Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment for failure to apply substantive law or procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by two partners against a final appellate judgment regarding a sales contract dispute. The appellants argued for the application of substantive law and the admissibility of evidence, but the court found their claims legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(1) is admissible only if a substantive law rule was violated, while an appeal under Article 559(19) requires a specific procedural defect, neither of which was established in this case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 737 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 737/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Σ. Γ. του Π., κατοίκου ... και 2. Ε. Γ. του Π., κατοίκου ..., ατομικώς η καθεμιά και αφετέρου με την ιδιότητά τους ως νομίμως εκπροσώπων, συνεκκαθαριστών και μόνων ομορρύθμων μελών της ήδη λυθείσης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. - Ε. Γ. Ο.Ε", που εδρεύει στο ..., η οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σκολίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Οκτωβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2418/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3715/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24 Ιουλίου 2009 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3715/2009 απόφασης του ΕφετείουΑθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αφορά όμως ο λόγος αυτός και τις πλεοναστικές αιτιολογίες που δεν ασκούν κατά τις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιώδη επίδραση στη δίκη.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με τη οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί (Ολ.Απ 967/1973,1801/2001).
Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και εξωσυμβατικής ευθύνης από αδικοπραξία του πωλητή θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή να αποδίδεται σε υπαίτια (δόλια) συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος ή την έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την (διαζευκτικά και όχι σωρευτικά) απόκρυψη ή αποσιωποίηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή.
Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη (ΑΠ 1190/2007), εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά.
Περαιτέρω, η επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που έχει επικρατήσει, αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών [εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα], πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστήριο ποιείται (πελατεία φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο [σύνολο] τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα.
Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του [φυσικού ή νομικού] επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα.
Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναγνωρίζουν την αυτοτέλεια και αυθυπαρξία της επιχείρησης ως συνόλου, αφού προβλέπεται η "μεταβίβαση" "εκποίηση" "πώληση" "επιδίκαση" και "αναγκαστική διαχείριση" επιχείρησης (βλ. άρθρα 479, 1624 εδ. 6, ΑΚ 483, 1034 επ. ΚΠολΔ, 18 ΝΔ 3562/56, 46α Ν. 1892/1990, 4 παρ. 2 Ν. 4112/1929, 22, 2239/94, κ.ά). Αποτελεί επομένως η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι:
α] περιουσιακό, αφού έχει καθ' εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και β]μεταβιβάσιμο, αφού όπως από τα προεκτεθέντα προκύπτει επιτρέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η μεταβίβαση της, η οποία συντελείται δια της μεταβιβάσεως καθενός στοιχείου της.
Κατ' ακολουθίαν, το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πωλήσεως, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια της πωλήσεως να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων.
Δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, αφού παρά την εκποίηση διατηρείται συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα (Ολ.ΑΠ 7/2009).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των αριθ. 534 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι μια επιχείρηση έχει πραγματικό ελάττωμα με βάση το σκοπό για τον οποίο αγοράζεται της συνέχισης της λειτουργίας της με την ίδια μορφή και αντικείμενο δραστηριότητας εκ μέρους του αγοραστή, όταν αποδειχθούν ελαττωματικά τα επιμέρους στοιχεία της, τα οποία θεωρούνται ουσιώδη για τη συνέχιση της λειτουργίας της, και αποκλίνουν από τις ρητά εκ μέρους του πωλητή υπεσχημένες ιδιότητες της επιχείρησης, ιδιαίτερα όταν αφορούν το ακίνητο στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση, έστω και αν είναι μισθωμένο από τον πωλητή, με τρόπο ώστε να επηρεάζεται τελικά η εισοδηματική αξία της επιχείρησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο είναι ευχερής ή όχι ιδιαίτερα από άποψη κόστους ή χρονικής διάρκειας η αντικατάσταση ή επιδιόρθωση των ελαττωμάτων.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 554 του Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 3043/2002 (ο οποίος εξεδόθη κατ' επιταγήν της 1999/44/ΕΚ Κοινοτικής Οδηγίας και προέβη σε αλλαγές του δικαίου της πώλησης) εφαρμόζεται δε ως εκ του χρόνου σύναψης της ένδικης πώλησης, οι αγωγές για αναστροφή, μείωση του τιμήματος ή αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών για τα ακίνητα και έξι μηνών για τα κινητά.
Η βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή αποσκοπεί στην αποφυγή αμφισβητήσεων σε σχέση με ελαττώματα του πράγματος που θα αποκαλυφθούν μετά την πάροδο μακρού χρόνου, εκκρεμότητα που θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης τους. Τα παραπάνω που αφορούν την πώληση μεμονωμένων πραγμάτων εφαρμόζονται και στην πώληση επιχείρησης ως συνόλου με την έννοια που προαναφέρθηκε, ώστε η εξάμηνη παραγραφή θα εφαρμοστεί μόνο για τα πραγματικά ελαττώματα, που εντοπίζονται στα ενσώματα κινητά στοιχεία της επιχείρησης, ενώ για τα πραγματικά ελαττώματα επί των ακινήτων της επιχείρησης θα εφαρμοστεί η διετής παραγραφή του άρθρου 554 του Α.Κ.
Κατ' ανάλογη δε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 555 του Α.Κ., όπως ίσχυε επίσης πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν.3043/2002, η ως άνω παραγραφή (εξάμηνη ή διετής) θα αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο παραδίδεται ή εγχειρίζεται στον αγοραστή το τελευταίο από τα ακίνητα και κινητά στοιχεία της επιχείρησης ή περιέρχεται στην εξουσία του το τελευταίο από τα στοιχεία που συναπαρτίζουν την επιχείρηση, αφού από τότε ο αγοραστής αποκτά τη δυνατότητα να εξετάσει το πωληθέν και να αποκαλύψει τις ελλείψεις του.
Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 557 του Α.κ. (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.3043/2002), ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή των δύο ετών ή εξι μηνών αν απέκρυψε με δόλο κατά την προαναφερθείσα έννοια της ψευδούς παράστασης ή αθεμίτως αποσιώπησε το ελάττωμα ή την έλλειψη, οπότε ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ.
με την ίδια αφετηρία που προαναφέρθηκε, ενεργοποιούμενη κατ' αντένσταση του ενάγοντος αγοραστή, κατά της ένστασης παραγραφής του εναγομένου πωλητή, που μπορεί να προβάλλεται καθ' υποφορά και με το δικόγραφο της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 3115/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης που παραδεκτά στηριζόταν κατ' αντικειμενική σώρευση επί των διατάξεων των άρθρων 1) για την ενδοσυμβατική ευθύνη των αναιρεσειουσών από την πώληση επιχείρησης που είχε πραγματικό ελάττωμα δολίως αποκρυβέν και 2) για την αδικοπρακτική ευθύνη τους των πωλητριών - αναιρεσειουσών: "Δυνάμει σχετικής από 12.6.2000 συμβάσεως, που συνήφθη στην Αθήνα, οι αναιρεσείουσες εναγόμενες, συμβληθείσες ατομικά και ως συνεκκαθαρίστριες ομόρρυθμες εταίροι της ήδη ληθείσας εταιρείας με την επωνυμία "Σ.-Ε.
Γ. Ο.Ε." πώλησαν στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα επιχείρηση ιδιωτικού παιδικού σταθμού με το διακριτικό τίτλο "Chlidren's World", ως σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών, πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων (πελατεία, φήμη, αέρας). Η ως άνω επιχείρηση λειτουργούσε σε μισθωμένο χώρο ισόγειας αποθήκης, ιδιοκτησίας Ν.
Λ., επί της οδού ... στο ... (περιοχή ...). Σύμφωνα δε με τις διαβεβαιώσεις των αναιρεσειουσών - εναγομένων ήταν δυναμικότητας 30 νηπίων ηλικίας από 2,5 ετών μέχρι και την εγγραφή τους στο δημοτικό σχολείο, κατά τη σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του παιδικού σταθμού, για την οποία έπρεπε να συμπράξουν οι αναιρεσείουσες -εναγόμενες ώστε να μεταβιβαστεί στο όνομα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και να έχει αυτή τη δυνατότητα της νόμιμης οικονομικής εκμετάλλευσης της επιχείρησης.
Το τίμημα της πώλησης της εν λόγω επιχείρησης ως συνόλου, συμπεριλαμβανομένης και της αδείας λειτουργίας, συμφωνήθηκε στο ποσό των 35.000.000 δραχμών, μέρος του οποίου εκ δρχ 31.000.000 κατέβαλε η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εμπρόθεσμα στις αναιρεσείουσες εναγόμενες. Στο συνολικό τίμημα, εκτός της αξίας της αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας, περιλαμβανόταν και η χρήση του διακριτικού τίτλου της επιχείρησης, η εμπορική αξία των δικαιωμάτων, πραγματικών καταστάσεων και άυλων αγαθών (πελατεία, φήμη, αέρας) αξίας 32.000.000δρχ, καθώς και η αξία του ευρισκομένου στον παιδικό σταθμό κατά το χρόνο της πώλησης κινητού εξοπλισμού, ανερχόμενη στο ποσό των 3.000.000 δρχ.Ο εξοπλισμός συγκεκριμένα αποτελείται από ένα σχολικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας ..., 20 θέσεων με πρώτη κυκλοφορία το 1992, αξίας 1.000.000 δρχ.
και μεταχειρισμένου κινητού εξοπλισμού παιδικού σταθμού που περιελάμβανε στοιχεία παιδικής χαράς στην αυλή του ακινήτου, ένα ηλεκτρικό ψυγείο, μία ηλεκτρική κουζίνα, σκεύη κουζίνας, δύο τραπέζια και 4 πάγκους κουζίνας, επίπλωση τάξεων αποτελούμενη από 9 ξύλινα τραπέζια και 25 ξύλινες καρέκλες, βιβλιοθήκη, γραφείο, συρταριέρες, 11 κρεβατάκια και παιδαγωγικό υλικό, συνολικής αξίας 2.000.000δρχ.
Η πωληθείσα επιχείρηση λειτουργούσε συνεχώς από τον Ιούνιο του 1992 στην ίδια οικοδομή, η οποία μέχρι τότε εχρησιμοποιείτο ως κατοικία, σύμφωνα με τις εκδοθείσες από τη Νομαρχία Ανατ. ΑΤΤΙΚΗΣ ... άδεια προέγκρισης και μετέπειτα την ... οριστική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, η οποία είχε εκδοθεί για την εταιρεία "Σ.
και Ε. Γ. Ο.Ε." και έπρεπε να μεταβιβαστεί μαζί με την επιχείρηση στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα. Η ως άνω (5897/1993) άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του παιδικού σταθμού, ως εκ του χρόνου εκδόσεώς της, είχε εκδοθεί υπό το νομοθετικό καθεστώς του 1992, που καθόριζε τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας και τις απαιτούμενες κτιριακές προδιαγραφές για τους παιδικούς σταθμούς.
Η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, για να μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία του παιδικού σταθμού στο μίσθιο ακίνητο, στο οποίο και λειτουργούσε η εν λόγω επιχείρηση από το 1992, συνήψε, με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, δυνάμει του σχετικού από 1-6-2000 μισθωτηρίου συμφωνητικού, νέα επαγγελματική μίσθωση αναγκαστικής διάρκειας 12 ετών, με καταβολή αυξημένου κατά 50% μισθώματος σε σχέση με το καταβαλλόμενο από τις αναιρεσείουσες εναγόμενες (650.000 αντί 400.000 δρχ).
Στη συνέχεια και στις 20-6-2000 η αναιρεσίβλητη ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Εποπτείας και Ελέγχου Παιδικών Σταθμών της Δ/νσης Κοινωνικής Πρόνοιας, Τομέας Ανατ. Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, ζητώντας την αναθεώρηση στο όνομα της, της ως άνω ... υπάρχουσας αδείας ίδρυσης και λειτουργίας της επιχείρησης που είχε αγοράσει.
Τότε και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2000, μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την υποβολή της αιτήσεως της, πληροφορήθηκε το πρώτον ότι μέχρι τότε και επί οκταετία η επιχείρηση
λειτουργούσε από τις αναιρεσείουσες εναγόμενες, χωρίς να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία η απαιτούμενη οικοδομική άδεια αλλαγής χρήσης του κτιρίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό (άρθρο 5 του ν.1577/1985 περί ΓΟΚ). Η ως άνω αλλαγή χρήσης έπρεπε να είχε γίνει με αίτηση των αναιρεσειουσών εναγομένων, σε συνεργασία και με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, έτσι ώστε να εκδοθεί νομίμως η οριστική άδεια λειτουργίας και να είναι δυνατή η περαιτέρω πώληση και αναθεώρηση αυτής της αδείας.
Οι αναιρεσείουσες ενάγομενες είχαν ενημερωθεί για την ανάγκη αλλαγής χρήσης του κτιρίου πριν από τη χορήγηση της οριστικής αδείας λειτουργίας, με το σχετικό με αρ. πρωτ. 8089/5-10-1992 έγγραφο της Δ/νσης Κοινωνικής Πρόνοιας της αρμόδιας Νομαρχίας Ανατ. Αττικής, έγγραφο το οποίο η αναιρεσίβλητη ενάγουσα φυσικά αγνοούσε μέχρι να προβεί στις αναγκαίες για τη αναθεώρηση ενέργειες αφού οι αναιρεσείουσες εναγόμενες της απέκρυψαν την ύπαρξή του.
Το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό, απευθυνόμενο προς την πρώτη των αναιρεσειουσών εναγομένων, εκοινοποιειτο στη Δ/νση Πολεοδομίας για το θέμα της αλλαγής χρήσης, δεν μπορεί άνευ άλλου να σημαίνει και τη χορήγηση της σχετικής αδείας από τη Δ/νση Πολεοδομίας, ούτε είναι δυνατόν να πίστεψαν οι αναιρεσείουσες εναγόμενες ότι αρκούσε αυτή η κοινοποίηση ή (πολύ περισσότερο) ότι είχε εκδοθεί η σχετική άδεια αλλαγής χρήσης, χωρίς αυτές να υποβάλουν σχετική αίτηση ή να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.
Η ως άνω ... οριστική άδεια λειτουργίας εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη από το νόμο αλλαγή της χρήσης του κτιρίου, γεγονός που γνώριζαν οι αναιρεσείουσες εναγόμενες πριν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης πώλησης με την κοινοποίηση του ως άνω 8089/5-10-1992 εγγράφου της Δ/νσης Κοινωνικής Πρόνοιας της αρμόδιας Νομαρχίας Ανατ.
Αττικής και αφού δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την έκδοση αδείας αλλαγής χρήσης. Αμέσως μόλις ανέκυψε το πρόβλημα, τον Οκτώβριο του 2000, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ενημέρωσε τις αναιρεσείουσες εναγόμενες, οι οποίες χωρίς να αποδέχονται την υπαιτιότητά τους, εν τούτοις αναγνώρισαν την ύπαρξη του, όπως επιβεβαιώνεται πρώτον από το γεγονός ότι δεν διεκδίκησαν το υπόλοιπο τίμημα εκ δρχ 4.000.000, για το οποίο η αναιρεσίβλητη ενάγουσα είχε αποδεχθεί σχετικές συναλλαγματικές και δεύτερον από το γεγονός ότι έδωσαν εντολή στον αρχιτέκτονα μηχανικό Χ.
Κ. να βοηθήσει την αναιρεσίβλητη ενάγους στις απαιτούμενες για την αλλαγή χρήσης του κτιρίου ενέργειες, μετά την επίδοση εξώδικης δήλωσης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας (17-7-2001) με την οποία καλούσε τις αναιρεσείουσες εναγόμενες να διορθώσουν τα εν λόγω ελαττώματα, καθώς και την από 27-7-2001 εξώδικη απάντηση αυτών.
Κατά τις προσπάθειες της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για την αναθεώρηση της αδείας ενημερώθηκε επίσης ότι ακόμη και αν ελάμβανε χώρα η αλλαγή χρήσης του κτιρίου, λόγω μεταβολής των απαιτούμενων κτιριακών προδιαγραφών, θα εξασφάλιζε άδεια λειτουργίας παιδικού σταθμού για 23 νήπια αντί των 30, όπως την είχαν διαβεβαιώσει οι αναιρεσείουσες εναγόμενες κατά τη συμφωνία τους, με συνέπεια ανάλογη μείωση της οικονομικής απόδοσης της επιχείρησης.
Τελικά, λόγω της μεγάλης δυσχέρειας της σχετικής διαδικασίας και του κόστους αυτής, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την αλλαγή χρήσης του κτιρίου. Η ως άνω κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε, εξαιτίας της οποίας η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αναθεωρήσει την άδεια λειτουργίας του παιδικού σταθμού στο όνομα της και να συνεχίσει την οικονομική του εκμετάλλευση, καθώς επίσης και το ότι μειώθηκε η δυναμικότητα της επιχείρησης σε σχέση με την αρχική συμφωνηθείσα, συνιστούν πραγματικά ελαττώματα της επιχείρησης που μειώνουν ουσιωδώς την αξίας της, αφού μεταβάλλονται τα στοιχεία αυτής, όπως τα είχαν προκαθορίσει οι συμβαλλόμενοι και μειώνεται η οικονομική αποδοτικότητα της.
Τα ελαττώματα δε αυτά είναι βαρύνουσας σημασίας, αφού επηρεάζουν άμεσα την ύπαρξη και την οικονομική εκμετάλλευση της επιχείρησης. Με βάση λοιπόν τα περιστατικά αυτά και εφόσον το τίμημα της πώλησης χωρίς την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων συμφωνήθηκε ότι ανέρχεται σε 35.000.000 δρχ, η αξία αυτής λαμβανομένων υπόψη των ελαττωμάτων, ανερχόταν στο ποσό των 14.000.000 δρχ.
Εφόσον λοιπόν η αναιρεσίβλητη ενάγουσα είχε καταβάλλει το ποσό των 31.000.000δρχ, πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσειουσες εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρο, λόγω της ιδιότητας τους ως μόνων ομορρύθμων εταίρων και συνεκκαθαριστριών της ως άνω λυθείσης ομόρρυθμης εταιρείας, να καταβάλλουν στην ενάγουσα, λόγω της μείωσης του τιμήματος, το ποσό των 17.000.000 δρχ.
ή 49.889,95 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και όχι το πρωτόδικα επιδικασθέν ποσό των 67.498 ευρώ κατά παραδοχή του 4ου λόγου της έφεσης των εναγομένων. Αποδείχθηκε επίσης ότι με υπαιτιότητα ενήργησαν οι εναγόμενες, αποσιωπώντας με δόλο τα ως άνω γνωστά σ'αυτές ελαττώματα της επιχείρησης που της επώλησαν, προκειμένου να οδηγηθεί στην αγορά αυτής.
Συντρέχουν επομένως και τα στοιχεία της ευθύνης των αναιρεσειουσών εναγομένων εξ αδικοπραξίας, εξ αιτίας της οποίας η ενάγουσα, επιδιώκοντας με την επένδυση αυτή την επαγγελματική της υποκατάσταση, υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση αυτής λαμβανομένου υπόψη της βαρύτητας του αδικήματος, του ύψους της ζημίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, του βαθμού υπαιτιότητας των αναιρεσειουσών εναγομένων,της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και των εν γένει συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, κρίνεται εύλογο και πρέπει να επιδικαστεί στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 3.000 ευρώ, ύστερα από παραδοχή του 2ου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει το αίτημα". 'Εκρινε επίσης το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών - εναγομένων περί παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας για μείωση του τιμήματος της πωλήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 554 του Α.Κ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο της ένδικης πώλησης της επιχείρησης και ο σχετικός λόγος της έφεσής τους, με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο, μετά την απόρριψή του από το Πρωτοδικείο δεν είναι νόμιμος, μετά την παραδοχή ότι η ένδικη αξίωση, όπως και όλες οι αξιώσεις από ελαττώματα πωληθείσης επιχείρησης, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του Α.Κ.
ως αφορώσα αποκρυβέν ελάττωμα πραγματικό από πώληση επιχείρησης, που είχε σχέση με το ακίνητο στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση.Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειουσών πωλητριών - εναγομένων (πλην του αφορώντος το ύψος της επιδικασθείσας μείωσης του τιμήματος, που έκρινε ότι έπρεπε να είναι μικρότερο από το επιδικασθέν πρωτόδικα), κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης ως προς τη συνδρομή αντικειμενικά της ενδοσυμβατικής ευθύνης των αναιρεσειουσών εναγομένων από το γεγονός ότι "η πωληθείσα στην αναιρεσίβλητη επιχείρησή τους εκπαιδευτηρίου, καθ' όσον αφορά το κτίριο που στεγαζόταν, είχε τα πολεοδομικά πραγματικά ελαττώματα που δέχθηκε και παρακώλυαν ουσιωδώς τη συμφωνημένη χρήση και μείωναν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του ακινήτου για τη λειτουργία της όλης επιχείρησης εκπαιδευτηρίου, με τρόπο ώστε να επηρεάζεται ουσιωδώς τελικά η οικονομική αποδοτικότητά της και η εισοδηματική αξία της και να μειώνεται η πραγματική της αξία του χρόνου της πώλησης και το αντίστοιχο τίμημά της που έπρεπε να καταβληθεί", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537, 540 του Α.Κ.
Εξάλλου, το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ίδιες σκέψεις του τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης αγοράστριας - ενάγουσας ως προς τη συνδρομή αντικειμενικά επίσης και της εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης των αναιρεσειουσών - εναγομένων, από το γεγονός ότι αποσιώπησαν με δόλο τα ίδια πιο πάνω γνωστά σ'αυτές ήδη από τη συνομολόγηση της πώλησης πραγματικά ελαττώματα του κτιρίου που στεγαζόταν η επιχείρηση τους, προκειμένου να οδηγηθεί η αναιρεσίβλητη στην αγορά της, τα οποία αγνοούσε η τελευταία, όπως και τη συνακόλουθη μειωμένη οικονομική αποδοτικότητά της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932 του Α.Κ.
Τέλος, το Εφετείο, ναι μεν απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης ως μη νόμιμο, όπως και την αντίστοιχη ....ένστασή τους από τη διάταξη του άρθρου 554 του Α.Κ., αφού έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για τη μείωση του τιμήματος από την ενδοσυμβατική ευθύνη των αναιρεσειουσών - εναγομένων, όσο είχε σχέση με την ύπαρξη των ίδιων ένδικων πραγματικών ελαττωμάτων, υπόκειται γενικά και χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης προϋπόθεσης, στην εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 του Α.Κ.
Το απορριπτικό όμως αυτό συμπέρασμα του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, παρά την κατά νόμο εσφαλμένη αιτιολογία της, που προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ύστερα από παραδεκτή αυτεπάγγελτη έρευνα, δικαιολογείται και διατηρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. από το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται επίσης το Εφετείο ως αληθινά, κατά την παραδοχή της συρρέουσας βάσης της ένδικης αγωγής από την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειουσών πωλητριών "κατά τη δόλια αποσιώπηση εκ μέρους τους των ίδιων πραγματικών ελαττωμάτων με το σκοπό να οδηγηθεί η αναιρεσίβλητη αγοράστρια στην κατάρτιση της ένδικης πώλησης", που παραδεκτά προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως βάση της αντίστοιχης αντένστασής της από τη διάταξη του άρθρου 557 του Α.Κ.
στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις της, αλλά και με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της καθ' υποφορά, επαναφέρθηκαν δε προσηκόντως και στο Εφετείο, δικαιολογούν ως πόρισμα το περιεχόμενο του ίδιου απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης, μέσω της υπαγωγής των ίδιων πραγματικών περιστατικών αρχικά στον κανόνα του άρθρου 557 του Α.Κ., από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, και μέσω αυτού στον κανόνα του άρθρου 249 του Α.Κ., που εφαρμόστηκε και από το Εφετείο.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται κατά το ένα μέρος τους στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, ύστερα από αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης καθόσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 534, 535, 537, 540, 914, 297, 298, 932 του Α.Κ.
τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τους ίδιους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικά δε καθόσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όσο στηρίζεται στην επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της ύπαρξης ελλειπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης από το γεγονός ότι δεν δικαιολογείται από το Εφετείο το κόστος και η δυσχέρεια της διαδικασίας κάλυψης του ένδικου πραγματικού ελαττώματος, μέσω της αλλαγής χρήσης της οικοδομικής άδειας του ακινήτου που στεγαζόταν η πωληθείσα επιχείρηση, κρίνεται αλυσιτελής, γιατί οι αιτιολογίες αυτές που πλήττονται ως ελλειπείς είναι πλεοναστικές κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και δεν επηρέαζαν την άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης για μείωση του τιμήματος από την ύπαρξη των ένδικων πραγματικών ελαττωμάτων που ήταν (η μείωση), ανεξάρτητα από το κόστος ή τη χρονική διάρκεια άρσης των ίδιων ελαττωμάτων.
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της ύπαρξης δηλαδή των πιο πάνω πραγματικών ελαττωμάτων στο ακίνητο που στεγαζόταν η πωληθείσα επιχείρηση και της δόλιας απόκρυψής τους εκ μέρους των αναιρεσειουσών εναγομένων πωλητριών, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τις αναιρεσείουσες σε αντίθεση με το ότι τα πιο πάνω πραγματικά ελαττώματα ήταν ανύπαρκτα και δεν επηρέαζαν τη λειτουργία της πωληθείσας επιχείρησης κατά τη συμφωνημένη χρήση της, ούτε αποκρύβησαν δόλια από αυτές, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις έτσι ώστε, η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1799/2006).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για μείωση του τιμήματος, λόγω της μακρόχρονης αδρανείας της, που οδήγησε -κατά την άποψη τους - σε παραγραφή της αξίωσής της και λόγω της ανυπαρξίας πραγματικών ελαττωμάτων αλλά και λόγω της επί πενταετία αδιάλειπτης λειτουργίας από αυτές της πωληθείσας επιχείρησης και της εν συνέχεια λειτουργίας της από τις μετέπειτα ιδιοκτήτριες της επιχείρησης που εφοδιάστηκαν με νόμιμη άδεια, καθώς και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης των αναιρεσειουσών με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο ο ίδιος ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού τα περιστατικά αυτά δεν αρκούν για τη στήριξη της σχετικής ένστασης στο άρθρο 281 ΑΚ, τη διάταξη του οποίου δεν παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή, κρίνοντας μη νόμιμο τον ίδιο ισχυρισμό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 κρίνεται αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης ενάγουσας από το δικαίωμα για ακύρωση και γενικά προσβολή της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της κριθείσας εφέσεώς τους, εφόσον παρόμοιο ισχυρισμό δεν προέβαλαν στην πρωτόδικη δίκη, προβλήθηκε το πρώτον απαραδέκτως από τις αναιρεσείουσες εναγόμενες χωρίς να συντρέχουν (ούτε να γίνεται επίκληση της συνδρομής) οι εξαιρετικές περιπτώσεις της επιτρεπτής προβολής κατ' άρθρο 527 ή κατ' άρθρο 269 ΚΠολΔ, το δε Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Τέλος, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο κατά την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού ως μη νόμιμου, δεν προέβη σε κατ' ουσίαν εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.
ΙΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκρινε ότι: "δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προσκομιζόμενες από τις αναιρεσείουσες εναγόμενες υπ'αριθ. 16268 και 16269/10-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, γιατί δεν έχουν ληφθεί μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού κατά την προσκομιζόμενη σχετική 2910/6-10-2006 έκθεση επίδοσης της δικ.επιμελήτριας Αθηνών Ά.
Π., η επίδοση της σχετικής κλήσεως έγινε την 6-10-2006, ημέρα Παρασκευή, μέχρι δε και τη λήψη αυτών την 10-10-2006, ημέρα Τρίτη δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα δύο εργασίμων ημερών, δεδομένου ότι το Σάββατο δεν θεωρείται εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 1170/2005), δεκτού γενομένου και του σχετικού ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αναιρεσίβλητης, που προέβαλε και πρωτοδίκως και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσής της στο Εφετείο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που επιτρεπτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες και επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 14 και 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττημένες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση της 1) Σ. Γ. και 2) της Ε. Γ. με την ιδιότητα που παρίστανται, για αναίρεση της υπ'αριθμ.3715/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ