delaying the appeal's merits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend an appeal hearing when the admissibility depends on a legal issue requiring a full court decision to resolve conflicting precedents on the statute of limitations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 737 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 737/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Τιμόθεου Σιγάλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Α. Ε. του Ι. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Τσιαδήμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 484/2008 μη οριστική και 610/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4185/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ.
ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.
2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές, άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία, εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δυο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Με τη ρύθμιση αυτή μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, από τριετή που προέβλεπε η ως άνω διάταξη πριν την τροποποίηση της. Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ν. 4335/2015 και υπό τον παράτιτλο μεταβατικές διατάξεις ορίσθηκε στην παρ.2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ.4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016.
Περαιτέρω, με τις 519 /2017 και 520/2017 αποφάσεις του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η νέα διάταξη με την οποία εισάγεται διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1-1-2016 κατ' αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτής μετά την 1-1-2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη.
Ότι σε περίπτωση που εντός της διετίας 1-1-2016 έως 1-1-2018 λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης πριν την 1-1-12016, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά τη χρονολογία αυτή κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β' ΕισΝΑΚ.
Αντίθετα, με τις 1035/2017 και 1176/2017 αποφάσεις του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η καταχρηστική προθεσμία αίτησης αναίρεσης η οποία ασκήθηκε μετά την 1-1-2016 κατ' αποφάσεως με χρόνο δημοσίευσης πριν την ημερομηνία αυτή είναι διετής από τη δημοσίευσή της. Τέλος, λόγω της ως άνω διαφωνίας, με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου, έχει παραπεμφθεί στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα αν η καταχρηστική προθεσμία για άσκηση αναίρεσης για αιτήσεις οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016 και στρέφονται κατ' αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή καταλαμβάνεται από την προγενέστερη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας.
3. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 23-12-2016 με αριθμό κατάθεσης 1046/23-12-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4185/30-6-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Προκύπτει, όμως, ότι το παραδεκτό της ένδικης αίτησης, περί του οποίου κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 ΚΠολΔ πρώτα συζητεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εξαρτάται από την κρίση για το ως άνω ζήτημα. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει εύλογη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση απόφασης επί της ενδίκου αιτήσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ως άνω ζήτημα από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση επί της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ