Supreme Court dismisses appeal for being vague and failing to specify legal errors or facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision due to procedural defects. The appellant cited substantive law violations but failed to clearly identify the specific legal error or summarize the factual basis the lower court relied upon. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as it did not meet the statutory requirements for a valid appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 566, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the legal error and summarize the facts found by the lower court to allow for effective review, otherwise it is inadmissible as vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 736/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αννα -Μαρία Νταϊλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ. του Γ. κατοίκου ..., 2. Μ. Γ. του Γ. κατοίκου ..., 3. Μ. συζ. Γ. Μ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., από τους οποίους οι πρωτος και δεύτερος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ενώ η Τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θωμά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2009 ανακοπή και τους από 20-12-2010 πρόσθετους λόγους ανακοπής, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2730/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5020/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθ. ... ΣΤ και ... ΣΤ/11-2-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Σ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως μετά της κάτωθι αυτής από 31-10-2014 Πράξεως της Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Α. Γ. και Μ. Γ.. Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ’ αναίρεση δίκη ( άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.ΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα πρέπει για τη διαδικαστική πληρότητα και άρα για το παραδεκτό του αναιρετικού αυτού λόγου να προσδιορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, η από τον αναιρεσείοντα αποδιδόμενη σ’ αυτές έννοια και το φερόμενο ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να αναφέρεται η ελάσσονα πρόταση του σχετικού νομικού συλλογισμού του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την κρίση του περί της βασιμότητας ή μη ενός αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού.
Και τούτο, γιατί η ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογικών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Η έκθεση έτσι των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου από το περιεχόμενό του να μπορεί να ελεγχθεί αν η παραβίαση του κανόνα δικαίου οδήγησε το δικαστήριο σε εσφαλμένο διατακτικό.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1001 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 Α.Κ., συνεπεία της οποίας απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 2730/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά μερική παραδοχή της από 7-12-2009 ανακοπής του, ακύρωσε εν μέρει την με αριθ. ...2009 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και την πράξη κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέκας Κάκκου- Λαγιανδρέου, ήτοι ως προς την κατακύρωση του υπό στοιχ. 4 διαμερίσματος στην τέταρτη των καθών η ανακοπή καθώς και την υπ’ αριθ. ...2009 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την ανακοπή του ως προς την ακύρωση του πλειστηριασμού καταστήματός του.
Στο δικόγραφο της αναίρεσης ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει το ιστορικό της υποθέσεως, επικαλείται παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και χωρίς να αναφέρει, έστω συνοπτικά, τα πραγματικά γεγονότα που το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την κρίση του περί της βασιμότητας ή μη των λόγων της εφέσεως και της ανακοπής του, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και ως τέτοια απαράδεκτη και απορριπτέα. Το παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται ( άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ). Τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης τρίτης των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2014 αίτηση του Η. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5020/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων ( 2.000 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ