Legislator Case Law & Legislation
737/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging evidence evaluation rather than ignoring legal arguments.

Case Number 737/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's property ownership ruling. The appellants argued the First Instance Court failed to consider a specific prior decision regarding their ownership rights, but the Court found this argument legally flawed. The Court determined the appeal was inadmissible because it challenged the court's assessment of evidence rather than a failure to address a valid legal argument.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 226 no. 4 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it alleges a defect regarding the evaluation of evidence or the weighing of facts, as these fall within the discretionary power of the lower court and do not constitute a failure to consider a legal argument.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation fact assessment property ownership code of civil procedure discretionary power legal argument

Cited Legislation

AI generated
Art. 498 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 no. 1 and 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 no. 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 226 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 and 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.A.P. 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 737 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 737/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Χ. Λ. το γένος Ν. Φ., 2) Κ. Λ. του Χ., 3) Ν. Λ. του Χ., 4) Σ. Λ. του Χ., κατοίκων ...", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γκαρίλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 59/2014 Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 14-11-2015 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 2-12-2015, όσο και κατά την προκείμενη νέα, μετ’ αναβολή από τη δικάσιμο της 3-2-2016, δικάσιμο της 2-11-2016, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει η αναιρεσίβλητη και ότι οι απολιπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (2-12-2015) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμ. ... /24-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ.

Δ. Θ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 5-9-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 2-12-2015 και κλήση προς τους αναιρεσείοντες για να παραστούν κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Γ.

Σ. του Ι., ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., αν και ως εκ περισσού κλητεύθηκαν, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 11.963/19-9-2016 έκθεση επίδοσης της ίδιας, ως άνω, δικαστικής επιμελήτριας, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του Α.Κ. συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος ( άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική (συγ)κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις πρώτες εγγραφές καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο …, γεωτεμάχιο στη θέση ...

του Δήμου ..., στο υπ’ αριθμ. ..., με εμβαδόν 2.935 τετραγωνικών μέτρων, έλαβε ΚΑΕΚ ... και φερόμενους δικαιούχους πλήρους κυριότητας τους τρεις τελευταίους εκκαλούντες, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 16,67/100 ο δεύτερος, 16,66/100 ο τρίτος και 16,67/100 ο τέταρτος, με τίτλο κτήσεως την υπ’ αριθμ. .../21-9-2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ...

Κωνσταντίνου Βλάχου, νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο ..., δυνάμει της οποίας οι παραπάνω εκκαλούντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία της θείας τους Β. Φ. του Ν. και Φ., που απεβίωσε το 2004 στην Αθήνα, δυνάμει της από 26 Ιανουαρίου 2004 ιδιόγραφης διαθήκης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στο Πρωτοδικείο Ευρυτανίας με αριθμό πρακτικού 71/7-7-2004.

Με την διαθήκη της αυτή η προαναφερθείσα κληρονομούμενη εγκατέστησε μοναδικούς συγκληρονόμους της, σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, καθένα των τριών τελευταίων των εκκαλούντων, τέκνα της αδερφής της Ε. συζ. Χ.Λ., πρώτης εκκαλούσας, επί του ανήκοντος σ’ αυτήν ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου μεταξύ των άλλων κληρονομιαίων ακινήτων και του παραπάνω οικοπέδου, που φέρει ΚΑΕΚ ....

Επιπλέον, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../13-12-2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Βλάχου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο ... ,στο κτηματολογικό φύλλο του παραπάνω ακινήτου φέρονται ως δικαιούχοι ψιλής κυριότητας οι τρεις τελευταίοι εκκαλούντες, κατά τα παραπάνω ποσοστά ο καθένας αυτών εξ αδιαιρέτου και δικαιούχος ισόβιας επικαρπίας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εκκαλούσα.

Εντός του ανωτέρω οικοπέδου υπάρχει παλαιά ετοιμόρροπη διώροφη οικία, επιφανείας 88,80 τετραγωνικών μέτρων ο κάθε όροφος και αποθήκη επιφάνειας 58,30 τετραγωνικών μέτρων. Το παραπάνω ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ ..., η πρώτη των εκκαλούντων το μεταβίβασε, κατά το παραπάνω ποσοστό, κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στους τρεις τελευταίους των εκκαλούντων τέκνα της, παρακρατώντας η ίδια την ισόβια επικαρπία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Αυτό είχε περιέλθει στις ανωτέρω δικαιοπαρόχους των τριών τελευταίων των εκκαλούντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, από κληρονομία των γονέων τους: 1)Ν. Φ., που απεβίωσε το έτος 1976, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθμ. .../1977 πράξη αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Δημητρίου, που έχει μεταγραφεί νομίμως και 2)Φ.

χήρας Ν. Φ., το γένος Χ. και Β. Ρ., που απεβίωσε το έτος 1985, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθμ. .../1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Βλάχου, που έχει μεταγραφεί νομίμως, σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. .../1998 και .../1999 πράξεις του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που, επίσης, έχουν μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου ....

Ο ανωτέρω δικαιοπάροχος αυτών Ν. Φ. από το έτος 1953 μέχρι τον χρόνο του θανάτου του (1976) νέμονταν το παραπάνω ακίνητο για δικό του λογαριασμό, ασκώντας επ’ αυτού εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του και, συγκεκριμένα, ανήγειρε εντός του οικοπέδου, αφού εξέδωσε άδεια στο όνομά του, διώροφη πέτρινη οικοδομή, στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του, φύτεψε καρποφόρα δέντρα και συντηρούσε αυτό, αντιποιούμενος το εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας των υπολοίπων συγκυρίων του ακινήτου, δηλαδή των συγκληρονόμων του πατέρα του Ι.

Φ. του Κ.. Στους κληρονόμους του Ι. Φ., ο οποίος πριν την καταστροφή της πόλεως του ... είχε στην νομή του ακίνητο στην ίδια περιοχή, εκτάσεως 3.447 τετραγωνικών μέτρων, είχε περιέλθει δυνάμει του από 20-4-1951 παραχωρητηρίου της εκπροσωπούσας την Κτηματική Ομάδα ... Επιτροπής, που έχει μεταγραφεί νομίμως στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου ...

στον τόμο … και στον αριθμό …, το εξ ομαδικής τακτοποιήσεως προκύψαν νέο οικόπεδο εντός της πόλεως του ..., το χαρακτηριζόμενο υπ’ αριθ. ..., εκτάσεως 1.660 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εν μέρει ταυτίζεται με το παραπάνω ακίνητο, στα πλαίσια των αποφάσεων του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδομήσεως περί εφαρμογής της πράξεως ομαδικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων της καταστραφείσας πόλης του ....

Ως εκ τούτου, ο Ν. Φ., κατά τα προεκτεθέντα, κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενος, όχι μόνον την παραπάνω παραχωρηθείσα έκταση, άλλα μεγαλύτερη και, συγκεκριμένα, αυτήν που ταυτίζεται με το προαναφερόμενο ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Περαιτέρω, κατά τις αρχικές εγγραφές έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

με φερόμενη δικαιούχο πλήρους κυριότητας, σε ποσοστό 100%, την εφεσίβλητη Μ. Β. του Κ., με τίτλο κτήσεως την υπ’ αριθμ. .../28-11-2002 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Σ.Μερκούρη, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο .... Με την πράξη αυτή η εφεσίβλητη αποδέχθηκε την εξ αδιαθέτου επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομία της αποβιωσάσης το έτος 1989 μητέρας της Γ.

χήρας Κ. Β. και για λογαριασμό της ως άνω μητέρας της, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, την εκ διαθήκης επαχθείσα στην μητέρα της κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1954 πατέρα της μητρός της Κ. Χ., αποτελούμενη από το παρακάτω περιγραφόμενο οικόπεδο. Ειδικότερα, δυνάμει της από 6-8-1942 ιδιόγραφης διαθήκης του απώτερου δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης Κ.

Χ., που δημοσιεύθηκε νομίμως από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 5.742/26-10-1955 πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία, αυτός εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, κληρονόμο του την μητέρα της εφεσίβλητης Γ. χήρα Κ. Β., στην οποία κατέλειπε ένα οικόπεδο εντός σχεδίου του Δήμου ... επί του υπ’ αριθμ. ..., επί της οδού ..., εκτάσεως 227,03 τετραγωνικών μέτρων κατά τον παραπάνω τίτλο και 224 τετραγωνικών μέτρων κατά το Κτηματολόγιο.

Το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... και με τον αριθμό ... του υπ’ αριθμ. ... στο από τον Σεπτέμβριο του 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ο. και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Φ. (εκκαλούντων), βορειοδυτικώς επίσης με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Φ., νοτιοδυτικώς με ιδιοκτησία Κ.

Τ., νοτιοανατολικώς με πρώην ιδιοκτησία Παπαγιανόπουλου και με διανοιχθείσα οδό ... και ανατολικώς με οδό .... Το οικόπεδο αυτό είχε περιέλθει στον Κ. Χ. ως εξής: Κατ’ αρχήν αυτός είχε αποκτήσει προ του έτους 1940 ένα ακίνητο (κήπο) εντός της πόλεως του ..., όπως αυτός περιγράφεται στην προαναφερθείσα από 6 Αυγούστου 1942 ιδιόγραφη διαθήκη του.

Στην συνέχεια, με το από 16 Απριλίου 1952 παραχωρητήριο της εκπροσωπούσας την Κτηματική Ομάδα Καρπενησιού Επιτροπής, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../7-11-1949 απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο ... και το οποίο εκδόθηκε με βάση:

α) την υπ’ αριθμ. .../31-5-1950 απόφαση του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, με την οποίαν κυρώθηκε η από 19-9-1949 συνταχθείσα πράξη ομαδικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων της κτηματικής ομάδας ..., β) την υπ’ αριθμ. .../28-4-1950 απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδομήσεως "Περί εφαρμογής της πράξεως ομαδικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων της καταστραφείσας κωμοπόλεως ..." και γ) την υπ’ αριθμ. 21/25-10-1950 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Καρπενησίου "Περί προσωρινού καθορισμού αποζημιώσεων λόγω της ομαδικής τακτοποιήσεως κ.λπ.", παραχωρήθηκε στον Κ.

Χ. το εκ της ως άνω ομαδικής τακτοποιήσεως προκύψαν νέο οικόπεδο με στοιχεία: αριθμ. πιν. ... και αριθμό οικοπέδου .../15, εκτάσεως 229 τετραγωνικών μέτρων. Το παραχωρηθέν αυτό οικόπεδο ταυτίζεται απολύτως ως προς τα όρια, το σχήμα και την έκταση του με το παραπάνω περιγραφόμενο στον τίτλο κτήσεως της εφεσίβλητης οικόπεδο, καθώς και με αυτό που φέρει στο Κτηματολόγιο ΚΑΕΚ ...

και αποτυπώνεται στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από το παραπάνω χρονικό σημείο της παραχωρήσεως (1952) ο Κ. Χ. ασκούσε επ’ αυτού συνεχώς μέχρι και τον χρόνο του θανάτου του το έτος 1954 εμφανείς διακατοχικές πράξεις, οι οποίες αρμόζουν στην φύση και στον προορισμό του και με τις οποίες εξεδήλωνε την βούλησή του να το εξουσιάζει ως κύριος αυτού.

Συγκεκριμένα, το φρόντιζε και το επέβλεπε από καταπατήσεις τρίτων, ενώ μετά τον θάνατό του συνέχισε τις ίδιες υλικές διακατοχικές πράξεις νομής (φροντίδα, επίβλεψη από καταπατήσεις τρίτων) η θυγατέρα του και εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Β. μέχρι και τον χρόνο του θανάτου της το έτος 1989 και, εν συνεχεία, μέχρι και σήμερα η εφεσίβλητη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της παραπάνω μητέρας της Γ.

Β., η οποία, μάλιστα και υπέβαλε την σχετική δήλωση για την καταχώρηση του παραπάνω ακινήτου στο Κτηματολόγιο. Τμήμα του παραπάνω ακινήτου και, συγκεκριμένα, έκταση 153,55 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτό περιγράφεται στο από τον Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. Χ. με τα στοιχεία ..., που βρίσκεται νοτιοανατολικώς του προπεριγραφέντος ακίνητου των εκκαλούντων με ΚΑΕΚ ...

και συνορεύει βορείως, νοτίως και δυτικώς με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εκκαλούντων με ΚΑΕΚ ... και ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, που φέρει ΚΑΕΚ ..., αποτελεί το επίδικο. Όμως, επ’ αυτού του εδαφικού τμήματος, όπως προεκτέθηκε, η εφεσίβλητη Μ. Β. κατέστη αποκλειστική κυρία με παράγωγο τρόπο, βάσει των προαναφερομένων τίτλων κτήσεως, αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αυτή βασίμως ισχυρίζεται.

Αντιθέτως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι επί του συγκεκριμένου τμήματος αυτού, τόσον οι εκκαλούντες όσον και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, άσκησαν συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής από το έτος 1952 και εφεξής. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτών Ν. Φ. νεμήθηκε σχεδόν διπλάσια έκταση σε σχέση με το παραχωρηθέν σ’ αυτόν και στους λοιπούς κληρονόμους του πατέρα του Ι.

Φ. προκύψαν νέο οικόπεδο εκτάσεως 1.660 τετραγωνικών μέτρων, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η οποία έκταση που συνολικώς νεμήθηκε, ταυτίζεται με το ακίνητο που φέρει σήμερα στο κτηματολόγιο ΚΑΕΚ ... (2.935 τετραγωνικά μέτρα), αλλά όχι και με το ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά προκύπτουν και με πληρότητα αποδεικνύονται από την σαφή και μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα ανταποδείξεως Κ.

Κ., ο οποίος επιβεβαίωσε την άσκηση πράξεων νομής της εφεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου, την οποία κατάθεση το Δικαστήριο θεωρεί αξιόπιστη. Τούτο, γιατί η κατάθεσή του ενισχύεται και από τα προαναφερθέντα έγγραφα, που προσάγει και επικαλείται η εφεσίβλητη, από τα οποία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με την ευρύτερη έκταση, την οποίαν η ίδια νέμεται διανοία κυρίου και κατέχει, όπως αναλυτικότερα προεκτέθηκε.

Αντιθέτως, η εξετασθείσα για λογαριασμό των εκκαλούντων, οι οποίοι φέρουν το βάρος αποδείξεως των αγωγικών τους ισχυρισμών, μάρτυρας αποδείξεως ανέφερε μεν πράξεις νομής των τελευταίων, πλην, όμως, δεν προσδιόρισε αν οι πράξεις αυτές αφορούν και το επίδικο τμήμα, αφού κατέθεσε γενικώς ότι οι τελευταίοι ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο, που παλαιότερα νέμονταν ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Ν.

Φ., το οποίο, όμως, απλώς είναι όμορο του επιδίκου. Επίσης, από κανένα από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει, αφενός μεν, ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους των εκκαλούντων, αφετέρου δε, ότι τόσον αυτοί, όσον και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν επ’ αυτού πράξεις νομής, ώστε να καταστούν συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, από κανένα ισχυρό αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο επικαλούμενος παράγωγος τρόπος κτήσεως κυριότητας των εκκαλούντων επί του επιδίκου, αφού αυτοί δεν το απέκτησαν από αληθείς κυρίους, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και η επικουρική βάση της κτήσεως της κυριότητας των εκκαλούντων του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας.

Και τούτο, διότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής τόσον αυτών όσον και των δικαιοπαρόχων τους επ’ αυτού. Έτσι, η ανωτέρω αρχική εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... δεν είναι ανακριβής και δεν προσβάλλει εμπράγματο δικαίωμα των εκκαλούντων επί του επιδίκου, όπως αυτοί ισχυρίζονται, ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε κατάφαση των αγωγικών ισχυρισμών.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων ως αβάσιμη κατ’ ουσία, δεν έσφαλε, αλλά, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την ένδικη αναγνωριστική (συγ)κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, θεμελιούμενη κυρίως στον παράγωγο τρόπο και επικουρικώς στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσία την έφεσή τους, δεχθέν ότι:

α) το επίδικο τμήμα ακινήτου, εκτάσεως 153,55 τ.μ., ταυτίζεται απολύτως ως προς τα όρια, το σχήμα και την έκτασή του με το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης και ότι επ’ αυτού η τελευταία κατέστη αποκλειστική κυρία με παράγωγο τρόπο, βάσει των προαναφερόμενων κτητικών τίτλων αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και β) δεν αποδείχθηκε ότι επ’ αυτού (επιδίκου) τόσο οι αναιρεσείοντες όσο και οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι) άσκησαν συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής από το έτος 1952 και εφεξής, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, κρίνοντας ειδικότερα αναφορικά με την ύπαρξη νομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους ότι αυτοί δεν άσκησαν πράξεις νομής για μια συνεχή εικοσαετία με διάνοια κυρίου καθώς και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους Ν.

Φ. και Φ. χήρα Ν. Φ., το γένος Χ. Ρ., δεν υπήρξαν κύριοι του επιδίκου, κατά το χρόνο του θανάτου τους (1976 και 1985 αντίστοιχα), με έκτακτη χρησικτησία και έτσι οι καθολικοί διάδοχοί τους Β. Φ. του Ν. και Ε. χήρα Χ. Λ., το γένος Ν. Φ., (άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων) δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή ή με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν απέκτησαν κυριότητα επ’ αυτού (επιδίκου) παραγώγως, σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής τους, καθόσον οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι) δεν ήσαν αληθείς κύριοι αυτού, αφού ουδέποτε νεμήθηκαν τούτο και έτσι δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, για το λόγο ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η κυριότητα επί του επιδίκου ανήκει στην εναγόμενη - αναιρεσίβλητη κατά παράγωγο τρόπο, καθόσον το Εφετείο για την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής δεν κατέληξε κατά παραδοχή ένστασης της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας αυτής στο επίδικο ακίνητο, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επ’ αυτού, αλλά δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα τις ιστορικές βάσεις της αγωγής πραγματικά περιστατικά τόσο σε σχέση με τον παράγωγο, όσο και με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας. - Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.

προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή πρέπει, επιπρόσθετα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε, ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π.20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά ένα μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα αυτή δεν δέχθηκε ότι η κυριότητα επί του επίδικου τμήματος ανήκει στους αναιρεσείοντες κατά πρωτότυπο τρόπο, παραβιάζοντας ουσιαστικό κανόνα δικαίου.

Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ως προς την ως άνω αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. διότι δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερο, κατά το υπόλοιπο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος: 1) τη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Β.

Μ., στην οποία, επί λέξει, αναφέρει: "...Το οικόπεδο είναι περίπου 3 στρέμματα, συνορεύει βόρεια με δρόμο, δυτικά με Χ., ανατολικά με Π., Κ. και Γ.... Ανάμεσα στον Λ. και Π. υπάρχει τοίχος 2 μ., έτσι τον βρήκα εδώ και χρόνια...", και 2) τα παρακάτω έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο Δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού ότι είναι συγκύριοι της επίδικης εκτάσεως εμβαδού 153,55 τ.μ. , με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη: Α) Την υπ’ αριθ. .../1977 Πράξη Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Κων/νου Δημητρίου, την υπ’ αριθ. .../1999 Πράξη Αποδοχής Κληρονομίας του ανωτέρω συμβολαιογράφου ομοίως, καθώς και την υπ’ αριθ. .../1998 Δήλωση Διόρθωσης Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου Καρπενησιού Κων/νου Δημητρίου καθώς και τις .../1999 και .../1999 Δηλώσεις Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου ...

Κων/νου Βλάχου, όλες νομίμως μεταγεγραμμένες στα οικεία Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στους τόμους ... αντίστοιχα, την υπ’ αριθ. .../2004 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Κων/νου Βλάχου, νομίμως μεταγεγραμμένη στα Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ...) και την υπ’ αριθ. .../2004 Πράξη Γονικής Παροχής κατά Ψιλή Κυριότητα του συμβολαιογράφου ...

Κων/νου Βλάχου, νομίμως μεταγεγραμμένη στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ...). Β) Την αίτηση για καταχώρηση εγγραπτέας πράξης της ιδιοκτησίας Π. με Κ.Α.Ε.Κ. ..., ιδιοκτησία όμορη στα νοτιοανατολικά της δικής τους και συγκεκριμένα νοτιοανατολικά του επίδικου τμήματος, από την οποία αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ιδιοκτησία είναι εφαπτόμενη στην ιδιοκτησία τους (στο νοτιοανατολικό τμήμα) και συγκεκριμένα έχει όρια αυτά του επίδικου τμήματος του οικοπέδου, όπως περιγράφεται στο ήδη παραδεκτώς προσκομισθέν τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Μ.

Κ., το οποίο συνοδεύει τόσο την υπ’ αριθ. ... 1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Καράλη - Κλειδωνοπούλου (τ....) όσο και την υπ’ αριθ. .../08-3-2013 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Κακάρη (αρ. κατ. ... 12-3-2013). Και Γ) Την υπ’ αριθ. 15/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν διεκδικητικής αγωγής τρίτων διεκδικητών επί της ως άνω ιδιοκτησίας τους, και από την οποία προκύπτουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους, ως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω, επί επιφάνειας 3.514, 44 τ.μ., ήτοι και επί του επίδικου τμήματος.

Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (γεγονός που συνομολογούν οι αναιρεσείοντες), οι φωτογραφίες, που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο και όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα μαρτυρική κατάθεση, την οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, καθώς και τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 349, 340 εδ.α’ και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής (κατάθεσης) και καθενός εγγράφου.

Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στο δεύτερο λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στο αποδεικτικό μέσο της κατάθεσης μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτές έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους δεύτερο και τέταρτο λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αρ. 1 και 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι) δεν άσκησαν συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής από το έτος 1952 και εφεξής, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και σε ανάπτυξη απόψεών τους, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών τους περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π.11/1996), όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι " δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. 15/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται η κατ’ άρθρο 1045 Α.Κ. απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ν.

Φ. τουλάχιστον από το έτος 1953 μέχρι το θάνατό του το έτος 1976, για το σύνολο της ιδιοκτησίας του, συνολικής επιφάνειας 3.514,44 τ.μ., όπως αυτή έχει οριοθετηθεί στο υπ’ αριθμ. ...Μάρτιος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. Χ., με τα αρχικά ..., στην οποία συμπεριλαμβάνεται η επίδικη έκταση, ενώ αν εκτιμούσε ορθά το αποδεικτικό υλικό θα οδηγείτο στην αποδοχή της ένδικης αγωγής ", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν προσάπτεται πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού που προβλήθηκε νομότυπα, αλλά για παραγνώριση αποδεικτικής αξίας προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου.

Απαράδεκτος είναι, επίσης, και κατά το μέρος του, που, με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2014 αίτηση των : 1) Ε. συζ. Χ. Λ., το γένος Ν. Φ., 2) Κ. Λ. του Χ., 3) Ν. Λ. του Χ. και 4) Σ. Λ. του Χ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ