Legislator Case Law & Legislation
737/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations; allows counter-appeal regarding fire damage compensation claims.

Case Number 737/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding a fire damage claim, ruling that the statute of limitations had expired due to the plaintiff's knowledge of the consequences since 1973. Conversely, the court allowed the appellee's counter-appeal, overturning the lower court's decision that the claim had not expired. The court found the lower court erred in applying substantive law regarding limitation periods and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 261 and 914 of the Civil Code; The statute of limitations runs from the date the injured party acquires knowledge of the damage and the obligor, and a claim filed after this period is inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations fire damage compensation civil code provisions limitation period expiry remand for retrial knowledge of damage substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 261 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 737 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 737/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ ΑΕ" ή "ΔΕΗ" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (κατόπιν της μετατροπής της "Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού" σε ανώνυμη εταιρεία υπό την άνω επωνυμία, δυνάμει του πδ 333/2000, εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 ν 2773/1999) η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των καθών η κλήση : 1) Χ1 και 2) Χ2, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ζ1, οι οποίοι συνεχίζουν την παρούσα δίκη, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Β.

Των καθών η κλήση : 1) Χ1 και 2) Χ2 , ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ζ1 , οι οποίοι συνεχίζουν την παρούσα δίκη, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ ΑΕ" ή "ΔΕΗ" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (κατόπιν της μετατροπής της "Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού" σε ανώνυμη εταιρεία υπό την άνω επωνυμία, δυνάμει του πδ 333/2000, εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 ν 2773/1999) η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-1984 αγωγή του Ζ1, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3699/1984 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9088/1985 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν : 1) η υπό στοιχεία Α. αναιρεσείουσα με την από 29 Μαϊου 1987 αίτησή της και 2) οι υπό στοιχεία Β. καθών η κλήση με την από 3 Ιουνίου 1987 αίτηση του αρχικού αναιρεσείοντος Ζ1. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2005 κοινή έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσείων στην από 3-6-1987 αίτηση αναιρέσεως και αναιρεσίβλητος στην από 29-5-1987 αντίθετη τοιαύτη Ζ1 , όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αγίου Νικολάου Λακωνίας, απεβίωσε στις 20-3-2005, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του γνωστοποίησε το ως άνω γεγονός με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 24-10-2005, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ΄ αριθμ. 10701, 10706, 10700, 10705, 10702, 10707, 10699 και 10703/28-2-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σπάρτης .... , η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα ΔΕΗ ΑΕ, προκαλώντας την επανάληψη της δίκης, που είχε διακοπεί βίαια (άρθρ. 291 παρ. 1 ΚΠολΔ), επέδωσε νομίμως και εμπροθέσμως, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως και κλήσεις προς συζήτηση μετά ορισμού δικασίμου αυτών κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, σε ένα έκαστο των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος.

Επομένως αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση των αιτήσεων παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι κρινόμενες από 3-6-1987 και 29-5-1987 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δικης.

Επειδή κατά το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 αρ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς οι διαφορές που αφορούν ζημιές σε δένδρα, κλήματα, καρπούς, σπαρτά, ρίζες και γενικά φυτά, που έγιναν με παράνομη βοσκή ζώων ή με οποιοδήποτε άλλον τρόπο.

Εν προκειμένω, διά της ενδίκου αγωγής ήχθη προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεως, λόγω επελθούσης ζημίας εκ πυρκαϊάς, οφειλομένης σε υπαιτιότητα των οργάνων της εναγομένης ΔΕΗ, στα δένδρα του ενάγοντος. Με το ανωτέρω περιεχόμενό της η αγωγή αρμοδίως καθ' ύλην εισήχθη στο ειρηνοδικείο, δεχθέν δε τα αυτά και το ως εφετείο δικάσαν πολυμελές πρωτοδικείο και απορρίψαν την ένσταση περί καθ' ύλη ν αναρμοδιότητας αυτού, δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 15 αρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως της ΔΕΗ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, βάσει της αντικειμενικής αξίας του πράγματος, όσο και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως ή των ωφελημάτων, τα οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε, και μάλιστα όχι μόνο για τον μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής χρόνο, αλλά και για τον μεταγενέστερο, έως την πληρωμή της αξίας του πράγματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 247 επ. και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά η αξίωση και για τη μέλλουσα ζημία γεννάται εξαρχής αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, εφόσον μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προβλεφθεί.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής για την όλη ζημία. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Από τη γνώση αυτή ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει το σύνολο της ζημίας που έχει επέλθει ή μέλλει να επέλθει, εκτός από τυχόν επιμέρους κονδύλια ζημίας που η επέλευσή τους δεν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ακόμη, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α' ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αποζημιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο επέρχεται, αντιστοίχως εκκρεμοδικία.

Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως για την αξία πράγματος, που κατεστράφη, μόνο αυτή η ζημία κατάγεται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτή διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν δε μεταγενεστέρως ασκηθεί αγωγή κυρία ή παρεμπίπτουσα, κατ' άρθρο 283 ΚΠολΔ, περί αναπροσαρμογής της αποζημιώσεως λόγω αυξήσεως της αξίας του πράγματος, που κατεστράφη από την αδικοπραξία, η οποία μπορούσε να προβλεφθεί, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής.

Και τούτο διότι η ζητουμένη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση αποτελεί άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, άρα δεν ταυτίζεται προς εκείνο που είχε καταχθεί σε δίκη με την πρώτη αγωγή. Έτσι, αν από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζημίων συνεπειών αδικοπραξίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προβλεπτή αύξηση της αξίας του καταστραφέντος πράγματος, παρήλθε πενταετία, η αξίωση απoζημιώσεως που κατάγεται σε κρίση με δεύτερη αγωγή που έχει το αίτημα αυτό, έχει υποκύψει στην παραγραφή.

Εφόσον, όπως ήδη εσημειώθη, η παραγραφή της περαιτέρω αξιώσεως αποζημιώσεως δεν διακόπτεται με την έγερση της πρώτης αγωγής, δεν διακόπτεται κατ' άρθρο 261 εδ. β' ΑΚ ούτε με τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την πρώτη αγωγή. Η δε παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως που έχει καταχθεί προς κρίση με την πρώτη αγωγή δεν διακόπτεται με την άσκηση της δεύτερης αγωγής ούτε με τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη δεύτερη αυτή αγωγή.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση η δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω καταστροφής προσοδοφόρων πραγμάτων, επέρχεται, καταρχήν, επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, σε 20ετή, αρχομένη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων) της αναγομένης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επεδικάσθη αποζημίωση. Και τούτο γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί,(εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 AK. (Ολ. 24/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο Αθηνών εδέχθη ανελέγκτως ότι εξαιτίας πυρκαϊάς, που προεκλήθη στις 19.7.1973 από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της ήδη αναιρεσειούσης ΔΕΗ, κατεστράφησαν τα ελαιόδενδρα του αναιρεσιβλήτου. Ο παθών ήσκησε κατά της αναιρεσειούσης α) την από 14.7.1978 κυρία αγωγή του, με την οποία ζήτησε αποζημίωση για την αξία των ελαιοδένδρων και λοιπών καροποφόρων δένδρων και το απολεσθέν εισόδημα των ετών 1973 έως 1978 και β) την από 7.3.1984 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε αναπροσαρμογή των κονδυλίων για την αξία των δένδρων και το απολεσθέν εισόδημα των ετών 1979 έως 1986.

Επί της τελευταίας αυτής αγωγής εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η ένδικη αξίωση δεν είχε παραγραφεί και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσειούσης, μολονότι α) ο ενάγων είχε λάβει γνώση των επιζημίων συνεπειών της αδικοπραξίας και του προς αποζημίωση υποχρέου από το 1973, β) η εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή επεδόθη από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα το 1984, ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας, γ) η επίδοση της κυρίας αγωγής δεν είχε διακόψει την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως και δ) η τελεσιδικία της επί της πρώτης αγωγής αποφάσεως επήλθε την 29.1.1982.

Επομένως, το Πρωτοδικείο παρεβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως της ΔΕΗ, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, αφού οι προβληθείσες αξιώσεις ήσαν παραγεγραμμένες και νόμω αβάσιμες. Αντιθέτως, ο μόνoς εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως του Ζ1 για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, σχετικά με την απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματός του για επιδίκαση θετικής ζημίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 3-6-1987 αίτηση αναιρέσεως και να γίνει δεκτή η από 29-5-1987 τοιαύτη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 3-6-1987 και 29-5-1987 αιτήσεις αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 3-6-1987 αίτηση για αναίρεση της 9088/1985 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Αναιρεί την 9088/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήκοντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ