Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and lack of substantive legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the widow's appeal against the Second Instance Court's rejection of her claim to annul a testamentary clause. The appellant argued the lower court incorrectly applied the statute of limitations and procedural rules regarding admissibility. The court rejected these grounds as vague and unsubstantiated, finding no specific legal error to warrant the review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify precise grounds for the lower court's decision, and vague or irrelevant complaints result in dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 735 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 735/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. - Γ. χήρας Σ. Φ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Αλαβάνο-Τσαπαλίρα, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "..." (ΑΦΜ ...), που εδρεύει στην …. οδός ... όπως νομίμως εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) του Υπουργού Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ των κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 18-1-2018 πρόσθετη, υπέρ του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2205/2018 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5535/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.07.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 5535/2019 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 16.11.2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2205/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτές την από 25.09.2017 αναγνωριστική αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 18.01.2018 πρόσθετη, υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Όπως ήδη σημειώθηκε με την ως άνω από 20.07.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5535/2019 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, επί της 25.09.2017 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της από 18.01.2018 πρόσθετης, υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρεμβάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2205/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγιναν δεκτές η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση, αναγνωρίσθηκε ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο - ενάγον έχει την ιδιότητα του εμπραγμάτου κληροδόχου επί των αναφερομένων στην από 18.11.2011 μυστική διαθήκη του αποβιώσαντος στις 12.07.2013 Σ.
Φ. του Δ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 12/23.10.2013 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Κω, περιουσιακών στοιχείων και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την από 16.11.2018 έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, η υπ' αριθμ. 5535/2019 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική (πλην της διατάξεως για το ύψος των επιβληθέντος πρωτοδίκως δικαστικών εξόδων) επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Από τις διατάξεις των άρθρων 1710 ("Έννοια - Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι).
Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά."), 1714 ("Ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη να προσπορίσει σε κάποιον περιουσιακή ωφέλεια, χωρίς να τον εγκαταστήσει κληρονόμο (κληροδοσία)."), 1800 ("Ιδιότητα τιμωμένου - Αν ο διαθέτης άφησε στον τιμώμενο ολόκληρη την περιουσία του ή ποσοστό της, ο τιμώμενος θεωρείται ότι έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος, ακόμη και αν δεν ονομάστηκε κληρονόμος.
Αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη κι αν ονομάστηκε κληρονόμος."), 1901 ("Ευθύνη απλού κληρονόμου - Ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. Οι κληροδοσίες και οι τρόποι εκπληρώνονται μετά τις λοιπές υποχρεώσεις."), 1980 ("Αδύνατη κληροδοσία - Είναι άκυρη η κληροδοσία της οποίας η παροχή κατά το θάνατο του διαθέτη είναι αδύνατη ή αντιβαίνει στο νόμο."), 1995 ("Το δικαίωμα από την κληροδοσία - Ο κληροδόχος αποκτά με την κληροδοσία το ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσει από το βεβαρημένο την παροχή του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε.") και 1996 ("Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198, αν βεβαρημένος με την κληροδοσία είναι ο κληρονόμος και αντικείμενο της κληροδοσίας είναι ορισμένο πράγμα ή δικαίωμα που ανήκει στο διαθέτη, εφόσον ο διαθέτης δεν διέταξε διαφορετικά, ο κληροδόχος το αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως.
Αν η κληροδοσία συνίσταται σε απαλλαγή από εμπράγματο βάρος ή από υποχρέωση προς το διαθέτη, ο κληροδόχος απαλλάσσεται αμέσως και αυτοδικαίως.") συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος μπορεί, με διαθήκη του, να προσπορίσει σε πρόσωπο (τιμώμενο) περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αυτό να εγκαθίσταται κληρονόμος, δηλαδή καθολικός διάδοχος αυτού (κληρονομουμένου).
Συνέπεια της εγκαταστάσεως αυτής του τιμωμένου ως κληροδόχου είναι η έλλειψη ευθύνης αυτού για τα χρέη της κληρονομίας. Αντικείμενο του δικαιώματος από την κληροδοσία μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε στοιχείο προσπορίζει στον κληροδόχο άμεση ή έμμεση περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αντάλλαγμα ή και με αντάλλαγμα.
Αντικείμενο της κληροδοσίας μπορεί να αποτελέσει ό,τι συνιστά και περιεχόμενο της ενοχής, δηλαδή κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα. Περαιτέρω, ως "καθολική" κληροδοσία νοείται η κληροδοσία με αντικείμενο όλα τα ειδικά αντικείμενα που απαρτίζουν το ενεργητικό της κληρονομίας, εφόσον κληροδοσία νοείται μόνο η εγκατάσταση επί ειδικών αντικειμένων της κληρονομίας.
Αυτή είναι επιτρεπτή ως κληροδοσία του άρθρου 1995 του Α.Κ. ("legatum per damnationem", έμμεση, ενοχική κληροδοσία) και όχι ως κληροδοσία του άρθρου 1996 του Α.Κ. ("legatum per vindicationem", άμεση, εμπράγματη κληροδοσία). στο μέτρο που η τελευταία θα είχε ως συνέπεια ο κληρονόμος, παρά την ύπαρξη ενεργητικού, να υπεισέρχεται μόνο στο παθητικό της κληρονομίας, γεγονός που θα ήταν αντίθετο στην αρχή της καθολικότητας της κληρονομικής διαδοχής, που αποτυπώνεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1710§1 του Α.Κ., με συνέπεια την επισφαλέστερη θέση των κληρονομικών δανειστών.
Τέλος, στην περίπτωση κληροδοσίας από το άρθρο 1996 του Α.Κ. ζήτημα ανακύπτει στις σχέσεις του per vindicationem κληροδόχου με τους δανειστές της κληρονομίας. Ειδικότερα, δημιουργείται πρόβλημα όταν δανειστές της κληρονομίας επιλαμβάνονται αντικειμένου της, κατά την ΑΚ 1996, κληροδοσίας χωρίς προηγουμένως να έχουν στραφεί κατά του κληρονόμου.
Ειδική ρύθμιση δεν φαίνεται να υπάρχει σχετικά στο μέτρο που η διάταξη του άρθρου 1901 εδάφ. 2 του Α.Κ., αναφερόμενη σε "εκπλήρωση" έχει προφανώς υπόψη την κληροδοσία του άρθρου 1995 του Α.Κ., ενώ το κληροδοτούμενο στην περίπτωση της εμπράγματης κληροδοσίας περιέρχεται αμέσως και αυτοδικαίως στον κληροδόχο και όχι στον βεβαρημένο κληρονόμο.
Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρυθμιστική αρχή της διατάξεως του άρθρου 1901 εδάφ. 2 του Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της per vindicationem κληροδοσίας και τούτο γιατί το συμφέρον των δανειστών της κληρονομίας υπερτερεί έναντι του συμφέροντος του κληροδόχου, που, κατά κανόνα, αποκτά από χαριστική αιτία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στην μείζονα πρόταση (Α.Π. 625/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφήρμοσε τον νόμο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά συνοπτική, αλλά περιεκτική, απόδοση του σχοινοτενούς περιεχομένου αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
διατεινόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1714, 1800 και 1996 του Α.Κ. με αποτέλεσμα να δεχθεί τα ανωτέρω ενώ έπρεπε είτε να κηρύξει άκυρη τη διάταξη της ένδικης διαθήκης σχετικά με τον ορισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως (καθολικού) κληροδόχου των αναφερομένων σ' αυτήν (ένδικη διαθήκη) ειδικών περιουσιακών στοιχείων είτε, κατά φιλάγαθη ερμηνεία αυτής (ένδικης διαθήκης) να δεχθεί ότι, παρά την περί του αντιθέτου διατύπωση της διαθήκης, το πρώτο αναιρεσίβλητο έχει την ιδιότητα του κληρονόμου του κληρονομουμένου περαιτέρω δε ότι το αυτό Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με την ύπαρξη και άλλης περιουσίας του κληρονομουμένου, πέραν της καταλειφθείσας ως κληροδοσία στο πρώτο αναιρεσίβλητο.
Στην κρινόμενη υπόθεση το Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της αποφάσεώς του προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 12-7-2013 απεβίωσε στο ... ο Σ. Φ. του Δ., κάτοικος εν ζωή …. Οι πλησιέστεροι συγγενείς του κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν η εναγομένη - σύζυγός του και οι μη διάδικοι αδέλφια του και τέκνα αδελφών, οι οποίοι είχαν αποβιώσει πριν από αυτόν.
Ο θανών είχε συντάξει την από 18-11-2011 μυστική διαθήκη του, η οποία είχε κατατεθεί στον συμβολαιογράφο Κω, Αντώνιο Φρουζάκη, με τη με αριθμό ... πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 12/23-10-2013 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κω. Το περιεχόμενο της μυστικής διαθήκης είναι το ακόλουθο: "Σήμερα στη Κω, στις 18-11-2011, έχοντας ήρεμη την συνείδησή μου και πλήρη επίγνωση των ενεργειών μου, επιθυμώντας να ρυθμίσω, μετά τον θάνατό μου, όποτε αυτός επισυμβεί, τα προσωπικά και τα περιουσιακά μου θέματα, ορίζω με την παρούσα διαθήκη μου, την οποία συνέταξα ανεπηρέαστος και μετά από βαθιά περίσκεψη, αφού συμβουλεύθηκα τους δικηγόρους μου, τα εξής:
Αρχικώς, ανακαλώ εκ νέου οριστικώς και αμετακλήτως κάθε προηγούμενη διαθήκη, που είχα συντάξει στο παρελθόν, επιθυμών να διέπεται η εγκαταλειπόμενη κληρονομιά μου. από την παρούσα διαθήκη μου αποκλειστικά και μόνο. Άπασα η περιουσία, που θα ευρεθεί επ' ονόματί μου, την στιγμή του θανάτου μου, εκτός όσων κληροδοτώ στο ίδρυμα ...
ορίζω να περιέλθει, ως κληρονομιά, στους εξ αίματος συγγενείς μου, τους οποίους, ως κληρονόμους μου, καλώ να στηρίξουν με κάθε τρόπο τους σκοπούς του ανωτέρω ιδρύματος. Εν σχέση προς την εν διαστάσει τελούσα προς εμέ σύζυγο μου Θ. - Γ. Σ. ορίζω τα εξής. Η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μας, διαρκούσα μέχρι και σήμερα, επήλθε αποκλειστικώς και υπαιτίως εκ μέρους της, έκτοτε δε με λόγους και πράξεις συνεχίζει να εκδηλώνει απέναντι μου συνεχώς απαξιωτική, προσβλητική, κακόπιστη και βαρέως αχάριστη συμπεριφορά, η οποία έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα την έγγαμη σχέση μας.
Όλα αυτά τα γεγονότα και οι δικαστικοί αγώνες που αναιτίως ξεκίνησε από το έτος 2010 εναντίον μου πλήρως δικαιολογούν εκ μέρους μου την αγωγή διαζυγίου, την οποία ανέθεσα ήδη στα δικηγορικά γραφεία Γεωργίας Ιατρού - Νικητιάδη και Βασιλείου Δρόσου να συντάξουν και ασκήσουν εναντίον της. Η εν γένει συμπεριφορά της απέναντι μου δικαιολογεί ταυτόχρονα και την πλήρη αποκλήρωσή της, σύμφωνα με τον νόμο, πράγμα που επιθυμώ και με την διαθήκη μου αυτή ρητώς και απεριφράστως δηλώνω, ότι δηλαδή την αποκληρώνω πλήρως, μηδέ της νομίμου μοίρας εξαιρούμενης.
Η ίδια έχει καταστεί με τις πράξεις της ανάξια να εξακολουθεί να είναι σύζυγος μου και ανίκανη να με κληρονομήσει, ούτε στο ελάχιστο. Την καλώ ωσαύτως να μην διεκδικήσει τίποτε και για οποιονδήποτε λόγο και αιτία, σε βάρος της περιουσίας, που έχω αποφασίσει και θέλω να περιέλθει ως κληροδοσία στο ίδρυμα ...
αλλά απεναντίας να το στηρίξει στη εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού του, γεγονός που όπως όλοι αλλά και η ίδια γνωρίζουν, αποτελεί διακαή επιθυμία μου. Εγκαθιστώ ως κληροδόχο το Ίδρυμα ... που συνέστησα με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κω Ευτυχίας Φρουζάκη, εγκριθέν εν συνεχεία με το Προεδρικό διάταγμα της Νοεμβρίου 2011.
Συναφώς ορίζω με την παρούσα διαθήκη μου, να περιέλθουν μετά τον θάνατό μου και μάλιστα αμέσως, αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός, ως κληροδοσία, πέραν όσων αναφέρονται στη παραπάνω συστατική πράξη, για την εισφορά των οποίων έχω ήδη δεσμευθεί και θα φροντίσω για την έγκαιρη και σύννομη μεταβίβασή τους εν ζωή, δηλαδή 100.000 (εκατό χιλιάδες) ΕΥΡΩ και ένα αγρό εκτάσεως 25.300 μ2 μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, εμβαδού 162,10 μ2, που βρίσκεται στη νήσο Κω, στη θέση ...
του τέως Δήμου …. και φέρει τον αριθμό κτηματολογικής μερίδας γαιών ... και τα παρακάτω ειδικά περιουσιακά μου στοιχεία, με τη σκέψη ότι όλα μαζί συνιστούν ικανή περιουσία για την εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών του ιδρύματος. Συγκεκριμένα, κληροδοτώ στο ίδρυμα ...: Α. Το 99,90% του συνόλου των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", με APMAE ...
δηλαδή όλες τις μετοχές της που μου ανήκουν, ήτοι τις 360.694,944 από τις συνολικά 361.056 μετοχές ονομαστικής αξίας 1,47 ευρώ εκάστης, εάν δεν προλάβω να τις μεταβιβάσω εν ζωή σε αυτό ως δωρεά. Β. Τα ακίνητα/οικόπεδα/αγροτεμάχια που διαθέτω και έχω στο όνομά μου σήμερα και πιο συγκεκριμένα: ένα κατάστημα 67 μ2 στην οδό ...
στο ….., ένα διαμέρισμα 25,55 μ2 στην οδό ... στο …., έτερο διαμέρισμά 127,96 μ2 στην οδό ... στο …., ένα διαμέρισμα 122 μ2 στην οδό ... στο ..., έτερο διαμέρισμα 128 μ2 στην οδό ... στο ..., και έτερο διαμέρισμα 217 μ2 στην οδό ... στο ..., μία οικία 210 μ2 εντός οικοπέδου 70 μ2 στη νήσο …. νομού Δωδεκανήσου, μία οικία 53 μ2 εντός οικοπέδου 2.000 μ2 και οικόπεδο 241 μ2 στη νήσο ….
του Δήμου …….. του Νομού Δωδεκανήσου, ένα κτίριο 201,10 μ2 εντός οικοπέδου 8.193 μ2 στη θέση ... στη νήσο …, έτερο κτίριο 120 μ2 εντός οικοπέδου 8.625 μ2 στη θέση ... στη νήσο …, δύο διαμερίσματα στις …. Του …., τα οικόπεδα μου στη περιοχή ... νήσου … με αριθμό κτηματικής μερίδας κτηματικής μερίδας: ..., τα οικόπεδα μου στη περιοχή ...
νήσου …. με αριθμό κτηματικής μερίδας: ... τα οικόπεδα μου στη περιοχή ... νήσου … (επί της επαρχιακής οδού) με αριθμό κτηματικής μερίδας: ... τα οικόπεδα μου στη περιοχή ... νήσου … με αριθμό κτηματικής μερίδας ... τα οικόπεδα μου στη περιοχή ... νήσου .. με αριθμό κτηματικής μερίδας ... το οικόπεδο μου στη περιοχή ...
νήσου …με αριθμό κτηματικής μερίδας ... και το οικόπεδο μου στη περιοχή ... νήσου … με αριθμό κτηματικής μερίδας .... Γ. Όλα τα μετρητά που θα βρεθούν κατά την στιγμή του θανάτου μου στους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς μου: τράπεζα EUROBANK αρ. λογαριασμών ... τράπεζα ALPHA BANK αρ. λογαριασμών ... τράπεζα Δωδεκανήσου αρ.
λογαριασμών ... τράπεζα ΕΘΝΙΚΗ αρ. λογαριασμού ... τράπεζα Τ BANK αρ. λογαριασμού ... τράπεζα Αγροτική αρ. λογαριασμού ... τράπεζα Πειραιώς αρ. λογαριασμού ... και τράπεζα BNP PARIBAS αρ. λογαριασμού ... 4. Ορίζω ως εκτελεστές των όρων της διαθήκης μου αυτής τους Κ. Δ. του Θ. και Ε., Σ. Κ. του Π. και Α. και Β. Γ. του Γ. και Π. και σε περίπτωση αποποίησης ή παραίτησης ή έκλειψης εξ άλλου λόγου, ενός εξ αυτών, ως υποκατάστατους τους, κατά σειρά, τους:
Δήμαρχο νήσου Χάλκης, Μητροπολίτη νήσου Κω, Δήμαρχο νήσου Κω. Ο διαθέτης Σ. Φ.". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της μυστικής διαθήκης, συνάγεται με σαφήνεια η πραγματική βούληση του κληρονομούμενου η οποία ήταν να καταστήσει το ενάγον κληροδόχο του στα αναφερόμενα στην ως άνω διαθήκη δήλα περιουσιακά στοιχεία και ειδικότερα εμπράγματο κληροδόχο του άρθρου 1996 ΑΚ, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση της συγκεκριμένης μυστικής διαθήκης, καθόσον ο κληρονομούμενος αναφέρει ότι συνέταξε την παρούσα διαθήκη, αφού συμβουλεύθηκε τους δικηγόρους του, και στο κείμενο της διαθήκης ρητά καθορίζει, διακρίνει και κατονομάζει τους κληρονόμους (οι εξ αίματος συγγενείς του) από τον κληροδόχο (το ενάγον), στο οποίο αφήνει ειδικά περιουσιακά στοιχεία (και όχι το σύνολο της περιουσίας του), τα οποία εκθέτει αναλυτικά και αναφέρει επιπλέον ότι τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία επιθυμεί να περιέλθουν "αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός" στο ενάγον καταδεικνύοντας έτσι την επιθυμία του να καταστεί το ενάγον εμπράγματος κληροδόχος του άρθρου 1996 ΑΚ, αναφορά, η οποία θα ήταν άνευ νοήματος, αν ο κληρονομούμενος επιθυμούσε να εγκαταστήσει ως κληρονόμο του - καθολικό διάδοχό του το ενάγον, αφού ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά, μόλις γίνει η επαγωγή (άρθρο 1846 ΑΚ).
Στο περιεχόμενο της μυστικής διαθήκης εκφράζεται με σαφήνεια η πραγματική βούλησή του κληρονομούμενου ότι εγκαθιστά το ενάγον ως εμπράγματο κληροδόχο, δηλαδή ειδικό διάδοχό του και συνεπώς δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στον ερμηνευτικό κανόνα της ΑΚ 1800 παρ. 1, που εφαρμόζεται μόνο στις αμφισβητούμενες περιπτώσεις, όταν δηλαδή δεν προκύπτει από τη διαθήκη με σαφήνεια η βούληση του διαθέτη, περί της ιδιότητας του τιμώμενου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Η εν λόγω διάταξη είναι συμπληρωτική της δήλωσης του διαθέτη και αποτελεί κανόνα ενδοτικού δικαίου, ενώ ο κανόνας της ΑΚ 1800 παρ. 2 είναι ένας κλασσικός ερμηνευτικός κανόνας που ισχύει μόνο εφόσον δε συνάγεται ερμηνευτικά διαφορετικά πραγματική υποθετική βούληση του διαθέτη ... . Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το καταληφθέντα στο ενάγον δήλα πράγματα αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας και ως εκ τούτου σύμφωνα με τη διάταξη της ΑΚ 1800 παρ.1, το ενάγον είναι κληρονόμος και όχι κληροδόχος όπως ονομάστηκε στη διαθήκη, προκειμένου να μην ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομίας και ειδικότερα για την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του αποβιώσαντος συζύγου της.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος καθόσον μόνον όταν συντρέχει περίπτωση συνδρομής της ερμηνευτικής διάταξης της ΑΚ 1800 παρ. 1, ένα ουσιαστικό ερμηνευτικό κριτήριο αποτελεί η αξία των δήλων αντικειμένων που καταλείφθηκαν στον κληροδόχο. Ακόμη, πρέπει να λεχθεί, ότι εάν ο διαθέτης εγκαταστήσει κάποιον σε ποσοστό της κληρονομίας του και προκύπτει ερμηνευτικά πραγματική βούλησή του να μην ευθύνεται ο τιμώμενος για τα χρέη της κληρονομίας πρόκειται για (επιτρεπτή) κληροδοσία ποσοστού και μάλιστα με την έννοια εν προκειμένω της legatum per damnationem της ΑΚ 1996 εδ. 1.
Στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι η βούληση του διαθέτη οδηγεί σε (επιτρεπτή) απόκλιση από την εφαρμογή του κανόνα της ΑΚ 1800 παρ. 1. Τέτοια απόκλιση βεβαίως δεν μπορεί να συμβεί όταν ο διαθέτης καθιστά τον τιμώμενο κληροδόχο σε ολόκληρη την κληρονομία (καθολική κληροδοσία), γεγονός που δεν συντρέχει όμως εν προκειμένω ... .
Κατόπιν αυτών, είναι απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι το ενάγον κατόπιν ερμηνείας της μυστικής διαθήκης είναι κληρονόμος και όχι κληροδόχος, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι η αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αποβιώσαντος συζύγου της, δεν έχει ακόμη εκκαθαριστεί, αφού δεν προέκυψε ότι έχει εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό η αγωγή της, έχει δε εξασφαλισθεί, καθόσον έχει διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 5.000 ευρώ και στα χέρια τρίτου, με την με αριθμό 561/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα με τον ίδιο λόγο της έφεσης (4ο), επικαλείται ακυρότητα της διάταξης της εν λόγω διαθήκης, περί της εγκατάστασης του ενάγοντος Ιδρύματος ως κληροδόχου, διότι αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 178 και λόγω κατάχρησης κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Οι ισχυρισμοί αφενός απαραδέκτως εισάγονται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, αφετέρου επειδή δεν υφίσταται δικαίωμα της εκκαλούσας να επικαλεστεί ακυρότητα της από 18-11-2011 μυστικής διαθήκης και δη της διάταξης αυτής περί κληροδοσίας προς το Ίδρυμα, που έγινε υπέρ κοινωφελούς σκοπού, διότι δεν άσκησε αγωγή προσβολής της διαθήκης με βάση την εν λόγω ή και οποιαδήποτε άλλη ακυρότητας της διαθήκης εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των πέντε (5) ετών από την ημέρα δημοσίευσής της από το Ειρηνοδικείο Κω στις 23-10-2013, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν.
δ. 430/1970 και ήδη, από τις 11-11-2013, προβλέπει ομοίως στο άρθρο 75 παρ. 2 του ν. 4182/2013 "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών" ... ". Με αυτές τις παραδοχές, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας εκκαλούσας δεχόμενο, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η ως άνω μυστική διαθήκη δεν έχρηζε ερμηνείας, ενόψει του ότι οι σε αυτή περιεχόμενες δηλώσεις ήσαν σαφείς, ότι ο κληρονομούμενος επιθυμούσε να καταστήσει το πρώτο αναιρεσίβλητο ενάγον κληροδόχο αυτού, ότι, με τη σχετική διάταξη της διαθήκης, δεν συστήθηκε καθολική κληροδοσία του άρθρου 1996 του Α.Κ.
και ότι, πέραν ειδικών περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας που κληροδοτήθηκαν στο πρώτο αναιρεσίβλητο, κατελείφθη και άλλη περιουσία. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1714, 1800 και 1996 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, αφού περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ότι η δήλωση του άνω κληρονομουμένου περί εγκαταστάσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως εμπραγμάτου κληροδόχου των αναφερομένων ειδικών περιουσιακών στοιχείων μη έχουσα ανάγκη ερμηνείας, ότι η εν λόγω κληροδοσία δεν ήταν καθολική, εφόσον υπήρχε υπολειπόμενη περιουσία, σύμφωνα και με σχετική δήλωση του κληρονομουμένου, η οποία δεν ανετράπη ανταποδεικτικώς, ότι, συνεπώς, δεν υπήρχε περίπτωση αναγνωρίσεως της ακυρότητας της σχετικής διατάξεως της διαθήκης, ούτε φιλάγαθης ερμηνείας αυτής έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο συντρέχει ως κληρονόμος του άνω κληρονομουμένου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.
Α.Π. 12/2000, Α.Π. 106/2019). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566§1, 577§3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος να προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 26/2022, Α.Π. 761/2020, Α.Π. 564/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απαντήσεως σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την πρότασή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος.
Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ενστάσεως, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη (Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1190/2007). Επίσης, η ένσταση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262§1 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως, όπως και της αντενστάσεως, που προβάλλεται προς κατάλυση της ενστάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γενέσεως ή ασκήσεως ή καταλύσεως του ενδίκου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής ή της ενστάσεως για τον συγκεκριμένο λόγο (Ολ.Α.Π. 472/1983).
Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 8/2001, Ολ.Α.Π. 17/1995, Ολ.Α.Π. 62/1990, Α.Π. 626/2020).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Α.Π. 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη.
Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (Α.Π. 1126/2013, Α.Π. 971/2004). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη, αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος. Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17102 και 1712 του Α.Κ. προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στον χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για τον χρόνο μετά τον θάνατο του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 του Α.Κ. .
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της καταλείψεως ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρονήσεως του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του (Α.Π. 361/2021, Α.Π. 370/2017).
Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι (Α.Π. 370/2017). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 754/2019, Α.Π. 403/2017).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 713/2020). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν απέρριψε παρά τον νόμο ως απαράδεκτο λόγο της εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με τον οποίο παραπονιόταν ότι κακώς απορρίφθηκαν ενστάσεις της από τα άρθρα 178, 281 του Α.Κ.
από το πρωτόδικο Δικαστήριο αφετέρου δε εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το άρθρο 75§2 του ν. 4182/2013 δέχθηκε ότι η αξίωσή της για αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διατάξεως της διαθήκης δεν μπορεί να ασκηθεί λόγω της παρελεύσεως της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, που επιχειρείται να στηριχθεί στο άρθρο 559 αριθμ. 14α' του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος.
Συγκεκριμένα, στο αναιρετήριο δεν περιλαμβάνεται το ακριβές περιεχόμενο του πραγματικού κάθε ενστάσεως, όπως αυτά διατυπώθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις της, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διακριβωθεί εάν οι ενστάσεις αυτές είχαν προβληθεί παραδεκτώς, οπότε, σε περίπτωση παραδεκτής επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) θα είχε υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών.
Ωσαύτως, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο σκέλος του, που επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής (απαράδεκτος) και τούτο διότι αφορά σε επικαλούμενη πλημμέλεια επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως της οποίας η κύρια αιτιολογία περί μη συνδρομής πιστώσεως αναγνωρίσεως της ακυρότητας της σχετικής διατάξεως της επίδικης διαθήκης επλήγη κατά τα ως άνω ανεπιτυχώς.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικών αιτημάτων των, καταθεσάντων προτάσεις, αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.07.2020 αίτηση της Θ. - Γ. χήρας Σ. Φ., το γένος Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5535/2019 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€) ως και στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ