Supreme Court allows appeal against administrative decision due to insufficient reasoning on property title validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Rhodes, remanding the case for retrial by a different panel. The heirs of the deceased appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the validity of the property title and the abandonment of shares. The Court found the lower court's decision lacked a legal basis for determining the nature of the shares and the validity of the public registration, necessitating a new examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 559 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to provide sufficient reasoning on the critical issue of the validity of the property title and the nature of the shares involved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 736/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Απόστολος Κοτζιάς ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 8/7/2001 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 1.Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, τους οποίους εκπροσωπεί.
Του αναιρεσιβλήτου: Του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/1991 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/1991 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/1994 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/1/1995 αίτησή της αρχικής αναιρεσείουσας και τους από 24/12/07 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 15/1/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης και των πρόσθετων επ' αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η παρούσα αναιρετική δίκη διακόπηκε λόγω θανάτου της αναιρεσείουσας στις 8-7-2001, η δε διακοπή αυτή επήλθε από τη γνωστοποίησή της προς το αναιρεσίβλητο με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά εκ μέρους των τριών μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της και συγκεκριμένα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που συνάμα επίσης δήλωσε ότι οι εν λόγω κληρονόμοι ήτοι : 1) η Χ1, 2) η Χ2 και 3) Χ3 επαναλαμβάνουν τη δίκη (κπολδκ 286 περ. α' , 287 και 290).
Ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου, ο οποίος θεσπίστηκε με το 132/1929 διάταγμα του τότε Ιταλού Κυβερνήτη των Δωδεκανήσων και ο οποίος μετά την προσάρτησή τους στην Ελλάδα διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 510/1947, θεσπίζει διαφορετικό σύστημα για τις μεταγραφές από αυτό που ισχύει στην υπόλοιπη χώρα.
Στο άρθρο 53 παρ. 6 και 7 του ανωτέρω κτηματολογικού κανονισμού ορίζεται ότι "Ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου, κατόπιν ερεύνης του τύπου και της ουσίας, της πράξεως, του τίτλου και του εγγράφου, ή θα απορρίψη ή θα διατάξη συμφώνως προς τας διατάξεις τας καθοριζομένας εις το επόμενον άρθρον, την καταχώρισιν της αιτήσεως και την εγγραφήν του εν αυτή καθοριζομένου δικαιώματος ή της αγωγής εν τω Κτηματολογικώ Βιβλίω και τω τίτλω. -Αι εν τω Ειδικώ Βιβλίω και τω Κτηματολογικώ Βιβλίω καταχωρίσεις αποτελούσι πλήρη απόδειξιν, δια πάσας τας συνεπείας, της χρονολογίας και της προτεραιότητος των υποβαλλομένων αιτήσεων και των περιελθουσών (τη υπηρεσία) αγωγών".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 54 παράγραφοι 2, 3, 4 του ίδιου κτηματολογικού κανονισμού "Ουδεμία καταχώρισις δύναται να γίνη εις το Κτηματολογικόν Βιβλίον και επί των τίτλων, χωρίς να διαταχθή αύτη υπό του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου και υπογραφή υπ' αυτού ή υπό του αντιπροσώπου. -Δέον να απορριφθή η καταχώρισις, όταν εκ της αιτήσεως και των εγγράφων δεν προκύπτωσιν αι σχετικαί προς την καταγραφήν του ακινήτου εις το Κτηματολογικόν Βιβλίον ενδείξεις.
Οσάκις ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου κρίνει δι' οιανδήποτε αιτίαν ότι δεν δύναται να προβή εις την αιτουμένην καταχώρισιν, δέον να εκδώση ητιολογημένην διάταξιν, κοινοποιουμένην εις τον αιτούντα. -Κατά της διατάξεως, ήτις αρνείται (απορρίπτει) μίαν καταχώρισιν, επιτρέπεται εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως προσφυγή εις το Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις εγγραφές στο Κτηματολογικό Βιβλίο καθιερώνεται η αρχή της νομιμότητας, αφού ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου οφείλει να διαπιστώσει τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων, τυπικών και ουσιαστικών, για την εγκυρότητα του τίτλου και τη νομιμότητα της καταχώρισης (ΟλΑΠ 569/1975) και ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για εγγραφή επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Εξάλλου, στο άρθρο 61 του ανωτέρω κτηματολογικού κανονισμού ορίζεται ότι "Η κτηματολογική καταγραφή και η καταχώρισις η μεταγενεστέρα της χρονολογίας της καταγραφής, αι προκύπτουσαι εκ του Κτηματολογικού Βιβλίου, αποτελούσιν αντιστοίχως νόμιμον απόδειξιν του δικαιώματος επί του ακινήτου και τοιαύτην των επακολουθησασών τροποποιήσεων.
Δεν είναι δεκτή ανταπόδειξις του περιεχομένου του Κτηματολογικού Βιβλίου δια τας καταγραφάς τας μη υποκειμένας πλέον εις τινα προσφυγήν ενώπιον της Δικαστικής Αρχής. -Δια τας καταχωρίσεις τας σχετικάς προς μίαν καταγραφήν μη καταστάσαν έτι οριστικήν, η αποδεικτική ισχύς περιορίζεται μεταξύ των ενδιαφερομένων μέχρι της λήξεως της προθεσμίας της απαιτουμένης ίνα καταστή οριστική, εις δε τον υπέρ ου η καταχώρησις λογίζεται πάντοτε εκτεινομένη η νομική προστασία, περί ης το άρθρον 42".
Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου προκύπτει ότι τόσο η αρχική εγγραφή (θεμελιώδης) όσο και οι μεταγενέστερες από αυτήν καταχωρίσεις στο κτηματολογικό βιβλίο δημιουργούν μαχητό τεκμήριο υπέρ αυτού που φέρεται ως δικαιούχος της κυριότητας, ενώ αν η αρχική εγγραφή γίνει αμετάκλητη κατά τις διατάξεις των άρθρων 37-39 το τεκμήριο που γεννάται από αυτή είναι αμάχητο (ΟλΑΠ 569/1975).
Ακόμη κατά την διάταξη του άρθρου 41 του εν λόγω Κτηματολογικού Κανονισμού, οι αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη "βάσει των δεδομένων της κτηματολογικής εγγραφής της υφισταμένης πριν η αγωγή αύτη εγερθή και καταχωρισθεί".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 3800/1957, έχει επεκταθεί και στα Δωδεκάνησα, ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους και μη διαχειριζόμενα από αυτούς ούτε με αντιπρόσωπο, καταλαμβάνονται από το Δημόσιο και διαχειρίζονται από αυτό κατά τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων.
Η κατάληψη γίνεται διοικητικώς με πρωτόκολλο που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα, περίληψη του πρωτοκόλλου κατάληψης καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών και αποτελεί πλήρη απόδειξη για την κατοχή του ακινήτου από το δημόσιο με την ιδιότητα του διοικητή αλλοτρίων. Η διαδικασία απόδοσης του ακινήτου στον ιδιοκτήτη που επανήλθε πριν παρέλθει δεκαετία από την κατάληψη ορίζεται στην παράγραφο 5 του ανωτέρω άρθρου, ενώ στην παράγραφο 8 αυτού ορίζεται ότι μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη από το δημόσιο αποσβήνεται το δικαίωμα κυριότητας και η κυριότητα περιέρχεται στο δημόσιο.
Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι η ιδιότητα του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου από τον απόντα ιδιοκτήτη του, ότι έχει αυτό δηλαδή εγκαταλειφθεί με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα και ότι αυτός είναι απών. Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης) και να είναι ταυτόχρονα απών.
Εξάλλου η ιδιότης του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνον της καταλήψεώς του και καθόλο το δεκαετές διάστημα της κατάληψής του να μην εκδηλώθηκε βούληση αναζήτησης από μέρους του εγκαταλείψαντος τούτο. Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο Δωδεκανήσου δίκασε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 227/1993 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και απέρριψε προσφυγή του εκκαλούντος κατά απορριπτικής απόφασης του Κτηματολογικού Δικαστή αίτησής του να εγγραφεί στα βιβλία περί περιέλευσης σ' αυτό ποσοστού συγκυριότητας στο ακίνητο που αναφέρεται λόγω της ιδιότητάς του ως εγκαταλελειμμένου.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου άσκησε παραδεκτώς αυτοτελή παρέμβαση υπέρ της απορριπτικής διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή η αναιρεσείουσα ισχυριζόμενη ότι υπάρχει προγενέστερη εγγραφή για το συγκεκριμένο ποσοστό συγκυριότητας στο όνομά της (όπως και για τα υπόλοιπα ποσοστά) και ότι δεν πρόκειται για εγκαταλελειμμένο ακίνητο και ζήτησε την απόρριψη της έφεσης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για την τύχη της έφεσης: "Δυνάμει του από .... πρωτοκόλλου καταλήψεως του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία κτηματολογικά βιβλία κατόπιν της ..... πράξεως του Κτηματολογικού Δικαστή Ρόδου, κατελήφθη ως εγκαταλελειμμένο ποσοστό συνιδιοκτησίας 464/960 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου με κτηματολογικά στοιχεία τόμος οικοδομών Ρόδου 1, φύλλο ..., μερίδα ....., και φάκελος .....
ιδιοκτήτης του οποίου εφέρετο από αρχική μεταγραφή ο ......... Το ποσοστό αυτό εξ αδιαιρέτου αποκτήθηκε από την ......... δυνάμει της 823/1964 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής της χρησικτησίας κατά του παραπάνω τιτλούχου και ερήμην αυτού ως άγνωστης διαμονής. Η τελευταία, το ίδιο ποσοστό το μεταβίβασε στην παρεμβαίνουσα Χ δυνάμει του .......
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ρόδου Χρ. Γιώρτσου. Εν τω μεταξύ κατά της 823/1964 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Ρόδου το προσφεύγον και εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 2-5-1972 ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 11 του α.ν. 1539/1938, ενώ συγχρόνως με το παραπάνω πρωτόκολλο προέβη στην κατάληψη του επιδίκου ποσοστού κατά το άρθρο 34 αυτού.
Στη συνέχεια το ίδιο εκκαλούν, με την από ....... αίτηση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου προς το Κτηματολόγιο Ρόδου, ζήτησε την εγγραφή επ' ονόματι αυτού του παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού, ισχυριζόμενο ότι κατέστη κύριο δια της παρόδου δεκαετίας από της κατά την 3-8-1972 καταλήψεώς του.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η από ..... πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή, η οποία την απέρριψε με την αιτιολογία ότι το καταληφθέν ποσοστόν είχε ήδη μεταβιβασθεί με προγενέστερη πράξη στην παρεμβαίνουσα δυνάμει του παραπάνω ...... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ρόδου Χρ. Γιώρτσου. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως του Κτηματολογικού Δικαστή το εκκαλούν άσκησε την από 19-2-1991 προσφυγή, η οποία απερρίφθη και αυτή με την 227/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την αιτιολογία ότι για το επίδικο ποσοστό εκκρεμούσαν αντίστοιχες αγωγές του εκκαλούντος και της παρεμβαίνουσας περί του αν αυτό υπήρξε εγκαταλελειμμένο ή όχι.
Όμως, όπως από το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας της μερίδας 80 οικοδομών Ρόδου αποδεικνύεται, από της καταχωρήσεως στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου του από ..... πρωτοκόλλου καταλήψεως του επιδίκου ποσοστού, που διατάχθηκε με την ..... πράξη του Κτηματολογικού Δικαστού, μέχρι τις 31-1-1991 που απερρίφθη η από ..... αίτηση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου περί περιελεύσεώς του στο εκκαλούν κατά τις επιταγές του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της δεκαετίας χωρίς να διακοπεί δια της υποβολής αιτήσεως αποδόσεώς του κατά τα προδιαληφθέντα από την παρεμβαίνουσα και συνεπώς ο παραπάνω Δικαστής ελέγχοντας την καταχώριση και τη μη ύπαρξη διακοπής δηλαδή την πραγματική κατάσταση των κτηματολογικών του βιβλίων και την εναρμόνισή τους με τα αναμφισβήτητης γνησιότητας παραπάνω έγγραφα, έπρεπε να δεχθεί την αίτηση του παραπάνω Προϊσταμένου η δε εκκαλουμένη που απέρριψε την προσφυγή του εκκαλούντος έσφαλλε και πρέπει να εξαφανισθεί μετά παραδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως και διακρατουμένης της υποθέσεως απορριφθεί η παρέμβαση, γίνει δεκτή η προσφυγή και διαταχθεί η εξαφάνιση της από 31-1-1991 απορριπτικής διατάξεως του Κτηματολογικού Δικαστού επί της με αριθμό πράξεως καταθέσεως .......
αιτήσεως του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε την προσφυγή του εκκαλούντος, απέρριψε την παρέμβαση της αναιρεσείουσας και διέταξε την εξαφάνιση της από 31-1-1991 απορριπτικής διατάξεως του Κτηματολογικού Δικαστή Ρόδου επί της .....
αιτήσεως του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου. Με το δικόγραφο της αναίρεσης, και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, οι οποίοι έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αναιρεσείουσας (..... έκθεση κατάθεσης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου) και έχουν επιδοθεί την ίδια ημέρα στο αναιρεσίβλητο (έκθεση επίδοσης ......
της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ....... ), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την εκτίμηση των δικογράφων, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης. Πράγματι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραβίαση εκ πλαγίου των ανωτέρω κανόνων, δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της εγγραφής του πρωτοκόλλου αποβολής του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα για συνδρομή του τύπου και της ουσίας αυτής (αρχή της νομιμότητας) κατά τα αναφερόμενα στις σκέψεις που παρατίθενται στην αρχή της παραγράφου.
Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση κατά ποίου στρεφόταν το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, για να κριθεί η θέση της αναιρεσείουσας ως τρίτης ή όχι, δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο τα επίδικα ποσοστά θεωρούνται εγκαταλελειμμένα κατά τον χρόνο της καταλήψεως, ήτοι δεν διευκρινίζεται εάν τα ένδικα ποσοστά εξ αδιαιρέτου είχαν εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη τους με σκοπό παραιτήσεώς του από την επ' αυτών κυριότητά του και αν καθόλο το παραπάνω κρίσιμο διάστημα εκδηλώθηκε βούληση αναζήτησής τους, και δεν γίνεται αναφορά για ποιο λόγο το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη την προγενέστερη της εγγραφής του Ελληνικού Δημοσίου εγγραφή των πράξεων που φέρονται ότι μεταβιβάζουν την κυριότητα στα επίδικα ποσοστά στην αναιρεσείουσα, γεγονός που επιτείνει την ασάφεια για την ιδιότητα αυτών ως εγκαταλελειμμένων.
Επομένως, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, κυρίου και προσθέτου, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι, που αληθώς περιέχουν αιτιάσεις μόνο για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι βάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, όπως αυτή συμπληρώνεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, η οποία θα μετριαστεί κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/57.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 15/1994 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ