Supreme Court dismisses insurance company appeal on traffic accident liability grounds, rejecting procedural errors and insufficient causation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the insurance company's appeals against the Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued for procedural errors and insufficient reasoning regarding the insured driver's liability, but the court found these claims baseless. The court ruled that the lower court's findings on speed and causation were clear, logical, and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeals based on procedural errors or insufficient reasoning when the lower court's factual findings are clear, logical, and not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 736/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α.Των αναιρεσειόντων: 1. Λ. Κ. Μ., 2 Κ. Γ. Μ., κατοίκων ... , με την ιδιότητά τους ως αρχικών διαδίκων και ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ζ. Κ.Μ., 3 Γ. Κ. Μ., 4 Σ. Κ.Μ., 5 Μ. Κ. Μ., 6 Α. Κ. Μ. και 7Α. Κ. Μ., όλων των ανωτέρω ατομικά υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων έκαστος της αρχικής διαδίκου Ζ. Κ.Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.α) Τ. Κ. του Δ. χήρας Κ. Ν. 2. Β. Ν. του Κ., (ήδη ενηλικιωθείς), 3. Ε. Ν. του Κ., 4 Ε. Ν. του Β., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κάκαλη και κατέθεσαν προτάσεις, 5. Κ. Μ. του Π., 6 Δ. Κ. του Σ., με την ιδιότητά του ως αρχικού διαδίκου και με την ιδιότητά του ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Σ. Κ. του Χ. , αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7. Α. χήρας Ι. Τ. , το γένος Ν. Ψ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 8. Ι. Σ. του Α. , κατοίκου ... , 9. Ι. Γ. του Γ. , κατοίκου ... , αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 10. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ντάβου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ντάβου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.α) Τ. Κ. του Δ. χήρας Κ. Ν. 2. Β. Ν. του Κ., (ήδη ενηλικιωθέντος), 3. Ε. Ν. του Κ., 4 Ε. Ν. του Β., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κάκαλη και κατέθεσαν προτάσεις,5.Α. χήρας Ι. Τ. , το γένος Ν. Ψ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 6. Ι. Σ. του Α. , κατοίκου ... , 7. Ι. Γ. του Γ. , κατοίκου ... , αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την κύρια αγωγή: 8571/5-11-2002, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 489/13-11-2002, 497/19-11-2002, 504/22-11-2002, 506/26-11-2002, 507/26-11-2002, 508/26-11-2002, 518/29-11-2002 κύριες αγωγές και τις: 108/28-2-2003, 190/29-4-2003, 191/29-4-2003, 192/29-4-2003, 200/29-4-2003, 360/21-8-2003, 361/21-8-2003, 362/21-8-2003, 363/21-8-2003, 364/21-8-2003 και 365/21-8-2003 παρεμπίπτουσες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Αφού συνεκδίκασε το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ'ύλην δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:346/2005 οριστική του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και 2176/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες Α με την από 26-11-2010 αίτησή τους και η αναιρεσείουσα Β με την από 26-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε: 1. την από 27-3-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως των Α αναιρεσειόντων και 2. την από 20-11-2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως της Β αναιρεσείουσας.
Ο πληρεξούσιος των Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων Α + Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των δύο αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν η 1.206/30-11-2010 και 227/1-4-2013 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 2.176/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αποτελεί κατάληξη της κατωτέρω αναφερομένης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθει να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση(Α.Π.240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. …1-2013 και …-1-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης .. καθώς και την υπ' αριθμ. …1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης 1206/2010 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-4-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της έχουσας προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσιβλητης εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, που επέσπευσε τη συζήτηση στους τέταρτη, πέμπτο, όγδοη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, Κ.
Μ., Δ. Κ., Ι. Γ. και Ι. Σ. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τις 6-12-2013, οπότε όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες υπ' αρ. ... /13-5-2013 και ... /14-5-2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Κοζάνης, αντίστοιχα, … και …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης 227/2013 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 6-12-2013, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της έχουσας πληρεξουσιότητα προς τούτο ως άνω δικηγόρου της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, στους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων Ι.
Σ. και Ι. Γ. . Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση των στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ.
πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (Α.Π. 1681/2011, 1296/2006) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων να προχωρήσει η συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των αμέσως παρακάτω μνημονευομένων κατά περίπτωση διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Την 1-12-2000 και περί ώρα 20.30 έλαβε χώρα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο μεταξύ των άλλων ενεπλάκη το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρέσειόντων στην 1206/2010 αίτηση, συνιδιοκτησίας (κατά 50% εις έκαστο), των δευτέρου τούτων και της ήδη αποβιώσασας Ζ. Μ., (συζύγου του δευτέρου και μητρός όλων των λοιπών που απεβίωσε την 9/5/2004) που ασφαλιζόταν στην 9η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ".
Εξαιτίας του πιο πάνω ατυχήματος ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είκοσι μία (21) αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες). Μεταξύ αυτών των αγωγών ήσαν και οι εξής: 1) Η από 19/11/2002 με αριθ.καταθ. 497/2002 κύρια αγωγή του αναιρεσίβλητου Ι. Σ. , που στρεφόταν (εκτός των άλλων) εναντίον των πρώτου και δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων, κατά της ήδη αποβιώσασας Ζ.
Μ. και κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", με την οποία ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος για τις ζημίες του, ζητούσε τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή. 2) Η από 18/11/2002 με αριθ.καταθ. 504/2002 κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης Ι. Γ. , που στρεφόταν (εκτός των άλλων) εναντίον των πρώτου και δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων κατά της ήδη αποβιώσασας Ζ.
Μ. και κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", με την οποία ισχυριζόμενη ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος για τις ζημίες της, ζητούσε τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή. 3) Η από 21/11/2002 με αριθ.καταθ. 506/2002 κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης Α. χήρας Ι. Τ. , που στρεφόταν (εκτός των άλλων) εναντίον των πρώτου και δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων, κατά της ήδη αποβιώσασας Ζ.
Μ. και κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", με την οποία ισχυριζόμενη ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος για τις ζημίες της, ζητούσε τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή. 4) Η από 08/09/2002 με αριθ.καταθ. 489/2002 κύρια αγωγή της Τ. Κ. , ενεργούσας ατομικώς και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Ε.
Ν. και Β. Ν., καθώς και των Ε. Ν., Κ. Μ., Ά. χήρας Δ. Κ., Ε. Κ. και Α. Κ. , που στρεφόταν (εκτός των άλλων) εναντίον των πρώτου και δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων, κατά της ήδη αποβιωσάσης Ζ. Μ. και κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", με την οποία ισχυριζόμενοι ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος για τον θάνατο του Κ.Ν., ζητούσαν τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή. 5) Η από 17/4/2003 με αριθ.
καταθ. 191/2003 παρεμπίπτουσα αναγωγή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που στρεφόταν εναντίον των πρώτου και δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της αρχικώς εναγομένης και μετέπειτα αποβιώσασης Ζ. Μ., η οποία ασκήθηκε εξαιτίας της πρώτης ως άνω κυρίας αγωγής, και με την οποία , η πιο πάνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της πιο πάνω αγωγής της να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεούτο η ίδια να καταβάλει στον ως άνω κυρίως ενάγοντα. 6) Η από 17/4/2003 με αριθ.
καταθ. 200/2003 παρεμπίπτουσα αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που στρεφόταν εναντίον των αυτών ως άνω εναγομένων, η οποία ασκήθηκε εξαιτίας της δευτέρας ως άνω κυρίας αγωγής, και με την οποία η πιο πάνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της πιο πάνω αγωγής της να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεούτο η ίδια να καταβάλει στην ως άνω κυρίως ενάγουσα. 7) Η από 17/4/2003 με αριθ.
καταθ. 192/2003 παρεμπίπτουσα αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που στρεφόταν εναντίον των αυτών ως άνω εναγομένων η οποία ασκήθηκε εξαιτίας της τρίτης ως άνω κυρίας αγωγής, και με την οποία η πιο πάνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της πιο πάνω αγωγής της να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεούτο η ίδια να καταβάλει στην ως άνω κυρίως ενάγουσα. 8) Η από 17/4/2003 με αριθ.
καταθ. 190/2003 παρεμπίπτουσα αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που στρεφόταν εναντίον των αυτών ως άνω εναγομένων, η οποία ασκήθηκε εξαιτίας της τέταρτης ως άνω κυρίας αγωγής, και με την οποία η πιο πάνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της πιο πάνω αγωγής της να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεούτο η ίδια να καταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες.9) Η από 25/11/2002 με αριθ.καταθ.508/2002 αγωγή των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων καθώς και της ήδη αποβιώσασας Ζ.
Μ., στρεφόμενη κατά της Κ. Μ., Σ. Κ., Δ. Κ., της ασφαλιστικής εταιρείας "EURO STAR A.E.", Ι. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ".
Οι ως άνω αγωγές συνεκφωνήθηκαν και συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με λοιπές αγωγές και παρεμπίπτουσες αγωγές που αφορούσαν το ίδιο ατύχημα και επ' αυτών εξεδόθη η με αρ. 346/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι για το θάνατο του Κ. Ν. είναι συνυπαίτιος ο Λ. Μ. κατά ποσοστό 60%, η Κ. Μ. σε ποσοστό 30% και ο ίδιος αποβιώσασας κατά ποσοστό 10%, δέχθηκε δε μερικώς τις (αγωγές που είχαν ασκηθεί εναντίον Λ. Μ., Κ. Μ. (δύο πρώτων των αναιρεσειόντων στην 1206/10 αίτηση), της αποβιώσασας Ζ. Μ. και της (αναιρεσείουσας στην 227/2013 και αναιρεσίβλητης στην 1206/αίτηση) ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, ενώ απέρριψε τις παρεμπίπτουσες αγωγές της τελευταίας κατά του Λ. Μ., Κ. Μ. και της Ζ. Μ., η οποία εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει και η δίκη συνεχίστηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων εφέσεων, αντεφέσεων και προσθέτων λόγων έφεσης, και α) η από 29-1-2007 υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 901/2007 έφεση της αναιρεσείουσας στην 227/2013 αίτηση, ασφαλιστικής εταιρείας στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων στην αυτή αίτηση, κατά των αναιρεσειόντων στην 1206/2010 αίτηση, Λ. Μ., Κ. Μ., Γ. Μ., Σ. Μ., Μ. Μ., Α. Μ., Α. Μ. (των πέντε τελευταίων, ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ζ. Μ. ) και των Ά. Κ., Ε. Κ., Α. Κ. και Κ. Μ., β) η από 15-1-2008 υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 961/2008 έφεση με τους από 5-1-2009 πρόσθετους λόγους έφεσης των τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων στην 1206/2010 αίτηση, Κ. Μ. και Δ. Κ. (του τελευταίου ατομικώς και ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικώς διαδίκου Σ. Κ. ), που στρέφονταν, μεταξύ άλλων, κατά των αναιρεσειόντων και των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων στην αυτή αίτηση, και δύο αντεφέσεις των αναιρεσειόντων στην 1206/2010 αίτηση (Λ. Μ. κ.λ.π), στρεφόμενες, η μία κατά της εκκαλούσας της πρώτης και η άλλη κατά των εκκαλούντων της δεύτερης των ως άνω εφέσεων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε, ως απαράδεκτες, εκτός των άλλων, α) την 961/2008 έφεση, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά των αναιρεσειόντων Λ. Μ. κ.λ.π., ως εναγομένων, β) την από 9-1-2009 αντέφεση των τελευταίων, καθ' όσο μέρος στρεφόταν, μεταξύ άλλων, κατά του Σ. Κ. , και γ) την 901/2007 έφεση, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά της Α.
Τ. , υπό την ιδιότητα της ως ενάγουσας της 507/2002 αγωγής, και κατά των Κ. Μ., Ά. Κ., Ε. Κ. και Α. Κ. , δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, σε σχέση με τους διαδίκους στην αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1-12-2000 και περί ώρα 20.30 η Κ. Μ. , οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας των Σ. Κ. και Δ. Κ. κατά ποσοστό 80% και 20% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EURO STAR ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", εκινείτο στην αριστερή εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού με κατεύθυνση από τη διασταύρωση Κοίλων προς τη διασταύρωση Παλαιοκάστρου και συγκεκριμένα στο ύψος του 19ου χιλιομέτρου αυτής.
Στο εν λόγω σημείο η Εγνατία Οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, ευθεία σε μήκος 800 μέτρων, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής χωρίζονται με τσιμεντένιο προστατευτικό στηθαίο, το προς κόμβο Παλαιοκάστρου ρεύμα αυτής διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ενώ το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος αυτού είναι 7,80 μ.
του αριστερού ερείσματος 0,79 μ. και του δεξιού 2,55 μ. Κατά την παραπάνω ημέρα και ώρα η κατάσταση της οδού ήταν καλή, η κυκλοφορία οχημάτων αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ επικρατούσε σκότος, καθόσον ήταν νύκτα και δεν υπήρχε εγκατάσταση τεχνητού φωτισμού. Η προαναφερθείσα οδηγός, οδηγώντας χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, προσέτι δε και με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις και υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 120 χιλ/ώρα ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλ/ώρα, επιχειρώντας να πραγματοποιήσει προσπέραση προπορευόμενου οχήματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του αρχικά προς τα δεξιά, προσέκρουσε στα υπάρχοντα στο άκρο δεξιό της οδού μεταλλικά κιγκλιδώματα και στη συνέχεια κινήθηκε ανεξέλεγκτο προς τα αριστερά και αφού προσέκρουσε στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας τσιμεντένιο στηθαίο, ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος αποκλείοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους 3,90 μ., με συνέπεια να δημιουργηθεί εξαιτίας του αποκλεισμού της εν λόγω λωρίδας από το όχημα της, του σκότους που επικρατούσε λόγω της παντελούς έλλειψης τεχνητού φωτισμού και της στάθμευσης στο δεξιό έρεισμα άλλων οχημάτων, οι οδηγοί και επιβαίνοντες των οποίων προσέτρεξαν προς βοήθεια αυτής και της επιβαίνουσας στο όχημα της μητέρας της, ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κυκλοφορία των οχημάτων κατάσταση.
Ειδικότερα, στο δεξιό άκρο του δεξιού ερείσματος, πλάτους ως ελέχθη 2,55 μ., στάθμευσαν τα οχήματα τους, σε απόσταση περίπου 150, 100 και 50 μέτρων αντίστοιχα μπροστά από το αυτοκίνητο της Κ. Μ. , ο Κ. Ν. το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, πίσω από αυτόν ο Ι. Τ. το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΓΧΕ αυτοκίνητο του και όπισθεν αυτού η Ι.
Γ. το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της, το οποίο, κατά προτροπή του τελευταίου, η αδελφή της Α. Γ. τοποθέτησε με φορά αντίθετη προς το ρεύμα κυκλοφορίας και με αναμμένα τα φώτα αυτού ώστε να ειδοποιούνται, κατά το δυνατόν, από αυτά οι επερχόμενοι οδηγοί. Παρά την ύπαρξη όμως της επικίνδυνης αυτής κατάστασης η ως άνω Κ.
Μ. ουδέν μέτρο έλαβε για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της και τον συνεπεία αυτής περιορισμό του πλάτους του ελεύθερου οδοστρώματος και ειδικότερα, ενόψει του ότι είχαν καταστραφεί όλα τα φώτα του αυτοκινήτου της όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες αυτού, δεν τοποθέτησε καθόλου προειδοποιητικό τρίγωνο σε απόσταση 100 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα της ή άλλη κατάλληλη συσκευή, όπως φακό κρατούμενο και ανακινούμενο από την ίδια σε κατάλληλη θέση ώστε να προειδοποιούνται οι επερχόμενοι δηγοί για την ύπαρξη εμποδίου, αλλ' ούτε και αναζήτησε άλλον τρόπο προειδοποιήσεως τούτων, όπως σήματα στα επερχόμενα αυτοκίνητα ή αναζήτηση φακού ή τριγώνου από τα σταθμεύσαντα προς βοήθεια της ανωτέρω αυτοκίνητα αν πράγματι, ως ισχυρίζεται, δεν μπορούσε να βγάλει το δικό της από το "φρακαρισμένο" πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της.
Αντίθετα, μετά την ακινητοποίηση του οχήματος της, εξήλθε αυτού και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες προς βοήθεια της οδηγούς Ι. Τ. και Ι. Γ. , ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρεία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, ενέργειες που μπορούσε να κάνει αφού προηγουμένως είχε λάβει τα ανωτέρω αναγκαία για την ασφάλεια των διερχομένων οχημάτων μέτρα, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτής.
Αποτέλεσμα της παραπάνω δημιουργηθείσας ιδιαίτερα επικίνδυνης για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάστασης, εξαιτίας της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς της εν λόγω οδηγού, ήταν να δυσχερανθεί η κυκλοφορία στην παραπάνω οδό και να επακολουθήσουν διαδοχικές συγκρούσεις και εκτροπές κινουμένων προς την ίδια κατεύθυνση αυτοκινήτων.
Ειδικότερα, μετά πάροδο πέντε περίπου λεπτών από την ακινητοποίηση του οχήματος της, ο Λ. Μ. , οδηγώντας χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση προσέτι δε και με την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 130 τουλάχιστον χιλ/ώρα αλλά και υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,53‰ κατά την πρώτη μέτρηση και 0,49 %ο κατά τη δεύτερη, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου των Κ. Μ. και της μετέπειτα αποβιώσασας Ζ. Μ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ", κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω Εγνατίας Οδού και με την ίδια κατεύθυνση, ήτοι προς κόμβο Παλαιοκάστρου, όταν έφθασε στο ύψος του 19ου χιλιομέτρου αυτής, εξαιτίας της παραπάνω αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς του σε συνδυασμό και με το ότι το ακινητοποιημένο όχημα δεν είχε σημανθεί, κατά τα ανωτέρω, καταλλήλως, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τούτο και δεν μπόρεσε μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητα του να ακινητοποιήσει το όχημα του προ αυτού αλλά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, την οποία τελικά απέφυγε, διενήργησε αιφνίδιο και χωρίς προηγούμενο έλεγχο της οδού απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το πίσω δεξιό τμήμα τού αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, κανονικά και με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα οδηγούμενου από τον Ι.
Σ. και κινούμενου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου αυτού εκτρέποντας το προς τα δεξιά, το οποίο στη συνέχεια, αφού κτύπησε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο τμήμα του σταθμευμένου και ανεστραμμένου, ως προελέχθη, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου της Ι. Γ. . Μετά την αμέσως παραπάνω σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ι. Σ. , ο Λ. Μ. απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, το οποίο, περιστρεφόμενο περί τον άξονα του, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο (βλ.
σημείο ΣΠ2 του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας), λόγω δε της κρούσεως σε αμετακίνητο εμπόδιο, εκτινάχθηκε προς τα πίσω και δη δεξιά σε σχέση με την αρχική του πορεία, διέσχισε όλο το εύρος του οδοστρώματος και προσέκρουσε με το οπίσθιο τμήμα του στο σταθμευμένο στο δεξιό έρεισμα και δη στο άκρο δεξιό αυτού με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ι. Τ. ενώ κατά την παραπάνω πορεία του παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κ. Ν., ο οποίος έχοντας, ως ελέχθη, σταθμεύσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, προκειμένου να προστρέξει σε βοήθεια της Κ. Μ. , βάδιζε κατά τη στιγμή της παράσυρσής του σε μη εξακριβωθέν σημείο του οδοστρώματος της παραπάνω οδού.....Γ) Αναφορικά με την από 25-11-02 (αριθμ.
καταθ. 508/02), υπό στοιχ. Ε', αγωγή των Λ. Μ., Κ. Μ. και της αρχικώς ενάγουσας Ζ. Μ. : Το αναφερόμενο στην εν λόγω αγωγή ατύχημα και οι συνεπεία αυτού υλικές ζημιές του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού αυτού Λ. Μ. και της Κ. Μ. , οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κατανέμεται σε ποσοστό 70% για τον πρώτο και 30% για τη δεύτερη. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της τελευταίας (α' εναγομένης της ένδικης υπό στοιχ. Ε' αγωγής) συνίσταται στο ότι από αμέλεια της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία ως μέση συνετή οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος της ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα, επιχειρώντας προσπέραση προπορευόμενου αυτής οχήματος, να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο, αφού εκτράπηκε αρχικά προς τα δεξιά και προσέκρουσε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στη συνέχεια εκτράπηκε προς τα αριστερά και, προσκρούοντας στο διαχωρίζον τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο, ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, παρόλο δε που γνώριζε ότι το όχημα της αποτελούσε σκοτεινό και απρόβλεπτο για τους επερχόμενους οδηγούς εμπόδιο και μάλιστα σε οδό ταχείας κυκλοφορίας και σε σημείο όπου λόγω της μεγάλης ευθείας τα οχήματα αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες, δεν έλαβε, αν και μπορούσε, κανένα από τα επιβαλλόμενα από τον ΚΟΚ και αναφερόμενα παραπάνω μέτρα (τοποθέτηση τριγώνου, σήματα στους επερχόμενους οδηγούς, αναζήτηση φακού ή τριγώνου από προστρέξαντα σε βοήθεια της οχήματα) προκειμένου να προειδοποιήσει τους επερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του οχήματος της επί της αριστερής λωρίδας του προς κόμβο Παλαιοκάστρου ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού αν και είχε επαρκή προς τούτο χρόνο, αφού από την ακινητοποίηση του δικού της οχήματος μέχρι την έλευση στο εν λόγω σημείο του οδηγούμενου από τον πρώτο ενάγοντα Λ.
Μ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μεσολάβησαν καθ' ομολογίαν της πέντε (5) περίπου λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων αυτή μεν εξήλθε του αυτοκινήτου της και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες προς βοήθεια της οδηγούς Ι. Τ. και Ι. Γ. , ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρεία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, η δε Α.
Γ. , συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο της Ι. Γ. , πρόφτασε και ολοκλήρωσε την τοποθέτηση αυτού με φορά αντίθετη προς το ρεύμα κυκλοφορίας ώστε να ειδοποιούνται, κατά το δυνατόν, από τα φώτα του οι επερχόμενοι οδηγοί (αρθρ. 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 29 παρ. 3 ΚΟΚ), απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων καθώς και της υπ' αυτών προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ενστάσεως του άρθρου 5 ν.
ΓΠΝ/1911, αφού η τελευταία προϋποθέτει αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου στην πρόκληση του ατυχήματος και όχι τυχόν συντρέχουσα τοιαύτη. Συνυπαίτιος όμως κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (70%), κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση των εναγομένων-εκκαλούντων, είναι και ο πρώτος ενάγων Λ. Μ. , οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, της υπαιτιότητας του συνισταμένης στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα, τουλάχιστον 130 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ανωτέρω ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος και μη σημαινόμενο ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο και να μην μπορέσει μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητα του να ακινητοποιήσει το όχημα του προ αυτού αλλά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, να διενεργήσει αιφνίδιο και χωρίς προηγούμενο έλεγχο της οδού απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το πίσω δεξιό τμήμα τού αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα τού, κανονικά και με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα κινούμενου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου του, μη βαρυνόμενου με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, Ι. Σ. και στη συνέχεια να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο, να εκτιναχθεί προς τα πίσω και δη δεξιά σε σχέση με την αρχική του πορεία και, διασχίζοντας όλο το εύρος του οδοστρώματος, να προσκρούσει με το οπίσθιο τμήμα του στο σταθμευμένο στο δεξιό έρεισμα με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ι. Τ. (αρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ). Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε ν' αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την επί του οδοστρώματος κατάσταση και κατά συνέπεια τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής οδηγική συμπεριφορά του.
Ειδικότερα, στο αίμα αυτού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,53%ο κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,49%ο κατά τη αιτηθείσα επανεξέταση του δευτέρου δείγματος σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από 8-12-00 και 7-2-01 εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος του Τμήματος Χημείου της Δ/σης Εγκημ/κών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, με τις οποίες ολοκληρώθηκε και τυπικά η προβλεπόμενη υπό του νόμου διαδικασία (αρθρ. 42 ΚΟΚ και 13382 Φ. 705.11/45/1977 απόφαση Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών όπως τροποποιήθηκε με την 1330Φ.705.11/4ΞΘ/15/1-4-85 όμοια και ίσχυε εν προκειμένω αφού το ατύχημα έλαβε χώρα την 1-12-02).
Αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι για την παραπάνω διαπίστωση δεν τηρήθηκε για οποιοδήποτε λόγο επακριβώς η υπό του νόμου διαγραφόμενη διαδικασία, ως ούτος υποστηρίζει αμφισβητώντας τα ανωτέρω αποτελέσματα, οι ως άνω εκθέσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο σε συνδυασμό δε με την καθ' ομολογίαν του κατανάλωση αλκοόλ στα εγκαίνια ταβέρνας στα Κοίλα Κοζάνης περί τις 18.30 μ.μ.
της ίδιας ημέρας (βλ. από 27-1-01 προανακριτική κατάθεση αυτού) και την προαναφερθείσα εκ μέρους του ασυνεπή οδήγηση, την εκ μέρους του άγνοια του κινδύνου και την υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του, όλα τα παραπάνω άγουν στην κρίση ότι πράγματι ο εν λόγω οδηγός ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Σημειωτέον εν προκειμένω ότι, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα υπ' αυτού, η λήψη υπόψη του αποτελέσματος του δευτέρου δειγματοληπτικού ελέγχου, που καθιερώθηκε το πρώτον με το άρθρο 6 παρ. 4 της 2 της 43500/5691/12-8-02 απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, είναι υποχρεωτική μόνο για την επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο και όχι και για τη θεμελίωση της σχετικής αστικής αγωγής ως εν προκειμένω, αφού κατά την αστική δίκη περί αποζημιώσεως η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από άλλα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ο τρόπος οδήγησης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε και δεν έσφαλε, οι δε υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος της από 15-1-08 εφέσεως των εναγομένων Κ.
Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες του και πρώτος λόγος της από 2-5-08 αντεφέσεως των εναγόντων τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των αμέσως παραπάνω εναγομένων-εκκαλούντων ότι για το ένδικο ατύχημα ευθύνονται και οι Ι. Τ. , Ι. Γ. και Ι. Σ. και δη κατά ποσοστό 10% έκαστος επειδή οι δύο πρώτοι στάθμευσαν δεξιά της οδού τα αυτοκίνητα τους, στο ύψος περίπου του ακινητοποιημένου οχήματος τους καταλαμβάνοντας και τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του οδοστρώματος ο δε τρίτος επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή αλλά με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, αφού ως ήδη ελέχθη, επί πλειόνων υπαιτίων προκλήσεως ζημίας, αρκεί οποιοδήποτε ποσοστό υπαιτιότητας εκάστου τούτων προς αποκατάσταση της όλης ζημίας του ζημιωθέντος.
Τέλος, οι αντεκκαλούντες - ενάγοντες, μη προσβάλλοντας με αυτοτελή έφεση την εκκαλουμένη κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή τους ως προς τον εναγόμενο Ι. Σ. , απαράδεκτα με την αντέφεσή τους, η οποία σημειωτέον δεν στρέφεται και κατ' αυτού, ισχυρίζονται ότι υπαίτιος του ατυχήματος έπρεπε να κριθεί και αυτός.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο των αρχικώς εναγόντων Κ. και Ζ. Μ., εργοστασίου κατασκευής FORD, τύπου MODEO, μοντέλο του 1993, υπέστη σοβαρότατες υλικές ζημίες σε ολόκληρο το αμάξωμα του, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό των 14.000 ευρώ (βλ. ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του Π.
Δ. ). Η παραπάνω δαπάνη καθιστά τεχνικά επισφαλή την επισκευή του, λόγω στρέβλωσης του αμαξώματος και ανάγκης αντικατάστασης του εμπρόσθιου αριστερού θόλου με το αντίστοιχο σασί του αλλά και οικονομικά ασύμφορη, καθόσον η ανωτέρω δαπάνη αυτής υπερβαίνει την αξία τού εν λόγω αυτοκινήτου πριν τη σύγκρουση, η οποία, ενόψει της παλαιότητας του και της φθοράς εκ της χρήσεώς του, ήταν 6.600 ευρώ και όχι 7.336,75 ευρώ ως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εν λόγω ενάγοντες, με αποτέλεσμα, αφαιρουμένου του ποσού των 600 ευρώ (βλ.
ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη), που αντιστοιχεί στα σωζόμενα εμπορικά αξιοποιήσιμα τμήματα του (σώστρα), ούτοι να ζημιωθούν από την αιτία αυτή κατά το ποσό των (6.600-600 = 6.000 Χ 30% λόγω του ποσοστού συνυπαιτιότητας του οδηγού του = 1.800 : 2 = 900) 900 ευρώ ο καθένας, αφού το εν λόγω όχημα τους πρέπει, μετά ταύτα, να θεωρηθεί ολικά κατεστραμμένο.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων Κ. Μ. και Δ. Κ. ότι η αξία του ανωτέρω αυτοκινήτου δεν ξεπερνούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος τα 6.000 ευρώ και ότι τα σώστρα αυτού ανέρχονταν σε 1.500 ευρώ δεν αποδείχτηκε, ενώ, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αβάσιμα ούτοι υποστηρίζουν ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας αυτού είναι αυτός της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Εξάλλου, συνεπεία των ανωτέρω υλικών ζημιών, που υπέστη το αυτοκίνητο τους, οι ως άνω ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, του βαθμού του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών, του είδους και της έκτασης των ζημιών, που υπέστη το ανωτέρω αυτοκίνητο τους, της ταλαιπωρίας αυτών και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, μετά από στάθμιση των παραπάνω κατά νόμο στοιχείων (αρθρ. 932 ΑΚ), ποσό των 250 ευρώ στον καθένα.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να επιδικάσει σ' αυτούς για τις αμέσως παραπάνω αιτίες τα ποσά των 1.070,51 και 300 ευρώ αντίστοιχα στον καθένα, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς λόγους της από 15-1-08 εφέσεως των ανωτέρω εναγομένων φυσικών προσώπων, ενώ μετά ταύτα, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι τυγχάνουν οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα αντίστοιχοι λόγοι της από 2-5-08 αντεφέσεως.
Επίσης, ο τελευταίος λόγος αυτής (αντεφέσεως), με τον οποίο ο πρώτος αντεκκαλών Λ. Μ. παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων, που αφορούσαν διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτού, συνεπεία του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν αναφέρεται σε μεταβιβασθέν στο παρόν Δικαστήριο κεφάλαιο της εκκαλουμένης...
Μετά ταύτα, αναφορικά με την ένδικη υπό στοιχ. Ε' αγωγή, πρέπει: α) ν' απορριφθεί η από 2-5-08 αντέφεση, β) να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 15-1-08 (αριθμ. κατάθ. 961/08) έφεση καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του 13ου έως και της 19ης εκ των εφεσίβλητων (Λ. Μ. , Κ. Μ. και κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ζ. Μ. ) με την ιδιότητα τους ως εναγόντων της από 25-11-02 (αριθμ.
κατάθ. 508/02) αγωγής, γ) να εξαφανιστεί η υπ1 αριθμ. 346/05 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθ' ο μέρος δέχτηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αμέσως παραπάνω (αριθμ. κατάθ. 508/02) αγωγή των αρχικά εναγόντων Κ. και Ζ. Μ. αναφορικά με τους τρεις πρώτους εκ των αρχικά εναγομένων και αναφορικά με αυτούς και κατά τη διάταξη της περί δικαστικής δαπάνης και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο κατά το μέρος της τούτο και ερευνηθεί η παραπάνω αγωγή κατ' ουσίαν, να γίνει αυτή δεκτή, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, κατά ένα μέρος αναφορικά με τους εναγομένους Κ.
Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους και να υποχρεωθούν αυτοί, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως: 1) στον ενάγοντα Κ. Μ. ατομικά το ποσό των (900 +250) 1.150 ευρώ και 2) στους Κ. Μ. , Λ. Μ. , Γ. Μ., Σ. Μ., Μ. Μ., Α. Μ. και Α. Μ. με την ιδιότητα τους ως μοναδικών κληρονόμων της αρχικώς τρίτης ενάγουσας Ζ.
Μ. το ποσό των (900 + 250) 1.150 ευρώ κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου και δη κατά τα 6/24 στον πρώτο και κατά τα 3/24 σε καθέναν εκ των λοιπών...". Δ) Αναφορικά με την από 19-11-02 (αριθμ. κατάθ. 497/02), ανωτέρω υπό στοιχ. Ζ', αγωγή του Ι. Σ. : Το αναφερόμενο στην εν λόγω αγωγή ατύχημα και οι συνεπεία αυτού υλικές ζημιές του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου του Ι. Σ. οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης και του τέταρτου εκ των εναγομένων Κ. Μ. και Λ. Μ. , οδηγών αντίστοιχα των με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της πρώτης συνίσταται στο ότι από αμέλεια της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία ως μέση συνετή οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος της ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα, επιχειρώντας προσπέραση προπορευόμενου αυτής οχήματος, να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο, αφού εκτράπηκε αρχικά προς τα δεξιά και προσέκρουσε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στη συνέχεια εκτράπηκε προς τα αριστερά και, προσκρούοντας στο διαχωρίζον τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο, ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, παρόλο δε που γνώριζε ότι το όχημα της αποτελούσε σκοτεινό και απρόβλεπτο για τους επερχόμενους οδηγούς εμπόδιο και μάλιστα σε οδό ταχείας κυκλοφορίας και σε σημείο όπου λόγω της μεγάλης ευθείας τα οχήματα αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες, δεν έλαβε, αν και μπορούσε, κανένα από τα επιβαλλόμενα από τον ΚΟΚ και αναφερόμενα παραπάνω μέτρα (τοποθέτηση τριγώνου, σήματα στους επερχόμενους οδηγούς, αναζήτηση φακού ή τριγώνου από προστρέξαντα σε βοήθεια της οχήματα) προκειμένου να προειδοποιήσει τους επερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του οχήματος της επί της αριστερής λωρίδας του προς κόμβο Παλαιοκάστρου ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού αν και είχε επαρκή προς τούτο χρόνο, αφού από την ακινητοποίηση του δικού της οχήματος μέχρι την έλευση στο εν λόγω σημείο του οδηγούμενου από τον Λ.
Μ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μεσολάβησαν καθ' ομολογίαν της πέντε (5) περίπου λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων αυτή μεν εξήλθε του αυτοκινήτου της και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες προς βοήθεια της οδηγούς Ι. Τ. και Ι. Γ. , ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρεία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, η δε Α.
Γ. , συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο της Ι. Γ. , πρόφτασε και ολοκλήρωσε την τοποθέτηση αυτού με φορά αντίθετη προς το ρεύμα κυκλοφορίας ώστε να ειδοποιούνται, κατά το δυνατόν, από τα φώτα του οι επερχόμενοι οδηγοί (αρθρ. 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 29 παρ. 3 ΚΟΚ), απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτής και του συνεναγομένου της Δ.
Κ. τις ανωτέρω ιδιότητες του καθώς και της υπ' αυτών προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ενστάσεως του άρθρου 5 ν. ΓΠΝ/1911, αφού η τελευταία προϋποθέτει αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου στην πρόκληση του ατυχήματος και όχι τυχόν συντρέχουσα τοιαύτη. Εξάλλου, η υπαιτιότητα του τέταρτου εναγομένου Λ.
Μ. , οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα, τουλάχιστον 130 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ανωτέρω ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος και μη σημαινόμενο ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο και να μην μπορέσει μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητα του να ακινητοποιήσει το όχημα του προ αυτού αλλά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, να διενεργήσει αιφνίδιο και χωρίς προηγούμενο έλεγχο της οδού απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, κανονικά και με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα κινούμενου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου τού ενάγοντα Ι. Σ. εκτρέποντας το προς τα δεξιά, το οποίο στη συνέχεια, αφού κτύπησε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο τμήμα του σταθμευμένου και ανεστραμμένου, ως προελέχθη, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Ι. Γ. (αρθρ. 12 παρ.1, 19 παρ.1, 20 παρ.2 και 21 παρ.1 του ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να υποστεί τις κατωτέρω αναφερόμενες υλικές ζημιές.
Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού στο αίμα αυτού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,53%ο κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,49%ο κατά την αιτηθείσα επανεξέταση του δευτέρου δείγματος (βλ. τις από 8-12-00 και 7-2-01 εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος του Τμήματος Χημείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας), κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε ν' αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την επί του οδοστρώματος κατάσταση και κατά συνέπεια τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής οδηγική συμπεριφορά του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω (υπό στοιχ.
Γ) αναφορικά με την από 25-11-02 (αριθμ. κατάθ. 508/02) αγωγή αυτού. Αντίθετα, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ενάγοντα Ι. Σ. , ο οποίος, ως προελέχθη, εκινείτο κανονικά και με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού και παρά πάσα προσοχή και σύνεση κατά την οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου του ήταν αντικειμενικά αδύνατο να προβλέψει τόσο την ύπαρξη του ακινητοποιημένου επί του οδοστρώματος και μη σημαινόμενου ...
ΙΧΕ αυτοκίνητου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία δεν εκινείτο, όσο και την εξ αριστερών του όλως αιφνίδια παρεμβολή του οδηγούμενου από τον Λ. Μ. οχήματος στο ρεύμα πορείας του και να αποφύγει τη σύγκρουση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχτεί κοινή υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος των ανωτέρω οδηγών των με αριθμούς κυκλοφορίας ...
και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ μέρους των εδώ εναγομένων-εκκαλούντων προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερομένη και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντα Ι. Σ. στην πρόκληση αυτού, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε και δεν έσφαλε, απορριπτόμενων, μετά ταύτα, των υποστηριζόντων τα αντίθετα σχετικών λόγων των από 15-1-08 (αριθμ.
κατάθ. 961/30-1-08) και 29-1-07 (αριθμ. κατάθ. 901/07) εφέσεων των εναγομένων Κ. Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες του/αφενός και, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.ΓΑ." αφετέρου, η οποία, σημειωτέον, δεν προσβάλλει ειδικότερα ως προς το ύψος του το επιδικασθέν κατωτέρω ως αποζημίωση στον ενάγοντα ποσό.
Ο λόγος έφεσης των εκκαλούντων Κ. Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας των παραπάνω οδηγών σε 50% για τον καθένα ενώ θα έπρεπε, αναφορικά με την πρώτη εξ αυτών να οριστεί σε μικρότερο ποσοστό και κατ' επέκταση σε μεγαλύτερο για τον συνεναγόμενό της Λ.
Μ. είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον οι συνεναγόμενοι και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι σε αποζημίωση λόγω τροχαίου ατυχήματος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 914, 922 και 926 ΑΚ, δεν μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφαση του το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα κατά ποσοστό, αφού ευθύνονται ο καθένας για το σύνολο της επιδικαζόμενης αποζημίωσης, το ζήτημα δε αυτό θα λυθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων, δηλαδή μετά την ικανοποίηση του παθόντος μέσω ενός από αυτούς και ακολούθως της εναγωγής από αυτόν των άλλων ευθυνόμενων, ενώ ο προσδιορισμός κατά τα ανωτέρω από την εκκαλουμένη του ποσοστού συνυπαιτιότητας εκάστου οδηγού έγινε εκ περισσού και είναι χωρίς έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη.
Και ναι μεν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων υπολόγισε στη συνέχεια την οφειλόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου υπαιτίου οδηγού, εφόσον όμως η εκκαλουμένη δεν προσβάλλεται υπό των διαδίκων κατά τούτο, δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί από το παρόν Δικαστήριο, αφού έτσι, δια της υποχρεώσεως δηλαδή των εναγομένων όπως καταβάλουν στον ενάγοντα τα επιδικασθέντα ποσά ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, θα καθιστούσε χείρονα τη θέση τούτων χωρίς την ύπαρξη σχετικού λόγου έφεσης.
Επίσης, ο ισχυρισμός των αμέσως παραπάνω εναγομένων-εκκαλούντων ότι για το ένδικο ατύχημα ευθύνεται και η τρίτη Ι. Γ. και δη κατά ποσοστό 10% επειδή στάθμευσε δεξιά της οδού το αυτοκίνητο της, στο ύψος περίπου του ακινητοποιημένου οχήματος τους καταλαμβάνοντας και τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του οδοστρώματος, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, αφού ως ήδη ελέχθη, επί πλειόνων υπαιτίων προκλήσεως ζημίας, αρκεί οποιοδήποτε ποσοστό υπαιτιότητας εκάστου τούτων προς αποκατάσταση της όλης ζημίας του ζημιωθέντος....Ε) Αναφορικά με την από 18-11-02 ...ανωτέρω υπό στ.Ι' αγωγή της Ι.
Γ. : Το φερόμενο στην εν λόγω αγωγή ατύχημα ... οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης και του πέμπτου εκ των εναγομένων Κ. Μ. και Λ. Μ. .....Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί κοινή υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος των ανωτέρω οδηγών των με αριθμούς κυκλοφορίας ...
και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ μέρους των εδώ εναγομένων - εκκαλούντων προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερομένη και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας Ι. Γ. στην πρόκληση αυτού, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και δεν έσφαλε...ΣΤ) Αναφορικά με την από 21-11-02...
ανωτέρω υπό στ.ΙΓ' αγωγή της Α. χήρας Ι. Τ. : Το αναφερόμενο στην εν λόγω αγωγή ατύχημα και οι συνεπεία αυτού υλικές ζημίες ... οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης και του πέμπτου εκ των εναγομένων Κ. Μ. και Λ. Μ. .... Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί κοινή υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος των ανωτέρω οδηγών των με αριθμούς κυκλοφορίας ...
και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ μέρους των εδώ εναγομένων-εκκαλούντων προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερομένη και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ένσταση συνυπαιτιοτητας του Ι. Τ. στην πρόκληση αυτού, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και έσφαλε...Θ) Αναφορικά με την από 8-9-2002 ...
ανωτέρω υπό στ.ΙΘ' αγωγή των Τ. Κ. ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Β. Ν., Ε. Κ. Ν. και Ε. Ν. ...Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκε ότι το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων Κ. Ν. οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης και του πέμπτου εκ των εναγομένων Κ.
Μ. και Λ. Μ. , οδηγών αντίστοιχα των με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... ΕΧΕ αυτοκινήτων. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της πρώτης συνίσταται στο ότι από αμέλεια της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία ως μέση συνετή οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος της ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα, επιχειρώντας προσπέραση προπορευόμενου αυτής οχήματος, να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο, αφού εκτράπηκε αρχικά προς τα δεξιά και προσέκρουσε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στη συνέχεια εκτράπηκε προς τα αριστερά και, προσκρούοντας στο διαχωρίζον τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο, ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, παρόλο δε που γνώριζε ότι το όχημα της αποτελούσε σκοτεινό και απρόβλεπτο για τους επερχόμενους οδηγούς εμπόδιο και μάλιστα σε οδό ταχείας κυκλοφορίας και σε σημείο όπου λόγω της μεγάλης ευθείας τα οχήματα αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες, δεν έλαβε, αν και μπορούσε, κανένα από τα επιβαλλόμενα από τον ΚΟΚ και αναφερόμενα παραπάνω μέτρα (τοποθέτηση τριγώνου, σήματα στους επερχόμενους οδηγούς, αναζήτηση φακού ή τριγώνου από προστρέξαντα σε βοήθεια της οχήματα) προκειμένου να προειδοποιήσει τους επερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του οχήματος της επί της αριστερής λωρίδας του προς κόμβο Παλαιοκάστρου ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού αν και είχε επαρκή προς τούτο χρόνο, αφού από την ακινητοποίηση του δικού της οχήματος μέχρι την έλευση στο εν λόγω σημείο του οδηγούμενου από τον Λ.
Μ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μεσολάβησαν καθ' ομολογίαν της πέντε (5) περίπου λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων αυτή μεν εξήλθε του αυτοκινήτου της και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες πρός βοήθεια της οδηγούς Ι. Τ. και Ι. Γ. , ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρεία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, η δε Α.
Γ. , συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο της Ι. Γ. , πρόφτασε και ολοκλήρωσε την τοποθέτηση αυτού με φορά αντίθετη προς το ρεύμα κυκλοφορίας ώστε να ειδοποιούνται, κατά το δυνατόν, από τα φώτα του οι επερχόμενοι οδηγοί (αρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 29 παρ.3 ΚΟΚ), απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτής και του συνεναγομένου της Δ.
Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες του καθώς και της υπ' αυτών προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ενστάσεως του άρθρου 5 ν. ΓΠN/1911, αφού η τελευταία προϋποθέτει αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου στην πρόκληση του ατυχήματος και όχι τυχόν συντρέχουσα τοιαύτη. Εξάλλου, η υπαιτιότητα του πέμπτου εναγομένου Λ.
Μ. συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, ανυπαρξία τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα, τουλάχιστον 130 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιλφθεί εγκαίρως το ανωτέρω ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος και μη σημαινόμενο ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο και να μην μπορέσει μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητα του να ακινητοποιήσει το όχημά του προ αυτού αλλά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, να διενεργήσει αιφνίδιο και χωρίς προηγούμενο έλεγχο της οδού απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το πίσω δεξιό τμήμα τού αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα τού, κανονικά και με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα κινούμενου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου τού, μη βαρυνόμενου με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, Ι. Σ. και στη συνέχεια να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού τσιμεντένιο στηθαίο, να εκτιναχθεί προς τα πίσω και δη δεξιά σε σχέση με την αρχική του πορεία και, διασχίζοντας όλο το εύρος του οδοστρώματος, να προσκρούσει με το οπίσθιο τμήμα του στο σταθμευμένο στο δεξιό έρεισμα με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ι. Τ. , παρασύροντας κατά την παραπάνω πορεία του και τραυματίζοντας θανάσιμα τον Κ. Ν., ο οποίος έχοντας, ως ελέχθη, σταθμεύσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΓΧΕ αυτοκίνητο του και προκειμένου να προστρέξει σε βοήθεια της Κ. Μ. , βάδιζε κατά τη στιγμή της παράσυρσής του σε μη εξακριβωθέν σημείο του οδοστρώματος της παραπάνω οδού (αρθρ. 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ).
Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού στο αίμα αυτού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,53%ο κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,49%ο. κατά την αιτηθείσα επανεξέταση του δευτέρου δείγματος (βλ. τις από 8-12-00 και 7-2-01 εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος του Τμήματος Χημείου της Δ/σης Εγκημ/κών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας), κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε ν' αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την επί του οδοστρώματος κατάσταση και κατά συνέπεια τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής οδηγική συμπεριφορά του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω (υπό στοιχ.
Γ) αναφορικά με την από 25-11-02 (αριθμ. καταθ. 508/02) αγωγή αυτού. Το γεγονός δε ότι ίχνη ιστών του θανόντα εντοπίστηκαν στον πίσω δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του εν λόγω εναγομένου αναιρεί τον ισχυρισμό αυτού ότι δεν ήταν το αυτοκίνητο του εκείνο το οποίο παρέσυρε και τραυμάτισε τον Κ. Ν. . Άλλωστε με τη με αριθμό 91/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας οι ως άνω εναγόμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Κ.
Ν. και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών στον καθένα, ενώ η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους της Κ. Μ. αναίρεση απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1673/08 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συνεπεία της παράσυρσής του από το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο Κ. Ν. υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (ανοικτό κάταγμα κρανίου βρεγματοϊνιακής περιοχής με έξοδο εγκεφαλικής ουσίας), εξ αιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατος του.
Για τον θανάσιμο όμως τραυματισμό του συνυπαίτιος κατά ποσοστό 10% τυγχάνει και ο ίδιος ο θανών αφού, κατά τον χρόνο της παράσυρσής του από το οδηγούμενο από τον Λ. Μ. αυτοκίνητο, ούτος (Κ. Ν. ), προκειμένου να προστρέξει σε βοήθεια της Κ. Μ. , καίτοι επικρατούσε σκότος εξαιτίας του οποίου δεν μπορούσε να γίνει έγκαιρα αντιληπτός, βάδιζε επί του οδοστρώματος της Εγνατίας Οδού, η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας και μάλιστα σε τόπο όπου ήδη είχε λάβει χώρα αυτοκινητικό ατύχημα και όπου ήταν πιθανή η διενέργεια απότομων ελιγμών από αυτοκίνητα που θα προσπαθούσαν να αποφύγουν το ακινητοποιημένο και μη σημαινόμενο ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο καθώς και τα θραύσματα εκ της συγκρούσεως του. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο ανωτέρω δεν βάδιζε επί του οδοστρώματος αλλά επί του δεξιού ερείσματος και μάλιστα πλησίον των κιγκλιδωμάτων αυτού και όπισθεν του σταθμευμένου αυτοκινήτου του Ι. Τ. , δεν αποδείχτηκε, αναιρείται δε από το γεγονός ότι το σώμα του βρέθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού και πλησίον του διαχωριστικού των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας αυτής στηθαίου στο οποίο μάλιστα εντοπίστηκε και εγκεφαλική ουσία και τμήμα του κρανίου του (βλ.
και πρόχειρο σχεδιάγραμμα σε συνδυασμό με έκθεση αυτοψίας). Επίσης, οι ισχυρισμοί αφενός των εκκαλούντων Κ. Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους ότι για το ένδικο ατύχημα ευθύνεται και η τρίτη Ι. Γ. και δη κατά ποσοστό 10% επειδή στάθμευσε δεξιά της οδού το αυτοκίνητο της στο ύψος περίπου του ακινητοποιημένου οχήματος τους καταλαμβάνοντας και τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του οδοστρώματος, αφετέρου δε της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" ότι για τούτο (ατύχημα) ευθύνεται και ο, επίσης τρίτος, Ι.
Σ. και δη κατά ποσοστό 10% επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή, αφού, επί πλειόνων υπαιτίων προκλήσεως ζημίας, αρκεί οποιοδήποτε ποσοστό υπαιτιότητας εκάστου τούτων προς αποκατάσταση της όλης ζημίας του ζημιωθέντος και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, ως ήδη αναπτύχθηκε κατά την εξέταση των αμέσως παραπάνω αγωγών των ανωτέρω, ουδεμία υπαιτιότητα τους βαρύνει για το ένδικο ατύχημα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχτεί κοινή υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος των ανωτέρω οδηγών των με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων καθώς και συνυπαιτιότητα κατά το ανωτέρω ποσοστό (10%) του θανόντα Κ. Ν. κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της εκ μέρους των εδώ εναγομένων-εκκαλούντων προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σχετικής ένστασης συνυπαιτιότητας του τελευταίου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε και δεν έσφαλε, απορριπτόμενων, μετά ταύτα, των υποστηριζόντων τα αντίθετα σχετικών λόγων των από 15-1-08 (αριθμ.
καταθ. 961/30-1-08) και 29-1-07 (αριθμ. καταθ. 901/07) εφέσεων των εναγομένων Κ. Μ. και Δ. Κ. υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους αφενός και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α" αφετέρου καθώς και του σχετικού λόγου αντέφεσης, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον Κ.
Ν. για το θανάσιμο τραυματισμό του. Επίσης, ο λόγος έφεσης των ως άνω εκκαλούντων ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας των παραπάνω οδηγών σε 30% και 60% αντίστοιχα, ενώ θα έπρεπε να οριστεί τούτο σε μικρότερο ποσοστό για κάθε παραπονούμενο οδηγό και κατ' επέκταση σε μεγαλύτερο για τον συνεναγόμενό του, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον οι συνεναγόμενοι και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι σε αποζημίωση λόγω τροχαίου ατυχήματος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 914, 922 και 926 ΑΚ, δεν μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφαση του το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα κατά ποσοστό, αφού ευθύνονται ο καθένας για το σύνολο της επιδικαζόμενης αποζημίωσης, το ζήτημα δε αυτό θα λυθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων, δηλαδή μετά την ικανοποίηση του παθόντος μέσω ενός από αυτούς και ακολούθως της εναγωγής από αυτόν των άλλων ευθυνόμενων, ενώ ο προσδιορισμός κατά τα ανωτέρω από την εκκαλουμένη του ποσοστού συνυπαιτιότητας εκάστου οδηγού έγινε εκ περισσού και είναι χωρίς έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη.
Και ναι μεν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων υπολόγισε στη συνέχεια την οφειλόμενη στους ενάγοντες αποζημίωση κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου υπαιτίου οδηγού, εφόσον όμως η εκκαλουμένη δεν προσβάλλεται υπό των διαδίκων με λόγο έφεσης κατά τούτο, δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί από το παρόν Δικαστήριο, αφού έτσι, δια της υποχρεώσεως δηλαδή των εναγομένων όπως καταβάλουν στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, θα καθιστούσε χείρονα τη θέση τούτων χωρίς την ύπαρξη σχετικού λόγου έφεσης...Ενόψει λοιπόν των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών αλλά και του ίδιου του θανόντα, της έντασης και της ψυχικής ταλαιπωρίας, που υπέστησαν και θα υφίστανται στο μέλλον οι ενάγοντες, της ηλικίας αυτών και του θανόντος, του βαθμού συγγενείας τους με αυτόν και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που δικαιούνται πρέπει να οριστεί στο ποσό των 88.000 ευρώ για τη σύζυγο του, 80.000 ευρώ για κάθε ένα εκ των τέκνων του και 40.000 ευρώ για την αδελφή του..." Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όσον αφορά στις αγωγές εξ αναγωγής της τελευταίας αναιρεσίβλητης (και αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας κατά των αναιρεσειόντων στην 1206/2010 αίτηση, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εκ των παρεμπιπτόντως εναγομένων Λ.
Μ. , οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,53 ‰ κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,49%ο κατά την αιτηθείσα επανεξέταση του δευτέρου δείγματος σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από 8-12-00 και 7-2-01 εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος του Τμήματος Χημείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, με τις οποίες ολοκληρώθηκε και τυπικά η προβλεπόμενη υπό του νόμου διαδικασία (αρθρ. 42 ΚΟΚ και 13382 Φ. 705.11/45/1977 απόφαση Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών όπως τροποποιήθηκε με την 1330Φ. 705.11/4ΞΘ/15/1-4-85 όμοια και ίσχυε εν προκειμένω, αφού το ατύχημα έλαβε χώρα την 1-12-2000) (από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως έτος το 2002).
Αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι για την παραπάνω διαπίστωση δεν τηρήθηκε για οποιοδήποτε λόγο επακριβώς η υπό του νόμου διαγραφόμενη διαδικασία, ως ούτος υποστηρίζει αμφισβητώντας τα ανωτέρω αποτελέσματα, οι ως άνω εκθέσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο, σε συνδυασμό δε με την καθ' ομολογίαν του κατανάλωση αλκοόλ στα εγκαίνια ταβέρνας στα Κοίλα Κοζάνης περί τις 18.30 μ.μ.
της ίδιας ημέρας (βλ. από 27-1-01 προανακριτική κατάθεση αυτού) και την προαναφερθείσα εκ μέρους του ασυνεπή οδήγηση, την εκ μέρους του άγνοια του κινδύνου και την υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του, όλα τα παραπάνω άγουν στην κρίση ότι πράγματι ο εν λόγω οδηγός ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γεγονός το οποίο, παρά τα αντίθετα υπ' αυτού υποστηριζόμενα, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού περιόριζε την ικανότητα ασφαλούς εκ μέρους του οδήγησης και συνετέλεσε στο ότι, ως προαναφέρθηκε, οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, καθώς και με αυξημένη ταχύτητα που δεν του επέτρεπε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του και να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ". Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του Κ. Μ. , συνιδιοκτήτου του ανωτέρω αυτοκινήτου κατά ποσοστό 50%, το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 7-9-00 έως 7-3-01. Η ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως διέπεται κατά ρητό όρο αυτής από τις διατάξεις της ΥΑ Κ4/585/1978 - ΦΕΚ 795 όπως ισχύει, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 489/1976 και του ν. 2496/1977. Με την παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978 Α.Υ.
Εμπορίου, η οποία μάλιστα έχει ενσωματωθεί στο συμβόλαιο αυτό, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής κάλυψης του άρθρου 25 παρ. 8 της εν λόγω απόφασης απέκτησε, κατά τα ειδικότερα και κατωτέρω αναφερόμενα, συμβατική ισχύ, πράγμα που σημαίνει ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών που προξενούνται από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και δεν ήταν ικανός για την οδήγηση αυτοκινήτου, γεγονός που απαλλάσσει την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία από την κάλυψη των ζημιών από την κυκλοφορία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και της παρέχει το δικαίωμα να στραφεί κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων (οδηγού, λήπτη της ασφάλισης - συνιδιοκτήτου και αρχικά εναγομένης συνιδιοκτήτριας) και να απαιτήσει κάθε ποσό που θα καταβάλει στους ζημιωθέντες τρίτους.
Σημειωτέον ότι την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, η οποία δεν φέρει την υπογραφή του ανωτέρω αντισυμβαλλομένου, καθώς και τη λειτουργία της με τους προαναφερθέντες γενικούς και ειδικούς όρους, αποδέχτηκε σιωπηρά ο τελευταίος με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, του ειδικού σήματος και της ειδικής βεβαιώσεως του άρθρου 24 της παραπάνω ΥΑ, που παραδόθηκε μάλιστα στο τμήμα Τροχαίας Κοζάνης καθώς και με την καταβολή των ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα οι εν λόγω όροι να αποκτήσουν συμβατική ισχύ, ενώ με την παραπάνω σιωπηρή αποδοχή της πρότασης από αυτόν αναπληρώνεται και η εκ μέρους του υπογραφή του ασφαλιστηρίου...
Εξάλλου, πρώτον με τις προτάσεις τους του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, παραδεκτά κατ' αρθρ. 527 παρ.1 ΚΠολΔ προτεινόμενος εκ μέρους των εφεσίβλητων ως υπεράσπιση κατά της ένδικης έφεσης, ισχυρισμός-ένσταση αυτών ότι τους εξ αυτών Κ. Μ. και την αρχικά παρεμπιπτόντως εναγομένη Ζ. Μ., συνιδιοκτήτες του ανωτέρω ... ζημιογόνου αυτοκινήτου, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει για την εκ μέρους του οδηγού του παράβαση του ανωτέρω ασφαλιστικού βάρους, τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς κατάρριψη του σε βάρος τους τεκμηρίου υπαιτιότητας.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να απορρίψει τις ένδικες παρεμπίπτουσες αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες με την αιτιολογία ότι για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ο παραπάνω όρος περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας σε περίπτωση μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου δεν απέκτησε συμβατική ισχύ, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της από 29-1-07 (αριθμ.
κατάθ. 901/07) εφέσεως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", η οποία, μετά ταύτα, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των εφεσίβλητων Λ. Μ. , Κ. Μ. και των κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ζ. Μ., πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη καθ1 ο μέρος απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ένδικες υπό στοιχ.
Θ', IB', IE' και ΚΑ' παρεμπίπτουσες εξ αναγωγής αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος της τούτο και ερευνηθούν οι παραπάνω αγωγές κατ' ουσίαν, να γίνουν αυτές δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και να αναγνωριστεί ότι:
α) οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Λ. Μ. και Κ. Μ. ατομικά είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, έκαστος εις ολόκληρον ο δε δεύτερος εξ αυτών μέχρι του ποσοστού (50%) συνιδιοκτησίας του επί του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, όποιο ποσό η τελευταία υποχρεώθηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες των υπό στοιχ.
Ζ', Γ, ΙΓ' και ΙΘ' κύριων αγωγών κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του και....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο εκτός των άλλων κατέληξε όσον αφορά την προκείμενη αναιρετική δίκη στα ακόλουθα: Απέρριψε την υπ'αρ.εκθ.κατάθεσης 901/2007 έφεση της εταιρείας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, καθ'οσο μέρος στρεφόταν κατά των Ι. Σ. , Ι. Γ. , Α. χήρας Ι. Τ. , υπό την ιδιότητά της ως ενάγουσας της 506/2002 αγωγής της, και της Τ. Κ. ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του γιού της Β. Ν., Ε. Ν. και Ε. Ν., ενώ έκανε δεκτή την ως άνω έφεση κατ'ουσίαν, καθ'οσο μέρος στρεφόταν κατά των Λ. Μ., Κ. Μ. και των κληρονόμων της Ζ. Μ. .
Δέχτηκε κατ'ουσίαν την από 23-9-2009 αντέφεση των εναγομένων φυσικών προσώπων της 518/2002 αγωγής, καθ'όσο μέρος στρέφεται κατά του Δ. Κ., υπό την ιδιότητά του ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Σ. Κ. .
Εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 346/05 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκτός των λοιπών, καθ' ο μέρος δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 25-11-02 (αριθμ. κατάθ. 508/02) αγωγή των αρχικά εναγόντων Κ. και Ζ. Μ. αναφορικά με τους τρεις πρώτους εκ των εναγομένων και αναφορικά με αυτούς και κατά τη διάταξη της περί δικαστικής δαπάνης μέχρις εξοφλήσεως και β) δέχθηκε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Λ. Μ. , Κ. Μ. , Γ. Μ., Σ. Μ., Μ. Μ., Α. Μ. και Α. Μ. με την ιδιότητα τους ως μοναδικοί κληρονόμοι της αρχικώς τρίτης παρεμπιπτόντως εναγομένης Ζ. Μ. είναι υποχρεωμένοι, έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας και δη κατά τα 6/24 ο δεύτερος και κατά τα 3/24 καθένας εκ των λοιπών και μέχρι του ποσοστού (50%) συνιδιοκτησίας αυτής (Ζ. Μ. ) επί του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, εις ολόκληρον με τους υπό στοιχ. α' παρεμπιπτόντως εναγόμενους, όποιο ποσό η τελευταία υποχρεώθηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες των υπό στοιχ. Ζ', Γ, ΙΓ' και ΙΘ' κύριων αγωγών κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του και μέχρις εξοφλήσεως.
Δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 25-11-02 (αριθμ. κατάθ. 508/02) αγωγή των αρχικά εναγόντων Κ. και Ζ. Μ. αναφορά τους τρεις πρώτους εκ των αρχικά εναγομένων.
Υποχρέωσε τους εναγομένους Κ. Μ. και Δ. Κ. ατομικά και με την ιδιότητα του ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικώς εναγομένου Σ. Κ. να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον και με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως: 1) στον ενάγοντα Κ. Μ. ατομικά χίλια εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ και 2) στους Κ. Μ. , Λ. Μ. , Γ. Μ. Σ. Μ. , Μ. Μ. , Α. Μ. και Α. Μ. με την ιδιότητα τους ως μοναδικών κληρονόμων της αρχικώς τρίτης ενάγουσας Ζ. Μ. το ποσό των χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου και δη κατά τα 6/24 στον πρώτο και κατά τα 3/24 σε καθέναν εκ των λοιπών.
Δέχθηκε τις υπό στοιχ. Θ', IB', IE' και ΚΑ' παρεμπίπτουσες εξ αναγωγής αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" (τελευταίας αναιρεσίβλητης) αναγνώρισε ότι: α) οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Λ. Μ. και Κ. Μ. ατομικά είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, έκαστος εις ολόκληρον ο δε δεύτερος εξ αυτών μέχρι του ποσοστού (50%) συνιδιοκτησίας του επί του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, όποιο ποσό η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες των υπό στοιχ. Ζ', I', IΓ' και ΙΘ' κύριων αγωγών κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του και μέχρις εξοφλήσεως και β) ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Λ. Μ. , Κ. Μ. , Γ. Μ., Σ. Μ., Μ. Μ., Α. Μ. και Α. Μ. με την ιδιότητα τους ως μοναδικοί κληρονόμοι της αρχικώς τρίτης παρεμπιπτόντως εναγομένης Ζ. Μ. είναι υποχρεωμένοι, έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας και δη κατά τα 6/24 ο δεύτερος και κατά τα 3/24 καθένας εκ των λοιπών και μέχρι του ποσοστού (50%) συνιδιοκτησίας αυτής (Ζ. Μ. ) επί του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, εις ολόκληρον με τους υπό στοιχ. α' παρεμπιπτόντως εναγόμενους, όποιο ποσό η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες των υπό στοιχ. Ζ', Ι', ΙΓ' και ΙΘ' κύριων αγωγών κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, Ό οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (Α.Π. 156/2013).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθ. 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκομένη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 § 5 Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ (ΑΠ 432/2004).
Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο-ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαιώσεως της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος.
Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε που συντρέχει όταν ο υπαίτιος οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1650/2001, 502/2002 και 432/2004).
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος;
δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υπόχρεων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ1 αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος).
Για να τελεσφορήσει, όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης ανάλωσης οινοπνεύματος.
Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της μη οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος έχει κατά τις γενικές αρχές (άρθρα 330, 335, 336, 337, 382 ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (Α.Π. 1451/2009, 2277/2009, 1459/2012,1357/2008, Α.Π. 1517/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της 1206/2010 αίτησης αναίρεσης οι δεύτερος έως έβδομη των αναιρεσειόντων ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο έσφαλε με το να δεχθεί ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, δεν όφειλε να επικαλεσθεί στις εν λόγω αγωγές της, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα αναγωγής, ότι οι εκ των ως άνω παρεμπιπτόντως εναγομένων Κ.
Μ. και Ζ. Μ., συνιδιοκτήτες του βαρύνονταν με υπαιτιότητα για το γεγονός ότι ο πρώτος των παρεμπιπτόντως εναγομένων, Λ. Μ. , οδηγούσε, όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας, υπό την επίδραση απαγορευμένης από το νόμο ποσότητας οινοπνεύματος, και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 14 και 8 Κ.Πολ.Δ.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, οι λοιποί πλην του πρώτου αναιρεσείοντες, ως εναγόμενοι στην εξ αναγωγής αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, έπρεπε με την προβολή σαφούς και ορισμένης ένστασης να επικαλεσθούν και αποδείξουν πραγματικά περιστατικά καταλυτικά (π.χ. λαθραία κατοχή του αυτοκινήτου) της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας τους ως προς τη γνώση τους, ότι ο πρώτος τούτων (τέκνο του δευτέρου αυτών και της αποβιώσασας αρχικώς διαδίκου Ζ.
συζ. Κ. Μ. ) οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας των γονέων του κατά ποσοστό 50% εκάστου και ασφαλισμένο στην τελευταία αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υπό την επήρεια οινοπνεύματος την 1-12-2000. Αντίθετα στην ένδικη εξ αναγωγής αγωγή δεν απαιτείτο να εκτίθενται πρόσθετα στοιχεία, για να θεμελιώνεται η συνευθύνη αυτών, και επομένως το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο αυτής.
Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέα η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων, η οποία προσήκει στην πλημμέλεια του αρ. 1 και όχι εκείνη του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, και κατά την αιτίαση αυτού που αποδίδει την πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγμα που δεν προτάθηκε από την εξ αναγωγής ενάγουσα, δηλαδή την ύπαρξη του τεκμηρίου υπαιτιότητας στα πρόσωπα των εξ αναγωγής εναγομένων Κ.
Μ. και Ζ. Μ., διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη του εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο, το οποίο δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του όρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 686/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ "1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάδε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.2 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 3542/2007 το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για επιβατηγά αυτοκίνητα σε αυτοκινητόδρομους ορίζεται σε 120 χιλιόμετρα την ώρα.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (1-12-2000), ήτοι πριν την τροποποίηση της με το ν. 2963/23-11-2001, "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού.
Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,5 gr/l). . .". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
Α.Π. 24/1992, Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911, του ν. 2696/1999 και του ν. 2496/1997, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την συνυπαιτιότητα καθενός εκείνων, που ενεπλάκησαν στα επίδικα Τροχαία ατυχήματα και τη συνευθύνη εκάστου των εναγομένων προσώπων (των κυρίων και των παρεμπιπτουσών ένδικων αγωγών) διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξαν οι εναγόμενοι οδηγοί, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκαν τα επίδικα τροχαία ατυχήματα και η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα που επήλθαν και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεων για τον καθορισμό αποζημίωσης και υπέρ των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, ως προς τον αναιρεσείοντα οδηγό και ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας του, συνισταμένη στην υπερβολική ενόψει των περιστάσεων ταχύτητα και χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή οδήγηση, οφειλομένη και στην έλλειψη απόλυτης νηφαλιότητας από την κατανάλωση οινοπνεύματος, που περιόρισαν τη δυνατότητα του να αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα της Μ.
στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, και να προβεί έγκαιρα στις κατάλληλες αποφευκτικές ενέργειες. Η παραδοχή δε, ότι κατά την ώρα του ατυχήματος η ορατότητα δεν περιοριζόταν (από φυσικά εμπόδια), ενώ επικρατούσε σκότος, επειδή ήταν νύκτα, δεν είναι αντιφατική, ενόψει δε και της παραδοχής, ότι στο σημείο εκείνο η Εγνατία Οδός είναι ευθεία σε μήκος 800 μέτρων, αλλά και ότι το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. της Ι. Γ. τοποθετήθηκε σε απόσταση 50 μέτρων μπροστά από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο της Κ. Μ. , με φορά αντίθετη προς το ρεύμα κυκλοφορίας και με αναμμένα τα φώτα, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα περί έλλειψης υπαιτιότητας του ανωτέρω οδηγού, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Αντιθέτως, αυτός όφειλε λόγω των συνθηκών αυτών που επικρατούσαν να μειώσει ακόμη περισσότερο την ταχύτητα του οχήματος του κάτω και από το επιτρεπόμενο κατ' αρχήν όριο των 120 χιλιομέτρων την ώρα.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν διευκρινίζεται (διότι δεν διαπιστώθηκε) σε ποιο ακριβώς σημείο του οδοστρώματος βάδιζε ο τραυματισθείς θανάσιμα Κ. Ν. , δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού Λ. Μ. , ο οποίος δεν κτύπησε τον ως άνω πεζό κατά την πραγματοποίηση ελιγμού, ώστε να πρέπει να διερευνηθεί, αν αυτός ήταν ορατός και από ποια απόσταση, αλλά τον κτύπησε ενώ είχε απολέσει κάθε έλεγχο του αυτοκινήτου του, λόγω της υπερβολικής του ταχύτητας και του απότομου ελιγμού του προκειμένου να αποφύγει το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο της Μ. , με συνέπεια το εν λόγω ζημιογόνο αυτοκίνητο, ανεξέλεγκτα κινούμενο, να διασχίσει δύο φορές όλο το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας, αφού εξετράπη της πορείας του περιστρεφόμενο γύρω από τον άξονά του μετά την πρόσκρουση αυτού στο σταθμευμένο δεξιά αυτοκίνητο της Ι.
Γ. προς τα αριστερά και, στη συνέχεια, μετά την πρόσκρουση του στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, εκτινάχθηκε προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο σταθμευμένο επί του δεξιού ερείσματος αυτοκίνητο του Ι. Τ. . Εξάλλου, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες στην 1206/2010 αίτηση, είναι σαφές, ότι το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την ισχύουσα τότε 13382 Φ. 705.11/45/1977 απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών, όπως τροποποιήθηκε με την 1330 Φ. 705.11/4ΞΘ/15/1-4-85 όμοια, η δε αναφορά στην μετέπειτα εκδοθείσα απόφαση, με μνεία ότι με αυτήν καθιερώθηκε το πρώτον η υποχρεωτική λήψη του δεύτερου δειγματολογικού ελέγχου για την επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο, έγινε προς συναγωγή ενός επί πλέον επιχειρήματος για στήριξη του συμπεράσματος, ότι στην αστική δίκη, σε κάθε περίπτωση, η απόδειξη για το αν ο οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από το αποτέλεσμα του πρώτου δείγματος (το οποίο αποδέχεται), αλλά και από άλλα στοιχεία.
Επομένως, οι λόγοι της 1206/2010 αίτησης αναίρεσης (1ος, 2ος και 3ος), καθώς και ο μοναδικός λόγος της 227/2013 αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Όμως ο ίδιος λόγος της 227/2013 αίτησης αναίρεσης, κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του διαλαμβανόμενη αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού, ως προς την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ότι η προσβαλλομένη:
α) δεν προσδιορίζει πως προέκυψε η ταχύτητα των 130 χιλιομέτρων, β) δεν προσδιορίζει πως μπορεί η ταχύτητα να συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, γ) δεν αιτιολογείται με ποια ταχύτητα θα ήταν δυνατόν να αποφύγει ο ως άνω οδηγός το ατύχημα, είναι απορριπτέος, πλην όμως ως απαράδεκτος, αφού κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το πόρισμα της προσβαλλομένης εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία, με τα δε ως άνω επιχειρήματα της αναιρεσείουσας πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειόντων στην 1206/2010 αίτηση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι εφάρμοσε διάταξη που δεν ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (1-12-2000), δηλαδή τη διάταξη του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ., όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση της με το ν. 2963/23-11-2001, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελής, διότι και η παλαιά και η νέα διάταξη προβλέπουν το αυτό όριο (0,50 gr/l), από το οποίο και άνω, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όριο που λήφθηκε υπόψη από το ανωτέρω Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων παραστάντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων κάθε αίτησης, που παρέστη με χωριστό πληρεξούσιο δικηγόρο, και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1206/30-11-2010 και 227/1-4-2013 αιτήσεις για αναίρεση της 2176/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων κάθε αίτησης, που παρέστη με χωριστό πληρεξούσιο δικηγόρο.
-Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ