Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence and representation authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in accepting the defendant's lawyer's authority to serve a withdrawal declaration without explicit proof of power of attorney. The court found the appeal baseless because the issue of representation could only be proven by documents, which were not produced, and the lower court correctly concluded that no valid authority existed. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 96, 97, 98, 104, 122, 123, 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; When evidence must be proven by documents, a preliminary ruling cannot solely order the production of such documents, and the burden of proving the defendant's representation authority lies with the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 736/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α" και νυν ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μιχαήλ Μιχόπουλο και Αλέξιο Δημητρακόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου : Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ENG ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ε.Π.Ε" που εδρεύει στη Λεμεσό Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα στην Αθήνα από το υποκατάστημα αυτής που εδρεύει στο Ν. Ψυχικό Αττικής η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-3-2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παρέστη αυτοπροσώπως, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 756/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1808/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 16 Ιουλίου 2002 αίτηση της επί της οποίας εξεδόθη η 902/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία δέχθηκε την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 863/2004 απόφασή του, με την οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης επί της οποίας εξεδόθη η 8326/2004 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και 5209/2008 τελεσίδικη του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-10-2010 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση των υπ' αριθ. 5209/2008 και 8326/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 εδαφ.β'του ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 (Α.Π. 1220/2007).
Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία ομιλεί το άρθρο τούτο, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά, με τους κατ'ιδίαν λόγους αναιρέσεως που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και του δικονομικού δικαίου. (Α.Π.1129/1997).
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, (που επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την από 6-4-1999 αγωγή της, εξέθεσε ότι κατόπιν απειλών και εκβίασης των νόμιμων εκπροσώπων και υπαλλήλων της αναιρεσείουσας-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, (που συνίσταντο στα αναλυτικά αναφερόμενα γεγονότα) σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της, αναγκάστηκε, με το από 10-3-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, να προέλθει με αυτή (αναιρεσείουσα) στη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και να αποδεχθεί τον περιορισμό της ασφαλιστικής αποζημίωσής της στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, παραιτηθείσα κάθε άλλης αξίωσής της που απέρρεε από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης καθώς και από τις αναφερόμενες στη συνέχεια αγωγή και αίτηση πτώχευσης, ότι την ίδια ημέρα με το από 10-3-1999 δικόγραφό της, που απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατέθεσε στη γραμματεία του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής της, με την οποία αξίωνε ασφαλιστική αποζημίωση 1.142.000.000 δραχμών, καθώς και από την από 11-2-1999 αίτησή της για την κήρυξη της αναιρεσείουσας σε κατάσταση πτώχευσης και ότι τόσο οι ως άνω δηλώσεις παραίτησης όσο και η σύμβαση συμβιβασμού εκτός από ακυρώσιμες, είναι και άκυρες ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη και καταπλεονεκτικές, για τους αναφερόμενους λόγους.
Κατόπιν αυτών η αναιρεσίβλητη, επαναφέροντας (με την αγωγή) την προηγούμενη από 2-11-1998 αγωγή της, ζήτησε: (α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 10-3-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικης επίλυσης της διαφοράς και των από 10-3-1999 δηλώσεων παραίτησης από τα δικόγραφα και τα δικαιώματα των από 2-11-1998 και 11-2-1999 αγωγής και αίτησης πτώχευσης, άλλως να ακυρωθούν και (β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει, λόγω ασφαλιστικής αποζημίωσης, το ποσό των δραχμών 1.142.000.000 και μετά από τον περιορισμό και τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει 100.000.000 δραχμές και να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται ποσό 892.000.000 δραχμών.
Το Εφετείο Αθηνών, με την 1808/2002 απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω από 6-4-1999 αγωγή, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδιώκονταν η αναγνώριση της ακυρότητας και η ακυρωσία της δήλωσης παραίτησης από το δικαίωμα της προηγούμενης και επαναφερόμενης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, με τη αιτιολογία ότι επρόκειτο για αμιγή διαδικαστική πράξη, μη δυνάμενη να προσβληθεί για λόγους από το ουσιαστικό δίκαιο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης.
Όμως ο Άρειος Πάγος, με την 902/2003 απόφασή του, κατόπιν ασκήσεως αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), κρίνοντας ότι στο από 6-4-1999 αγωγικό δικόγραφο σωρεύεται και αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προηγούμενης αγωγής όχι μόνο για λόγους από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και για δικονομικούς λόγους (μη επίδοση του δικογράφου της παραίτησης στην εναγόμενη και παραίτηση εξωδίκως με έγγραφη σύμβαση) και ότι το Εφετείο είχε αφήσει αδίκαστη τη σωρευόμενη αυτή, υπό την ως άνω βάση, αίτηση, αναίρεσε για τον από το αριθ.559 αριθ.9 προβλεπόμενο λόγο την πιο πάνω 1808/2002 απόφαση του Εφετείου, το οποίο στη συνέχεια, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο, κατ'άρθρο 580 αριθ.4 ΚΠολΔ, μόνο ως προς το λυθέν νομικό ζήτημα, ότι στο από 6-4-1999 δικόγραφο σωρεύονταν και λόγος ακυρότητας των ως άνω παραιτήσεων από το δικονομικό δίκαιο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 8326/2004 απόφασή του, αφού εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, αναγνώρισε ως άκυρη την από 10-3-1999 δήλωση παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής της, ενώ στη συνέχεια, με μη οριστική διάταξη της ίδιας απόφασης, έταξε αποδείξεις για τη σωρευθείσα στο ίδιο από 6-4-1999 δικόγραφο αγωγή αποζημιώσεως (λόγω της επέλευσης της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής περίπτωσης).
Κατά της πιο πάνω οριστικής διάταξης της 8326/2004 απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 7-3-2005 αίτηση αναίρεσης, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθ.295/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με βάση τη διάταξη του αρθ.553 παρ.1 του ΚΠολΔ λόγων της δικονομικής συνάφειας μεταξύ των δύο αιτημάτων της αγωγής της αναιρεσίβλητης, εκ των οποίων το ένα κρίθηκε με οριστική διάταξη και για το άλλο εκδόθηκε προδικαστική απόφαση με την αναιρεσιβληθείσα υπ'αριθ.8326/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ήδη με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στο οποίο ενσωματώνεται η προηγηθείσα από 7-3-2005 αίτηση της αναιρεσείουσα, που απορρίφθηκε κατά τα προαναφερθέντα αποδίδονται στην προσβαλλόμενη υπ'αριθ.8326/2004 απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και την έφεση της αναιρεσίβλητης και αποφάνθηκε επί αιτήματος της αναιρεσίβλητης, που δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της κριθείσας αγωγής της, με την έννοια ότι στο από 6-4-1999 αγωγικό δικόγραφο δεν σωρευόταν και αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προηγούμενης αγωγής της, και για δικονομικούς λόγους που αφορούσαν την επίδοση του δικογράφου της παραίτησης στην αναιρεσείουσα και τότε εναγόμενη και την παραίτηση εξωδίκων με έγγραφη σύμβαση.
Η απόφαση όμως με αριθμό 902/2003 του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα που έλυσε, δηλαδή ότι στο από 6-4-1999 αγωγικό δικόγραφο σωρευόταν και αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προηγούμενης αγωγής της, όχι μόνο για λόγους από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και δικονομικούς λόγους (μη επίδοση του δικογράφου της παραίτησης στην αναιρεσείουσα-εναγομένη και παραίτηση εξωδίκων με έγγραφη σύμβαση) δέσμευε το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, στο να εξετάσει κατ'ουσίαν τους ίδιους λόγους, και επομένως και οι δύο αναιρετικοί λόγοι που προαναφέρθηκαν από τους αριθμούς 8 και 9 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθ.559 αριθ.14 του ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος αν το Δικαστήριο κατά παράβαση δικονομικού δικαίου διάταξη κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 ΚΠολΔ γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή τον δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση η οποία κατ'αρθ.118 του ΚΠολΔ επιδίδεται από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικο του (ΑΠ 834/2005). Με τη διάταξη αυτή ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (ΟλΑΠ 1187/1981).
Συνεπώς, παραίτηση που γίνεται με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εκκρεμεί η υπόθεση χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα. Εξάλλου, η αναγνώριση των επι μέρους διαδικαστικών πράξεων ως άκυρων ή ακυρώσιμων δεν συγχωρείται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται ειδικά το αντίθετο, να γίνεται με αυτοτελή αγωγή, αλλά πρέπει κατ' αρχήν να γίνεται στο πλαίσιο της σχετικής δίκης, στην οποία αυτές συντελέστηκαν.
Δεν αποκλείεται όμως η σώρευση αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας ή της ακύρωσης σε συναφή αγωγή, όταν οι συνέπειες της δικαστικής πράξης επηρεάζουν ή αποτελούν προϋπόθεση της παραδοχής της αγωγής. Έτσι αν ο ενάγων, ο οποίος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της αγωγής αμφισβητεί το κύρος της παραίτησης, δεν έχει δε εκδοθεί απόφαση που να καταργεί τη δίκη με βάση την παραίτηση αυτή, ασκήσει νέα αγωγή, δεδομένου ότι η παραίτηση δεν δημιουργεί δεδικασμένο, αλλά αποτελεί λόγο ουσιαστικής απόρριψης της μεταγενέστερης αγωγής, τότε είναι παραδεκτή η σώρευση στο δικόγραφο της τελευταίας και αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας ή του ανίσχυρου της παραίτησης, η παραδοχή του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της παραδοχής της αγωγής. (Α.Π.902/2003).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1, 98 εδ.β, 104, 122 παρ.1 και 123 παρ.1 ΚΠολΔ και εκείνων των άρθρων 294, 296 και 297 του ιδίου Κώδικος συνάγεται ότι σε περίπτωση που η παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της ως άνω παραιτήσεως και την παραγγελία προς επίδοση αυτού στον δικαστικό επιμελητή, αυτός πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία μάλιστα, προκειμένης παραιτήσεως από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, πρέπει να είναι ειδική.
Η πληρεξουσιότητα αυτή παρέχεται από τον διάδικο, στο όνομα του οποίου λαμβάνει χώρα η ως άνω διαδικαστική πράξη, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά αν γίνεται στο ακροατήριο ή την έκθεση (αν η δήλωση έγινε ενώπιον εισηγητή ή εντεταλμένου δικαστή), η δε έλλειψη αυτής, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, επάγεται την ακυρότητα της ως άνω διαδικαστικής πράξεως (ΑΠ 308/2000, 436/1996).
Ο ανωτέρω τύπος παροχής πληρεξουσιότητας είναι συστατικός (ΑΠ 1009/1982) και συνεπώς δεν αρκεί το γεγονός ότι ο διάδικος έχει υπογράψει μαζί με τον δικηγόρο το δικόγραφο παραιτήσεως, για την παροχή πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο, ο οποίος στην συνέχεια δίδει μόνος την παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση του ως άνω δικογράφου στον αντίδικο του παραιτουμένου, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί σ'αυτόν η σχετική πληρεξουσιότητα κατά τους προαναφερθέντες δύο τυπικούς τρόπους για τη δικονομική ενεργοποίηση και ολοκλήρωση της προαναφερθείσας παραίτησης με την επίδοση της στον αντίδικο του παραιτουμένου.
Εξ άλλου, ναι μεν η παραίτηση από το πιο πάνω δικαίωμα που ασκήθηκε ήδη με αγωγή προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας προς το Δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση μέχρι την ολοκλήρωσή της, περιλαμβανομένης και της επίδοσης της, εφόσον η παραίτηση έχει περιληφθεί σε εξώδικη δήλωση ή άλλο δικόγραφο, πλήν όμως η από την έλλειψη αυτή επερχόμενη ακυρότητα θεραπεύεται όπως και για την οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος δικονομικού, δια της εκ των ανωτέρω εγκρίσεως των γινομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση εκ μέρους δικηγόρου από του δικαιώματος να ισχυροποιείται αναδρομικώς. (Ολ.ΑΠ 15/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι μετά την έκδοση της υπ'αριθ.902/2003 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου, και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ.8326/2004 απόφαση, η αναιρεσείουσα για την απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης για ακυρότητα της προηγηθείσας παραίτησης της από το ουσιαστικό δικαίωμα της, που είχε ασκηθεί με την προηγηθείσα από 6-4-1999 αγωγή της, επικαλέσθηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά την υπ'αριθ.5227/10-3-1999 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.Τραπεζανλίδη, από την οποία προκύπτει η επίδοση προς αυτήν της επίμαχης παραίτησης της αναιρεσίβλητης με παραγγελία του Δικηγόρου Αθηνών Β.
Ρ., ως πληρεξούσιου Δικηγόρου της και συνυπογράφοντος την ίδια δήλωση μαζί με την αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, παραδεκτά στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 περ.β'του ΚΠολΔ και στη με αναίρεση συζήτηση στο Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής, αμφισβήτησε την ειδική πληρεξουσιότητα του πιο πάνω Δικηγόρου και προέβαλε ως πλαστή την έκθεση επιδόσεως.
Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.8326/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία άσκησε κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας την από 2-11-1998 (αρ. καταθ. 9010/1998) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως και επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό του 1.142.000.000 δραχμών, ως ασφαλιστική αποζημίωση.
Η ως άνω αγωγή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 9 Ιουνίου 1999. Με το από 10 Μαρτίου 1999 δικόγραφο παραιτήσεως από το δικόγραφο και το δικαίωμα, που κατατέθηκε στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου είχε ασκηθεί η αγωγή, και το οποίο υπογράφεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας Ε.
Γ. και τον δικηγόρο Αθηνών Β. Ρ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο της ως άνω διαδίκου, η ενάγουσα εταιρεία δηλώνει ότι παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ως άνω από 2-11-1998 αγωγής κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Παρόμοια δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ως άνω αγωγής εμπεριέχεται και στο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα προσκομιζόμενο από 10 Μαρτίου 1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης επιλύσεως της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς.
Στην συνέχεια, όπως προκύπτει από την με αριθμό 5227/10-3-1999 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Τ., που προσκομίζεται από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο από δικηγόρο, ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 10-3-1999 παραιτήσεως από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής επιδόθηκε στην αντίδικο της παραιτούμενης εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με γραπτή παραγγελία του ως άνω Β.
Ρ., ως πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας εταιρείας. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ανωτέρω δικηγόρος είχε νόμιμα διορισθεί από την ενάγουσα εταιρεία ως πληρεξούσιος δικηγόρος της τελευταίας, είτε δια προφορικής δηλώσεως του εκπροσώπου της καταχωρηθείσας στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε δια συμβολαιογραφικής πράξεως και μάλιστα ειδικής, όσον αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την από 2-11-1998 αγωγή.
Μόνη η υπογραφή του εκπροσώπου αυτής στο δικόγραφο παραιτήσεως δεν αρκεί για την παροχή πληρεξουσιότητας. Η ενάγουσα με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της και με αφορμή την ως άνω έκθεση επιδόσεως, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται το πρώτον από την εναγομένη εταιρεία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρνείται ρητώς ότι ο ανωτέρω δικηγόρος ήταν πληρεξούσιος αυτής και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδεμία εντολή έδωσε σε αυτόν για την επίδοση του δικογράφου παραιτήσεως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Μάλιστα, προσβάλλει την ανωτέρω έκθεση επιδόσεως (ως και την με αριθ.5226/10-3-1999 έκθεση επιδόσεως της παραιτήσεως από το δικόγραφο και δικαίωμα της ασκηθείσας από 11-2-1999 αιτήσεως πτωχεύσεως) ως πλαστή, έχοντας παράσχει κατ' άρθρο 98 εδ. β Κ.Πολ.Δ. ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα στον παραστάντα κατά την συζήτηση πληρεξούσιο δικηγόρο της, δυνάμει του με αρ. 229/20-9-2004 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Κοντόνια, για τις οποίες (εκθέσεις επιδόσεως) έχει υποβάλλει και σχετική έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Σημειωτέον ότι η με αρ. 16652/5-11-2003 ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω δικηγόρου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η ενάγουσα, δεν θα ληφθεί υπόψη, διότι, σύμφωνα με τα άρθρα 226 παρ. 2, 270 παρ.2 και 341 Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυαν πριν του Ν 2915/2001, δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια αγωγής εκδικαζομένης κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (ΑΠ 1470/1998 ΕλΔνη 40, 1314), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού περί πλαστότητας, στην ουσιαστική έρευνα του οποίου δεν θα υπεισέλθει το παρόν Δικαστήριο, εφ' όσον δεν προέκυψε ότι ο δικηγόρος Β. Ρ. είχε νόμιμα διορισθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας εταιρείας, η από 10-3-1999 παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής δεν επιδόθηκε νομίμως στην αντίδικο της παραιτηθείσας εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ως εκ τούτου η από 10-3-1999 παραίτηση από το δικαίωμα, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, είναι άκυρη.
Άκυρη επίσης είναι η δήλωση παραιτήσεως από το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής, ως διαδικαστική πράξη, η οποία περιέχεται ως συμφωνηθείς όρος στο από 10-3-1998 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης επιλύσεως της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, αφού αυτή, ως διαδικαστική πράξη, δεν έλαβε χώρα κατά τον από το άρθρο 297 ΚΠολΔ οριζόμενο τύπο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, λόγω της ως άνω από 10-3-1999 παραιτήσεως από το δικαίωμα της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της ως άνω παραιτήσεως, δεχόμενο έτσι κατά λογική ακολουθία ότι η παραίτηση ήταν έγκυρη, εσφαλμένως ερμήνευσε τον νόμο και συνεπώς κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 756/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στην συνέχεια, αφού κρατηθεί, κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 10-3-1999 δηλώσεως παραιτήσεως από το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής και στη συνέχεια ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 269 και 527 του ΚΠολΔ κατά την αναγνώριση της ακυρότητας της δήλωσης παραίτησης της αναιρεσίβλητης ούτε έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης που προβλήθηκε απαράδεκτα, και επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ αντίστοιχοι συναφείς αναιρετικοί λόγοι κρίνονται αβάσιμοι, ενώ όσο στηρίζονται στις διατάξεις του αρθ.559 αριθ.1, 19 κρίνονται απαράδεκτοι γιατί δε συνδέονται με παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, με τις οποίες αποκλείσθηκε η συναγωγή (με την προσυπογραφή της δήλωσης παραίτησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και του πιο πάνω Δικηγόρου) της παροχής σιωπητάτης απαιτούμενης ειδικής πληρεξουσιότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, για την ολοκλήρωση των συνεπειών της ίδιας παραίτησης, με την επίδοσή της προς την αναιρεσείουσα και μάλιστα εκ των προτέρων, δεν παραβιάστηκαν οι ίδιες διατάξεις των άρθρων 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1, 98 εδ.β' ,104, 122 παρ.1 και 123 παρ.1, 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σιωπηρή ή ρητή έγκριση εκ των υστέρων της επίδοσης προς την αναιρεσείουσα της δήλωσης παραίτησης της (αναιρεσίβλητης), χωρίς την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα της, προς τον υπογράφοντα την προηγηθείσα εντολή για επίδοση τότε δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 217, 238 του ΑΚ αναλογικά εφαρμοζόμενες, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Τέλος, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα περιστατικά εκείνα που υποστηρίζουν την επικαλούμενη σε σιωπηρή εκ των υστέρων έγκριση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της εντολής για επίδοση της παραίτησης της, και τα όσα συναφώς υποστηρίζει με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται απαράδεκτα κατ'αρθ.562 παρ.1 του ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του αρθ.237 παρ.1 εδ.β' στοιχ.β του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, όταν είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη με έγγραφα, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προδικαστική απόφαση με μοναδικό περιεχόμενο του διατακτικού της την προσαγωγή των εγγράφων που δεν προσήχθησαν εμπρόθεσμα και έχουν συστατικό χαρακτήρα (ΑΠ 117/1987). Επομένως, ο λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 10 του αρθ.559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις για την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας της αναιρεσίβλητης αλλά δέχθηκε την ανυπαρξία τέτοιας πληρεξουσιότητας χωρίς αποδείξεις κρίνεται αβάσιμος κατά μεν το πρώτο σκέλος του, γιατί το προς απόδειξη αμφισβητούμενο ζήτημα της πληρεξουσιότητας μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με έγγραφα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του γιατί το Εφετείο συνεκτιμώντας όλα τα προαποδεικτικά προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν προέκυψε ότι ο δικηγόρος Β.Ρ. είχε νομότυπα διορισθεί πληρεξούσιος Δικηγόρος της αναιρεσίβλητης για την υπογραφή της εντολής για επίδοση της δήλωσης παραίτησης της αναιρεσίβλητης.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττημένη της εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2010 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΓΑ και των ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5209/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της προηγηθείσας της υπ'αριθ. 8325/2004 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρω.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ