Supreme Court allows appeal against appellate court decision, ordering refund of amounts paid under erroneous judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance company against a final appellate court decision that had dismissed its claim. The insurance company had voluntarily paid over €245,000 to the opposing parties based on the erroneous lower court judgment. The court ruled that the appeal was timely and the payment was made under a mistake of law, necessitating restitution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the restoration of the situation to the state prior to the contested decision when a party has paid amounts under an erroneous final judgment, mandating the return of such sums with interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 735 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 735/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ. Ε. Δ. Α. Β. - Τ. - Ε. - Τ. Κ. Ξ. Ε. Σ. Π. - Π. Ε. Σ. Ν. Τ. Ο. Ε. Ν. Κ. Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "... Α.Β.Τ.Ε.Ε. - ... S.S.", η οποία έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ε. Σ. Ν. Τ. Ο. Ε. Ν. Κ. Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... S.A.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. .../2016 αγωγή και την από 24-5-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - αγωγή αποζημίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2020 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση από 4/1/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 33/2020 απόφαση του Εφετείου ..., το οποίο, μεταξύ άλλων, απέρριψε τη (συνεκδικασθείσα) έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ERGO Α.Ε" (αναιρεσείσουσας) και επικύρωσε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 58/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει δεκτή την εναντίον της παρεμπίπτουσα αγωγή υποχρεώνοντάς την να καταβάλει στις παρεμπιπόντως ενάγουσες (αναιρεσίβλητες) το ποσό που θα κατέβαλαν στους κυρίως ενάγοντες της από 6/10/2011 αγωγής, νομιμοτόκως από την καταβολή. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 13/1/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου ..., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 23/1/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 13/1//2022, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί, κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018).
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής ένστασης) των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 39/2023,ΑΠ 55/2023, ΑΠ 135/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 46/2022).
Ομοίως, η ένσταση (άρθρο 262 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 131/2023). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της ένστασης όπως και της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής, ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία, η συνδεόμενη δηλαδή με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠοΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ένστασης κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προ θεμελίωση του δικαιώματος και έκρινε μη νόμιμη την ένσταση ή αρκέσθηκε σε λιγότερα και την έκρινε νόμιμη, (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 39/2023) 35/2022, ΑΠ 261/2020), ενώ αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής /ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής/ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 666/2020).Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018).Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση) .
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ στην παρ. 6 εδ.α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
Η δυνατότητα διεύρυνσης, με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον ίδιο νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι διατάξεις του Ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 957/2021).
Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 1078/2023, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 131/2023 ΑΠ 181/2022) Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν.2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ`αυτήν γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν.2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν.2496/197, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, το οποίο περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις, και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν.2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφρά αμέλειά τους.
Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ.6 του ν.2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξάλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015, ΑΠ 1078/2023).
Ενόψει των εκτεθέντων, προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 ν.2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών, η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 883/2015). Σε περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται ο συμβατικός περιορισμός των δικαιωμάτων του (άρθρ. 33 παρ. 1 ν.2496/1997).
Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 767/2021, ΑΠ 131/2023).
Μία τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι και η συμφωνία των μερών ότι "ο ασφαλισμένος υποχρεούται να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και ζημιών και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς με την ασφάλεια του κοινού".
Η υποχρέωση αυτή αποτελεί συμβατική υποχρέωση, η τήρηση της οποίας ενεργοποιεί την ευθύνη του ασφαλιστή και η παράβασή της επιτρέπει την απαλλαγή του τελευταίου (ασφαλιστή) από την ασφαλιστική κάλυψη (AΠ 1078/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 767/2021, ΑΠ 1542/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 5-5-2016 αγωγή, που άσκησαν κατά των αναιρεσίβλητων, πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ζήτησαν να υποχρεωθούν αυτές να τους καταβάλλουν αποζημίωση ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από τον θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα του αναφερόμενου συγγενούς τους, επικαλούμενοι ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην παράλειψη των ως άνω εναγομένων (αναιρεσίβλητων), οι οποίες στο σημείο του ατυχήματος εκτελούσαν έργα, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή ατυχήματος και συγκεκριμένα κατάλληλη σηματοδότηση και επαρκή φωτισμό.
Οι ως άνω εναγόμενες (αναιρεσίβλητες) άσκησαν κατά της ασφαλιστικής τους εταιρείας (αναιρεσείουσας), ως ασφαλίζουσας την έναντι τρίτων αστική τους ευθύνη, την από 24-5-2016 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, και αφού εξέθεταν ότι υφίσταται μεταξύ τους έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση και ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και ενσωματώνοντας στην παρεμπίπτουσα αγωγή την κύρια αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη (αναιρεσείουσα), να τους καταβάλει ό,τι οι ίδιες θα υποχρεωθούν να καταβάλλουν στους κυρίως ενάγοντες.
Επί των παραπάνω αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ αριθμ.58/2027 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και κατόπιν εφέσεως, μεταξύ άλλων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσείουσας), εκδόθηκε η υπ'αριθμ.33/2020 απόφαση του Εφετείου ..., το οποίο ως προς την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την υποβληθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης επαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την αστική της ευθύνη βάσει σχετικού συμβατικού όρου, απέρριψε την έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία (παρεμπιπτόντως εναγομένη - αναιρεσείουσα) ζήτησε την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος επικαλούμενη τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 10 των γενικών όρων του ένδικου ασφαλιστηρίου αστικής ευθύνης που προσαρτώνται στο υπ'αριθμ....
ασφαλιστήριο τεχνικών ασφαλίσεων ο λήπτης της ασφάλισης είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων σαν να μην υπήρχε η ασφάλιση και να τηρεί χωρίς παρέκκλιση τους σχετικούς με την ασφάλεια του κοινού και του προσωπικού νόμους. Με βάση το άρθρο 10.8 των γενικών όρων του ασφαλιστήριου αστικής ευθύνης η συμμόρφωση του ασφαλιζόμενου και του λήπτη της ασφάλισης προς τους γενικούς και ειδικούς όρους τους ασφαλιστηρίου και η εκπλήρωση από αυτούς των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με το παρόν ή τους βαρύνουν κατά το νόμο, αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία υποχρέωσης της εταιρείας για καταβολή ασφαλίσματος.
Αν ήθελε συνεπώς το δικαστήριό σας κάνει δεκτή την υπό κρίση αγωγή και αποδειχθεί ότι θάνατος του ατυχούς οδηγού του δικύκλου που επικαλούνται οι κυρίως ενάγοντες οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων από την μη τοποθέτηση της κατάλληλης σήμανσης επί της οδού, δεν καλύπτεται ασφαλιστικά και δεν έχουμε υποχρέωση αποζημίωσης, διότι δεν τηρήθηκαν από την ασφαλισμένη τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις".
Το Εφετείο κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε ότι η παραπάνω ένσταση περί απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης (αναιρεσείουσας) έναντι των ασφαλισμένων της, δυνάμει συμβατικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι "η ασφαλιστική εταιρεία τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και με συναφή λόγο έφεσης, προκειμένου να επικαλεστεί απαλλακτικό της ευθύνης της ισχυρισμό εκθέτει κατά περιεχόμενο ότι εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι θάνατος του ατυχούς οδηγού του δικύκλου που επικαλούνται οι κυρίως ενάγοντες οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, από την μη τοποθέτηση της κατάλληλης σήμανσης επί της οδού και διατήρησης της καταλληλότητας της πλήρους λειτουργίας της, η ένδικη ζημία δεν καλύπτεται, σύμφωνα με τους όρους του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου και δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης γιατί δεν τηρήθηκαν τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας από την ασφαλισμένη που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις για την αποτροπή της ζημίας.
Ο ισχυρισμός αυτός, που πειράται να θεμελιωθεί στο άρθρο 7 παρ.3 του ν.2496/1997 είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Για να ήταν ορισμένος έπρεπε α) να δηλώνεται καταφατικά ότι συντελέστηκε από τον ασφαλισμένο παραβίαση μέτρων ασφαλείας και όχι ενδοιαστικά να επαφίει την κατάφαση των παράνομων και υπαίτιων πράξεων στην κρίση του δικαστηρίου και β) να εκτίθενται ειδικά τα μέτρα που έπρεπε να είχε λάβει η λήπτρια της ασφάλισης, τα οποία επιβάλλονται από την ΥΑ ΔΙΠΑ/ΟΙΚ/502 ΦΕΚ Β 946/2003, προκειμένου να αποτρέψει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης ως αόριστη, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, καθόσον η παραπάνω ένσταση περιείχε όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία και συγκεκριμένα α) διαλαμβάνονται οι συμβατικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι οποίοι είναι, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, έγκυροι, καθόσον πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικών κινδύνων, και με τους οποίους προβλέφθηκε η υποχρέωση των αναιρεσίβλητων να λαμβάνουν γενικά κάθε μέτρο για την αποφυγή ατυχημάτων, ενδεχόμενη δε παράλειψη αυτών είχε ως συνέπεια την απαλλαγή της αναιρεσείουσας, και β) αναφέρονται τα μέτρα που παρέλειψαν να λάβουν οι αναιρεσίβλητες προς αποφυγή ατυχήματος και τα οποία είναι αυτά που μνημονεύονται στην κυρία αγωγή (έλλειψη σημαδότησης και επαρκούς φωτισμού), το δικόγραφο της οποίας ενσωματώνεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, η δε φράση "εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι θάνατος του ατυχούς οδηγού του δικύκλου που επικαλούνται οι κυρίως ενάγοντες οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, από την μη τοποθέτηση της κατάλληλης σήμανσης..." αναφέρεται στην εξάρτηση της παρεμπίπτουσας αγωγής από την κύρια αγωγή, υπό την έννοια ότι μόνο αν οι εναγόμενες - προσεπικαλούσες και παρεμπιπτόντως ενάγουσες ηττηθούν αποκτούν δικαίωμα αποζημίωσης κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και δεν συνιστά, όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλομένη, ενδοιαστική επίκληση της σχετικής παράλειψης των αναιρεσιβλήτων προς λήψη των αναφερομένων ως άνω αναγκαίων μέτρων προς αποφυγή του ατυχήματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, και παρελκομένης της έρευνας του έτερου λόγου αναίρεσης που προβάλλεται επικουρικά, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσείουσας.
Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση αυτή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 287/2022, ΑΠ134/2020, 591/2015) . Στην προκειμένη περίπτωση, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ.58/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και έναντι των ποσών για τα οποία η απόφαση αυτή είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους κυρίως ενάγοντες το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ (βλ..../1950 δίγραμμη επιταγή ), μετά δε την τελεσιδικία της παραπάνω αποφάσεως με την υπ'αριθμ. 33/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η αναιρεσείουσα, συμμορφούμενη εκουσίως στην απόφαση αυτή, κατέβαλε στους κυρίως ενάγοντες με κατάθεση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, εκδοθείσας της από 8/1/2021 εξοφλητικής απόδειξης, πλέον του παραπάνω ποσού των 20.000 ευρώ και τα εξής ποσά 45.867,83 ευρώ+57.647,00 +23.337,62+30.589,05+30.589,05 και επομένως έχει συνολικά καταβάλει 245.872,02 ευρώ.
Επομένως, η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που η αναιρεσείουσα υπέβαλε με τις προτάσεις, είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να επιστρέψουν στην αναιρεσείουσα, το ως άνω ποσό των διακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων εβδομήντα δύο ευρώ και δύο δέκατα ευρώ (245.872,02) με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ` αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.33/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των διακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και δύο δέκατα ευρώ (245.872,02) με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ