Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case where defendant was found partially liable for death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a traffic accident case resulting in a fatality. The appellant argued the lower court erred in finding him solely liable, but the court held he had no legal interest to challenge the driver's liability since he was the prevailing party on that issue. The court upheld the appellate court's finding that the appellant was partially at fault for the accident due to driving without rear lights and reflectors in poor conditions, while the victim's use of a seatbelt reduced the severity of injuries.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant has no legal interest in challenging a judgment where they are the prevailing party on the contested issue, and a court decision is valid if it provides sufficient, clear, and consistent reasoning regarding the causal link between negligence and the harmful outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 737 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 737/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καραμπάγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Καμβύση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 5) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κρίτσα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2003 κύρια και από 26/3/2004 πλαγιαστική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 3/2/2003 αγωγή των 1ης, 2ης, 3ου, 4ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 23/4/2003 αναγωγή του 5ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6165/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την με ημερομηνία κατάθεσης 14/12/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 6165/2006 απόφασης του Εφετείου ΑΘηνών. Ο πληρεξούσιος του 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο, σχετικά με το λόγο αυτό αιτιάσεις, δεν αφορούν την έλλειψη υπαιτιότητας του νυν αναιρεσείοντος - ενάγοντος - εναγομένου, ο οποίος, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κρίθηκε υπαίτιος για την επέλευση του τροχαίου ενδίκου ατυχήματος και τον εξ αυτού προκληθέντα θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατρός των νυν αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, αλλά αφορούν τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού - συγγενούς των αντιδίκων, ο οποίος, με την ίδια ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, κρίθηκε συνυπαίτιος, αφορούν δηλαδή κεφάλαιο, στο οποίο ο αναιρεσείων είναι νικήσας διάδικος και ως εκ τούτου, δεν έχει έννομο συμφέρον για να το προσβάλει.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον, παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 300 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, από αδικοπραξία είναι : 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδαφ. β του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη, για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές παραστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής, κρίσιμα για την τύχη της υπό κρίση αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σαυτό οδηγών των δύο οχημάτων :
Στις 8-1-2002 και περί ώρα 18.25' ο ΑΑ, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των άλλων τριών εκ των νυν αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαινε και η σύζυγός του Ψ1, καθήμενη στην θέση του (συνοδηγού, εκινείτο επί της Επαρχιακής Οδού ... - ..., με κατεύθυνση προς ..., με αναμμένα τα μεσαία φώτα πορείας, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα άνω των 120 χιλιομέτρων την ώρα (ως εκ των κατωτέρω συνεπειών), προσεγγίζοντας την 4η χιλιομετρική θέση αυτής.
Στο σημείο αυτό η, ως άνω, επαρχιακή οδός, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6 μέτρων, με σήμανση μονής διακεκομμένης γραμμής με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, κατοικούμενη σε αμφότερες τις πλευρές της, χωρίς την ύπαρξη τεχνητού φωτισμού.
Πέραν του οδοστρώματος, κατά το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας της, υπάρχει χάνδακας, πλάτους 3 μέτρων και βάθους επίσης τριών (3) μέτρων, που διακόπτεται στο ύψος που συμβάλλει σ' αυτήν ανώνυμη αγροτική οδός και κατά το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας της ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 0,80 μ. και πέραν αυτού μανδρότοιχος.
Την ίδια ώρα ο Χ (νυν αναιρεσείων), ο οποίος είναι αγρότης και το αγρόκτημά του καλλιέργειας πατάτας, όπου και η οικία του, αλλά και ο τόπος αποθηκεύσεως των παραγομένων προϊόντων, βρίσκεται στην διασταύρωση της προαναφερόμενης ανώνυμης αγροτικής οδού με την εν λόγω επαρχιακή οδό, οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ...
γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) μετά ρυμουλκούμενης καρότσας, που, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ανασφάλιστος, εκινείτο στο ύψος του 4ου χιλιομέτρου της επαρχιακής αυτής οδού, με κατεύθυνση προς ... . Είχε, μόλις πριν από λίγα λεπτά, ξεκινήσει από το προαναφερόμενο αγρόκτημά του, μεταφέροντας με τον γεωργικό ελκυστήρα του τρεις (3) τόνους πατάτες, φορτωμένους στην ρυμουλκούμενη καρότσα, την πώληση των οποίων είχε συμφωνήσει με τον, με επιμέλειά του, εξετασθέντα πρωτοδίκως, μάρτυρα ΒΒ, ο οποίος ασχολείται με το εμπόριο πατάτας, διατηρεί κατάστημα στην ...
και προμηθεύεται το εμπόρευμά του από αυτόν. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ο ΒΒ είχε επισκεφθεί την, ως άνω, αγροικία, με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, για να αγοράσει εμπόρευμα, το οποίο, και μετά την επίτευξη της σχετικής συμφωνίας, φορτώθηκε κατά ένα μέρος στο παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο και κατά το υπόλοιπο (τρεις τόνοι) στην ρυμουλκούμενη καρότσα του Χ, προκειμένου να μεταφερθεί στο κατάστημά του, στην ... .
Λόγω, μη λειτουργίας των οπισθίων φώτων της ρυμουλκούμενης καρότσας, οι προαναφερόμενοι (Χ και ΒΒ) απεφάσισαν να πραγματοποιήσουν την σχετική διαδρομή, με προπορευόμενο τον γεωργικό ελκυστήρα (με την ρυμουλκούμενη καρότσα και αμέσως ακολουθούν το φορτηγό αυτοκίνητο, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να αποφευχθεί ο κίνδυνος προκλήσεως ατυχημάτων, για τα κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση οχήματα, οι οδηγοί των οποίων, λόγω του σκότους, δεν θα μπορούσαν να διακρίνουν την επί του οδοστρώματος κίνηση του ελκυστήρα, επειδή η ρυμουλκούμενη καρότσα, στην οποία δεν υπήρχαν ανακλαστήρες, κάλυπτε με τον όγκο της τα υπάρχοντα και λειτουργούντα κανονικά οπίσθια φώτα του (ελκυστήρα).
Πραγματικά ο Χ ξεκίνησε πρώτος από την αγροικία του και αφού διήνυσε την παραπάνω αναφερόμενη ανώνυμη αγροτική οδό, εισήλθε στην επαρχιακή οδό, κατά την κατεύθυνση της προς ..., καταλαμβάνοντας το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και κινούμενος με ελάχιστη ταχύτητα, περίμενε να εξέλθει από την ανώνυμη αγροτική οδό και να τον ακολουθήσει το φορτηγό αυτοκίνητο του ΒΒ, για να συνεχίσουν την πορεία τους, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο.
Τούτο όμως δεν κατέστη τελικώς δυνατόν, γιατί, όταν ο τελευταίος επεχείρησε να εισέλθει στην επαρχιακή οδό, εμποδίστηκε από το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο εκείνη ακριβώς την στιγμή πλησίαζε, κινούμενο με ταχύτητα, -λόγω και της προαναφερόμενης ευθύτητας της οδού-, άνω των 120 χιλιομέτρων την ώρα, λόγος, για τον οποίο αναγκάστηκε να διακόψει την πορεία του.
Έτσι ο ΑΑ, οδηγώντας το προαναφερθέν ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, συνέχισε την πορεία του, με την ίδια αυξημένη ταχύτητα και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του, στο οπίσθιο τμήμα της αποτελούσας, για τους προεκτεθέντας λόγους, σκοτεινό όγκο, ρυμουλκούμενης καρότσας. Εξαιτίας της σφοδρότητας της συγκρούσεως, έσπασε ο άξονας που συνέδεε τον ελκυστήρα με την ρυμουλκούμενη καρότσα και αυτή ανετράπη και σύρθηκε στο οδόστρωμα.
Από την επ' αυτής πρόσκρουση του επιβατηγού αυτοκινήτου, την ανατροπή της και το σύρσιμό της στο οδόστρωμα αποκολλήθηκε η οπίσθια πόρτα της και οι δι' αυτής μεταφερόμενες πατάτες διασκορπίστηκαν. Λόγω της θραύσεως του προαναφερόμενου άξονα δεν ανετράπη ο ελκυστήρας, λόγω όμως της βίαιης ωθήσεως που δέχθηκε, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το οποίο και διήνυσε και προσέκρουσε δύο (2) φορές στον παραπάνω αναφερόμενο μανδότοιχο παρακείμενης οικίας, όπου και ακινητοποιήθηκε, ενώ το επιβατηγό αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και κατέληξε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του προς τον παρακείμενο χάνδακα.
Εξαιτίας, της συγκρούσεως τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου, ΑΑ, ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις στον θώρακα, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, απεβίωσε αμέσως ... ενώ προκλήθηκαν υλικές ζημίες και στα δύο οχήματα. Μετά το ατύχημα ο οδηγός του ελκυστήρα Χ δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, αναμένοντας την άφιξή της, αλλά απομακρύνθηκε αμέσως από τον τόπο του ατυχήματος.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του ότι κατά την στιγμή της συγκρούσεως, ο γεωργικός ελκυστήρας δεν ήταν σταθμευμένος, αλλά εκινείτο, έστω και με μικρή ταχύτητα, στην οποία (κρίση) οδηγήθηκε από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ενισχύεται από το γεγονός ότι στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλ.
ήταν ακινητοποιημένος, λόγω του συνολικού βάρους του 5.255 κιλών (βάρος ελκυστήρα 2.255 κιλά -βλ. άδεια κυκλοφορίας του- και ρυμούλκας μετά φορτίου βάρους 3.000 κιλών), πολλαπλασίου δηλ. του βάρους του επιβατηγού αυτοκινήτου, 1300 κυβικών, θα παρέμενε ακινητοποιημένος στην θέση του, σε κάθε περίπτωση δε, η επ' αυτού πρόσκρουση του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν θα μπορούσε να έχει τις παραπάνω αναφερόμενες συνέπειες.
Άλλωστε η κίνηση του ελκυστήρα προκύπτει και από την από 14-1-2002 προανακριτική κατάθεση της συνοδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου Ψ1, η οποία σχετικώς καταθέτει επί λέξει ".... και ενώ η ταχύτητά μας ήταν περίπου 70 χιλιόμετρα την ώρα και κινούμαστε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος αντιλήφθηκα, ότι προπορευόταν ένας γεωργικός ελκυστήρας με ρυμουλκό, σε απόσταση περίπου 10 μέτρων, το οποίο δεν είχε φώτα στο οπίσθιο μέρος ...", κατάθεση η οποία είναι σαφής, μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε ερμηνείας, που όμως επιχειρείται από τους ενάγοντες της από 3-2-2003 αγωγής, με τις έγγραφες προτάσεις τους, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες, αναφερόμενοι στο περιεχόμενό της, ως άνω, καταθέσεως, ισχυρίζονται αβασίμως, ότι με την λέξη "προπορευόταν" η καταθέτουσα εννοεί ότι "είδε μπροστά της το τρακτέρ, το οποίο ήταν παράνομα σταματημένο".
Βέβαια η ανωτέρω στο από 13-2-2002 υπόμνημά της προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Καλαμάτας αναφέρει , για πρώτη φορά, ότι ο γεωργικός ελκυστήρας ήταν "παρανόμως εσταθμευμένος", άποψη που υποστήριξε και κατά την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς όρκο εξέταση της, επιχειρώντας έτσι να στηρίξει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, ο οποίος όμως, εν όψει των αποδειχθέντων, ως άνω, πραγματικών περιστατικών κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι, κατά την στιγμή της συγκρούσεως, τα οπίσθια φώτα της ρυμουλκούμενης καρότσας λειτουργούσαν κανονικά, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Σαφής περί της, χωρίς φώτα στο, οπίσθιο μέρος της ρυμουλκούμενης καρότσας, κινήσεως του ελκυστήρα είναι η κατάθεση της προαναφερόμενης συνοδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου, η οποία, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, υποστηρίζει τούτο από την αρχή (βλ.
την παραπάνω αναφερόμενη προανακριτική κατάθεσή της), αλλά και στην συνέχεια στο υπόμνημά της στον Εισαγγελέα και στην χωρίς όρκο κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς καμιά διαφοροποίηση. Η κατάθεση της μάρτυρος αυτής δεν αναιρείται, αλλά και ούτε και κλονίζεται από την αντίθετη, κατά το σημείο αυτό, κατάθεση, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του μάρτυρα ΒΒ, η οποία κρίνεται ελάχιστα πειστική, για τον λόγο ότι ο εν λόγω μάρτυρος στην από 8-1-2002 προανακριτική κατάθεσή του (βλ.
αυτήν νομίμως προσκομιζόμενη, μετ' επικλήσεως), ουδέν αναφέρει περί της λειτουργίας των φώτων, όπως ασφαλώς θα έπραττε στην αντίθετη περίπτωση, περιγράφοντας δε τις συνθήκες του ατυχήματος, καταθέτει επί λέξει ότι "... είδα έναν γεωργικό ελκυστήρα μετά ρυμουλκού να κινείται ...", αφήνοντας με τον τρόπο αυτό να εννοηθεί ότι δεν γνώριζε, κατά την στιγμή της συγκρούσεως, την ταυτότητα του οδηγού του ελκυστήρα και αποκρύπτοντας το γεγονός της εκ μέρους του αγοράς του, δια της ρυμουλκούμενης καρότσας, μεταφερομένου εμπορεύματος στο κατάστημά του, στην ..., και ότι, συνεπώς, γνώριζε την ταυτότητά του, αφού, κατά τα ανωτέρω, είχε συναντηθεί μαζί του στην αγροικία του και είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει μαζί του την διαδρομή προς ..., κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και για την προεκτεθείσα αιτία.
Η, ως άνω, κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από το περιεχόμενο της συνταγείσας σχετικώς από 10-1-2002 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των υπαλλήλων του ΚΤΕΟ Ν. Μεσσηνίας ... και ..., που διορίστηκαν από την διενεργούσα προανάκριση Αστυνομική Αρχή (Α.Τ. ...), στην οποία αναφέρεται ότι "Τα φώτα (της ρυμουλκούμενης καρότσας) SΤΟΡ - φλας δεν άναβαν, διότι ήταν κατεστραμμένα - σπασμένα και το εξωτερικό κάλυμμα και οι λαμπτήρες" και "το καλώδιο τροφοδοσίας ήταν κομμένο", καθόσον δεν προκύπτει εξ αυτής αν τα ανωτέρω ήταν αποτέλεσμα της συγκρούσεως ή προϋπήρχαν αυτής και κυρίως γιατί δεν δίδεται απάντηση στο κρίσιμο ζήτημα αν το καλώδιο δεν ήταν κομμένο, τα συγκεκριμένα φώτα, συνδεόμενα με νέους άθραυστους λαμπτήρες μπορούσαν να λειτουργήσουν κανονικά ή όχι και στην δεύτερη περίπτωση για ποιο λόγο.
Αντίθετα η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός της άμεσης απομακρύνσεως του οδηγού του ελκυστήρα από τον τόπο του ατυχήματος, ενέργεια στην οποία ασφαλώς δεν θα προέβαινε, αν, όπως ισχυρίζεται, τα οπίσθια φώτα της ρυμουλκούμενης καρότσας άναβαν κανονικά, η κίνησή του ήταν καθόλα νόμιμη και ουδεμία ευθύνη έφερε για την πρόκληση του ατυχήματος.
Απορριπτέος επίσης κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι η, κατά τα ανωτέρω, απομάκρυνσή του οφείλεται στο γεγονός ότι πάσχει από κλειστοφοβία και ότι φοβήθηκε ότι θα τον "κλείσουν" στο κρατηρήριο του οικείου Αστυνομικού Τμήματος εκείνο το βράδυ, γιατί ο ελκυστήρας του ετύγχανε ανασφάλιστος, γιατί δεν προσκομίστηκαν σχετικώς επαρκείς αποδείξεις.
Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του ότι, λόγω της κανονικής λειτουργίας των εμπρόσθιων φώτων του ελκυστήρα είχε την δυνατότητα να κινηθεί ακωλύτως προς ..., χωρίς να χρειάζεται τα φώτα του οχήματος του ΒΒ για να φωτίζουν τον δρόμο και να μπορεί να βλέπει, για να οδηγεί το όχημά του, καθόσον και σ' αυτήν την περίπτωση δεν θα προπορευόταν, αλλά θα περίμενε να προπορευθεί το όχημα του ΒΒ, κρίνεται απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η παρουσία του τελευταίου οχήματος ήταν αναγκαία, όχι για να του φωτίζει τον δρόμο, αλλά για να αποφευχθεί ο .κίνδυνος προκλήσεως ατυχημάτων για τα όπισθεν αυτού και με την ίδια κατεύθυνση κινούμενα οχήματα, τα οποία λόγω μη λειτουργίας των οπισθίων φώτων της ρυμούλκας και του ότι αυτή κάλυπτε με τον όγκο της τον υπάρχοντα οπίσθιο φωτισμό του ελκυστήρα, δεν θα μπορούσαν να αντιληφθούν εγκαίρως την επί του οδοστρώματος κίνησή του.
Περαιτέρω, την υπερβολική ταχύτητα του επιβατηγού αυτοκινήτου καταμαρτυρεί και η σφοδρότητα της προσκρούσεως, η οποία, πέραν των όσων προεκτέθηκαν (θραύση του συνδέοντος το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο άξονα, ανατροπή της καρότσας, σύρσιμο της στο οδόστρωμα, αποκόλληση της οπίσθιας πόρτας της, ώθηση του τρακτέρ στο αντίθετο ρεύμα πορείας και πρόσκρουση του δύο φορές σε μανδρότοιχο παρακείμενης οικίας), συνάγεται και από το γεγονός ότι ο οδηγός του ΑΑ, συνταξιούχος Αστυνομικός και οδηγός περιπολικού όταν ακόμη βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία, με εντεύθεν αυξημένη ικανότητα οδηγήσεως, δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει ή να επιχειρήσει οποιοδήποτε άλλο αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνεχίζει το Εφετείο, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των οδηγών αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων και δη κατά ποσοστό 30%του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 70% του οδηγού του ελκυστήρα, δεκτών γενομένων ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμων των πρωτοδίκως προβληθεισών σχετικών περί συνυπαιτιότητας ενστάσεων (άρθρο 300 Α.Κ.).
Η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια τους απαιτούμενους χειρισμούς, έχοντας μάλιστα αναπτύξει ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα (κατοικημένη περιοχή), την οποία δεν ρύθμισε, ανάλογα με τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες (νύκτα, σκότος, λόγω ελλείψεως τεχνικού φωτισμού, κατοικημένη περιοχή), ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο.
Συνεπεία της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του δεν αντελήφθη εγκαίρως τον προ αυτού κινούμενο ελκυστήρα μετά ρυμουλκούμενου, αν και μπορούσε να τον αντιληφθεί τουλάχιστον από απόσταση τριάντα (30) μέτρων περίπου, όση δηλαδή και η, κατά τις προδιαγραφές, ακτίνα δράσεως των μεσαίων φώτων πορείας, με τα οποία εκινείτο, και δεν κατέστη δυνατόν να χρησιμοποιήσει εγκαίρως και αποτελεσματικά το σύστημα πεδήσεως του οχήματός του ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς το αντίθετο ρεύμα πορείας, που, κατ' εκείνη την στιγμή, ήταν ελεύθερο, προς αποτροπή ή τουλάχιστον περιορισμό της εκτάσεως των ζημιών.
Η υπαιτιότητα δε του οδηγού του ελκυστήρα συνίσταται στο ότι αυτός, λόγω ελλείψεως της σε κάθε συνετό οδηγό προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία ώφειλε και μπορούσε εύκολα να καταβάλει και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 78 του ΚΟΚ, οδηγούσε τον γεωργικό ελκυστήρα του με την ρυμουλκούμενη από αυτόν καρότσα, χωρίς να είναι σε λειτουργία τα οπίσθια φώτα αυτής και χωρίς να έχει τοποθετήσει επ' αυτής (καρότσας) ανακλαστήρας, αν και ήταν νύκτα και λόγω εποχής (χειμώνας), δύσεως του ηλίου στις 17.22 και ελλείψεως τεχνητού φωτισμού, υφίσταντο συνθήκες σκότους και όχι απλώς περιορισμένης ορατότητας, όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται, με αποτέλεσμα να μην διακρίνεται από τους λοιπούς οδηγούς, που εκινούντο στην ίδια οδό, με την ίδια κατεύθυνση.
Από το είδος όμως και την έκταση των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων του θανασίμως τραυματισθέντος ΑΑ, οδηγού του αυτοκινήτου και της συνοδηγού, συζύγου του, πρώτης των κυρίως εναγόντων, Ψ1 προκύπτει ότι στην επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών συνέβαλαν και οι ίδιοι και μάλιστα κατά ποσοστό 20%, καθόσον δεν είχαν προσδεθεί με τις ζώνες ασφαλείας, όπως από την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 16 του ΚΟΚ είχαν υποχρέωση, ώστε να περιοριστεί η έκταση αυτών και ενδεχομένως να αποφευχθεί το θανατηφόρο αποτέλεσμα, η παράλειψη δε τούτων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την φύση των κακώσεων αυτών, ενόψει και του αποτελούντος πλέον δίδαγμα κοινής πείρας γεγονότος ότι η ζώνη ασφαλείας παρέχει αποτελεσματική προστασία στις συγκρούσεις από εμπρός (μετωπικές) και πίσω, ήτοι κατά τον διαμήκη άξονα του αυτοκινήτου, όπως η ένδικη.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα (νυν αναιρεσείοντος), απορρίπτοντας, ως αβάσιμη, την περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, έσφαλε, ενώ, αντιθέτως, ορθώς αποφάνθηκε, δεχόμενο ως βάσιμη την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (κατά ποσοστό 20), ένεκα της χρήσης της ζώνης ασφαλείας, ως προς την βαρύτητα του τραυματισμού του και αφού έκανε δεκτή την έφεση, κατά τους αναφερόμενους στο πρώτο ως άνω κεφάλαιο, λόγους (απορρίπτοντας τους σχετικούς με το δεύτερο ως άνω κεφάλαιο λόγους έφεσης), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού δίκασε και πάλι τις αγωγές, τις έκανε εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ενώ, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, κατά τα ως άνω αμελούς οδικής συμπεριφοράς του εναγομένου - ενάγοντος - νυν αναιρεσείοντος (δηλαδή ότι εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... - ..., υπό συνθήκες σκότους και έλλειψης τεχνητού φωτισμού, οδηγώντας γεωργικό ελκυστήρα, χωρίς πίσω φώτα και ανακλαστήρες επί της ρυμουλκούμενης καρότσας) και του κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με την συνήθη πορεία των πραγμάτων επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (δηλαδή της, κατά τα ως άνω, πρόσκρουσης του όπισθεν αυτού κινουμένου Ι.Χ.
αυτοκινήτου επί της καρότσας του ελκυστήρα και του εξ αυτής επελθόντος θανασίμου τραυματισμού του οδηγού του αυτοκινήτου). Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το ζήτημα αυτό, στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες και απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων πρώτων και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστά δικόγραφα προτάσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6165/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων πρώτων αφενός και της πέμπτης αφετέρου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για κάθε μία εκ των δύο ως άνω ομάδων των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ