Supreme Court dismisses appeal arguing common sense evidence violates law in income loss damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling on income loss damages. The appellant argued the appellate court erred by relying on general economic conditions rather than specific evidence. The court held that such reliance on common sense constitutes an unreviewable assessment of evidence, not a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the appellate court's reliance on common sense for evidence assessment is inadmissible as it concerns the reviewability of evidence evaluation rather than the application of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 735 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 735/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ζ. του Σ., 2) Δ. Μ. του Ε., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 88/2017, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-04-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 21/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ.614 επ. ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α]: ο τώρα αναιρεσείων άσκησε κατά των εναγομένων - ήδη αναιρεσιβλήτων την από 24-11-2015 και με αρ. εκθ. κατάθ.
Μει168/2015 αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε, όπως περιόρισε παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος νομιμοτόκως τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωσή του για την απώλεια των εισοδημάτων του από 1.7.2016 έως και 30.6.2017, σύμφωνα με τις στην αγωγή διακρίσεις και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν νομιμοτόκως εις ολόκληρον έκαστος, για την ίδια αιτία, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως και 30.6.2017 τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά της προκάλεσε η πρώτη των εναγομένων οδηγώντας την αναφερόμενη στην αγωγή δίκυκλη μοτοσυκλέττα της , ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων, που ήταν ασφαλισµένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντος σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα .Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ’ αριθμ. 1/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά .Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι προαναφερθέντες εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) άσκησαν την από 31.1.2017 (αρ.
κατάθ. 6/2017) έφεσή τους, κατά του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος . Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 21/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων (τώρα αναιρεσιβλήτων) , εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ` αριθμ. 1 /2017 οριστική απόφαση (όπως είχε διορθωθεί με την υπ' αρ. 88/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή , σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτήν οριζόμενα .
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 210/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 637/2017, ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 210/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 637/2017 , ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α` ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 637/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).
Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 637/2017, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί ( ΑΠ 637/2017 , ΝΟΜΟΣ) .
Εξάλλου, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 796/2020, ΝΟΜΟΣ ,ΑΠ 210/2020,ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011).
Περαιτέρω, κατ` άρθρο 324 ΚΠολΔ " δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία" ενώ, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 416/2019 , ΝΟΜΟΣ ,ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006 ).Τέλος, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/98, Δ/νη 39,303, ΑΠ 416/2019, ΝΟΜΟΣ ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ` αριθμ.83/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που είχε κρίνει επί των προηγούμενων (δεύτερης, τρίτης και τέταρτης κατά σειρά) αγωγών αποζημιώσεως που ο αυτός ενάγων - τώρα αναιρεσείων είχε ασκήσει εναντίον των αυτών εναγομένων - τώρα αναιρεσιβλήτων , από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, αναφορικά (μεταξύ άλλων) με το κονδύλιο για απώλεια των εισοδημάτων της εργασίας του αναιρεσείοντος- ενάγοντος (διαφυγόντα κέρδη) του χρονικού διαστήματος από το 2009 μέχρι και τις 30.6.2013, (το οποίο, είχε ζητηθεί με τις εκ των προηγούμενων δεύτερη και τέταρτη κατά σειρά αγωγές αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος- ενάγοντος), με την οποία υπ` αριθμ.83/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος είχε γίνει δεκτό ότι η απώλεια των εισοδημάτων του ενάγοντος - τώρα αναιρεσείοντος στον συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο που δραστηριοποιούνταν ο ενάγων (τις οικοδομές) λόγω των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 μέχρι 30-6-2013 ανερχόταν σε 1.800 ευρώ μηνιαίως .
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προαναφερθείσας υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη) που εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών α) από 15-3-2010 και με αρ.
κατάθ. ΕΜ 57/2010, β) από 22-6-2010 αρ. κατάθ. Μει 131/2010 και γ) από 2-4-2012 προηγούμενων (δεύτερης, τρίτης και τέταρτης κατά σειράν) αγωγών αποζημιώσεως του αυτού ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) εναντίον των ιδίων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, με τις οποίες ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων ζητούσε α) με την από 15-3-2010 και με αρ.
κατάθ. ΕΜ 57/2010 αγωγή του αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-2-2009 μέχρι 30-6-2010 , β) με την από 22-6-2010 και με αρ. κατάθ.Μει 131/2010 αγωγή του αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, και γ) με την από 2-4-2012 αγωγή του αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 μέχρι 30-6-2025, προκύπτει ότι με την εν λόγω υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη) έγιναν δεκτά (σε σχέση με τα ενδιαφέροντα και την παρούσα δίκη κονδύλια διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος ) τα εξής αφενός ως προς το αίτημα της ως άνω από 15-3-2010 και με αρ.
κατάθ.ΕΜ 57/2010 (δεύτερης κατά σειρά) αγωγής του ενάγοντος για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-2-2009 μέχρι 30-6-2010 , αφετέρου ως προς το αίτημα της ως άνω από 2-4-2012 αγωγής του ενάγοντος για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 μέχρι 30-6-2025: α) ότι δυνάμει της εκδοθείσας επί της, αφορώσης το αυτό ένδικο ατύχημα και τους αυτούς εναγομένους (πρώτης) αγωγής του αυτού ενάγοντος, υπ' αριθμ. 22/2012 (προγενέστερης) απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος έχει κριθεί τελεσιδίκως ότι το ένδικο ατύχημα, το οποίο είχε ως συνέπεια τον σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντος (τώρα αναιρεσείοντος), οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης (τώρα πρώτης αναιρεσίβλητης), οδηγού της με αριθμ.
… δίκυκλης μοτοσυκλέττας της, ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων (τώρα 2ου αναιρεσίβλητου), ασφαλισµένης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (τώρα τρίτης αναιρεσίβλητης) , σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτή αναλυτικά εκτιθέμενα. β) Επίσης έγιναν δεκτά με την υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (το δεδικασμένο της οποίας ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη) αναφορικά με την ανικανότητα προς εργασία του ενάγοντος λόγω του ως άνω τραυματισμού της και της για το λόγο αυτό απώλειας αποδοχών εργασίας του ενάγοντος και τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: << Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 2009 έως και την 30η Ιουνίου 2013, οπότε πρόκειται να επανεξεταστεί από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή , για την περαιτέρω κατάσταση της υγείας του.
Λαμβανομένου υπόψη ότι οι αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος για απώλεια αποδοχών μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, κατά το μέρος που αυτός δικαιούται να εισπράξει σύνταξη και ότι για το από 1-07-2013 και εντεύθεν χρονικό διάστημα δεν έχει κριθεί το ποσό που αυτός πρόκειται να εισπράξει ώστε να αφαιρεθεί αυτό κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 από τα δικαιούμενα απ' αυτόν χρηματικά ποσά αποζημίωσης , η ένδικη αγωγή κατά το μέρος της που αφορά αποζημίωση λόγω απώλειας αποδοχών για το ως άνω το από 1-07-2013 και εντεύθεν χρονικό διάστημα πρέπει ν' απορριφθεί ως ασκηθείσα πρόωρα.>>, καθώς και τα εξής ,επίσης αυτολεξεί παρατιθέμενα: <<Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής , αναλαμβάνοντας ατομικά διάφορες εργασίες, αλλά και ως εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε εργολάβους οικοδομών, ασφαλιζόμενος στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013, κατά το οποίο κατέστη ανίκανος προς παροχή εργασίας και κατά το οποίο κατά τη συνήθη και ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων με βάση την ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του θα εξακολουθούσε να εργάζεται , απώλεσε το αναλογούν στο χρονικό αυτό διάστημα εισόδημα, δηλαδή κατά μέσο όρο το ποσό των 1.800 E μηνιαίως, απορριπτομένης ως αβάσιμης στην ουσία της ένστασης που πρότεινε η τρίτη εναγομένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία "περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση και επαύξηση της ζημίας του" και επαναφέρει με λόγο εφέσεως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε τη σωματική ικανότητα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ( από 01-02-2009 έως 30-06-2013) να αναλαμβάνει έργα , χρησιμοποιώντας συνεργείο τεχνιτών ούτε ότι ανέκυψε ευκαιρία ανάληψης τέτοιου έργου την οποία απέρριψε ο ενάγων ή άλλη ευκαιρία για πραγματοποίηση έστω και ελαφριάς εργασίας που δεν απαιτεί ορθοστασία ή κινητικότητα .
Συνεπώς το ανωτέρω χρονικό διάστημα απώλεσε το συνολικό ποσό των 95.400 Ε (1.800 Ε Χ 53 μήνες). Ωστόσο ο ενάγων έλαβε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό, δηλαδή το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ σύνταξη, λόγω συνήθους αναπηρίας, από 26-04-2009 έως 30-6-2011 το ποσό των 396,68 € κατά μήνα, υποκείμενο σε κράτηση κλάδου ασθενείας 4%, καθώς και σύνταξη λόγω συνήθους αναπηρίας από 26-04-2009 έως 30-06-2011 από το ΕΤΕΑΜ το ποσό των 152,98 € κατά μήνα (βλ.
την υπ' αρ. πρωτ. …/…/…-12-2010 βεβαίωση ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ΑΓΡΙΝΙΟΥ). Ενώ για το χρονικό διάστημα από 01-07-2011 έως 30-06-2013 λαμβάνει σύνταξη μερικής αναπηρίας από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ το καθαρό ποσό των 410,72 € κατά μήνα, καθώς και σύνταξη μερικής αναπηρίας από το ΕΤΕΑΜ το ποσό των 101,98 € κατά μήνα (βλ. ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων μηνός Δεκεμβρίου 2012).
Δηλαδή, ο ενάγων έχει λάβει για τις πιο πάνω αιτίες από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ καθώς και από το ΕΤΕΑΜ για το έτος 2009 το συνολικό καθαρό ποσό των 5.113,28 €, για το έτος 2010 το συνολικό καθαρό ποσό των 7.226,78 €, για το έτος 2011 το συνολικό καθαρό ποσό των 6.470,13 €, για το έτος 2012 το συνολικό καθαρό ποσό των 8.573,86 €, ενώ για το χρονικό διάστημα μέχρι και την 30Π Ιουνίου 2013 θα έχει λάβει το συνολικό καθαρό ποσό των 3.076,20 € (βλ.
βεβαιώσεις αποδοχών για φορολογική χρήση ετών 2009, 2010 και 2011, καθώς και ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων έτους 2012). Δηλαδή συνολικά για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου του έτους 2009 έως την 30η Ιουνίου 2013 το συνολικό ποσό των (5.113,28+ 7.226,78+ 6.470,13+ 8.573,86+ 3.076,20=) 30.460,25 €. Κατά το ποσό αυτό, η αξίωση αποζημίωσης λόγω απώλειας αποδοχών του ενάγοντος έχει μεταβιβαστεί στο ΙΚΑ και ως εκ τούτου αυτός δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013, το υπόλοιπο ποσό των 64.939,75 €.
Περαιτέρω, η μερική, μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος, που συνίσταται αφενός στη διαταραχή βάδισης (χωλότητα) και αφετέρου στο άνισο του σκέλους κατά 1,5 εκατοστό περίπου του δεξιού του ποδιού, θα επιδράσουν δυσμενώς στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη. Δεδομένου δε ότι ο ενάγων ήταν ηλικίας 47 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (έτος γέννησης του 1960) και ενόψει του είδους και της έκτασης της αναπηρίας του, η κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση υπολογίζεται σε 20.000 € .
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του επιδίκασε το ίδιο ποσό, δεν έσφαλε.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η κάθε υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (64.939,75 + 20.000) 84.939,75 €, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους κονδύλιο, από την επίδοση κάθε μίας από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές και μέχρι την εξόφληση, εφόσον πρωτοδίκως δεν αποδείχτηκε από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα εκθέσεις επίδοσης, όσον αφορά την αξίωση αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ, η επίδοση της προηγούμενης αγωγής Η αποζημίωση που αφορά στην απώλεια αποδοχών επιδικάζεται ως κεφάλαιο εφάπαξ, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον δεν πρόκειται για χρηματικές δόσεις αποζημίωσης, αναφερόμενες στο μέλλον, αφού ήσαν ήδη απαιτητές κατά το χρόνο δημοσίευσης .της πρωτόδικης απόφασης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε τα ίδια ποσά στον ενάγοντα, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες (εννάγων - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία), με τους λόγους των δύο αντίθετων συνεκδικαζόμενων εφέσεών τους, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθώς και οι κρινόμενες εφέσεις στο σύνολό τους....".
Από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της, προκύπτει ότι με την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση ) έγιναν δεκτά αφενός σε σχέση με το αίτημα της ως άνω από 15-3-2010 και με αρ.
κατάθ. ΕΜ 57/2010 (δεύτερης κατά σειρά) αγωγής του ενάγοντος για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-2-2009 μέχρι 30-6-2010, αφετέρου σε σχέση με το αίτημα της ως άνω από 2-4-2012 (τέταρτης κατά σειρά) αγωγής του ενάγοντος για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 μέχρι 30-6-2025 τα εξής:
ότι 1) η από 2-4-2012 αγωγής του ενάγοντος (τώρα αναιρεσείοντος) κατά το μέρος της που αφορούσε αποζημίωση λόγω απώλειας αποδοχών για το ως άνω το από 1-07-2013 και εντεύθεν χρονικό διάστημα πρέπει ν' απορριφθεί ως ασκηθείσα πρόωρα, και ότι 2) ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013, κατά το οποίο κατέστη ανίκανος προς παροχή εργασίας και κατά το οποίο κατά τη συνήθη και ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων με βάση την ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του θα εξακολουθούσε να εργάζεται , απώλεσε το αναλογούν στο χρονικό διάστημα αυτό εισόδημα, δηλαδή κατά μέσο όρο το ποσό των 1.800 E μηνιαίως , ενώ επίσης 3) απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση που είχε προτείνει η τρίτη εναγομένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία "περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση και επαύξηση της ζημίας του " και που είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως.
Σε σχέση με τις (ενδιαφέρουσες την ένδικη αίτηση αναίρεσης) προαναφερόμενες παραδοχές της προαναφερθείσας υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση) πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω , στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, Α) η μεν απόρριψη των κονδυλίων που αφορούσαν αποζημίωση λόγω απώλειας αποδοχών για το ως άνω το από 1-07-2013 και εντεύθεν χρονικό διάστημα ως ασκηθείσας της σχετικής αξίωσης πρόωρα, δεν τέμνει τη διαφορά σε σχέση με τα κονδύλια αυτά , και ως εκ τούτου δεν παράγει δεδικασμένο ως προς τα εν λόγω κονδύλια (από 1-07-2013 και εντεύθεν) Β) η δε τελεσίδικη κρίση του ως άνω δικαστηρίου ότι ο ενάγων " ...
κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013, κατά το οποίο κατέστη ανίκανος προς παροχή εργασίας και κατά το οποίο κατά τη συνήθη και ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων με βάση την ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του θα εξακολουθούσε να εργάζεται , απώλεσε το αναλογούν στο χρονικό διάστημα αυτό εισόδημα, δηλαδή κατά μέσο όρο το ποσό των 1.800 E μηνιαίως.. " δεν παράγει δεδικασμένο για την εκ διαφυγόντων κερδών αποζημίωση του ενάγοντος για μεταγενέστερο χρόνο (ήτοι από τις 1.7.2013 και εφεξής), κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα .
Ως εκ περισσού πρέπει να τονιστεί ότι , από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της ως άνω υπ` αριθμ. 83/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση) προκύπτει ότι στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, ουδεμία συγκεκριμένη μνεία γίνεται σχετικά με τις επικρατούσες στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 μέχρι 30-6-2013 οικονομικές συνθήκες, όπως επίσης δεν γίνεται μνεία σχετικά με οιαδήποτε επίδρασή τους στα διαφυγόντα εισοδήματα του ενάγοντος, εν αντιθέσει προς τα όλως αβασίμως υπό του αναιρεσείοντος αντίθετα υποστηριζόμενα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 21/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτό, αναφορικά με το ( ενδιαφέρον την ένδικη αίτηση αναίρεσης) περιεχόμενο της ένδικης από 24.11.2015 και με αρ. κατάθ. Μει 168/2015 αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του κονδυλίου αυτής, που αφορά την απώλεια των εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από την εργασία του (διαφυγόντα κέρδη) του χρονικού διαστήματος από 1-7-2013 έως και 30-6-2027 δέχτηκε τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα στη συνέχεια :
<< 6. Από το συνδυασμό των διατάξεων..........των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914.297 και 298 ΑΚ προκύπτει η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ. ΑΠ 24/2003, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 1010/2015, 2039/2013, 5/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι κατά το άνω τροχαίο ατύχημα ο ενάγων συνεπεία των προκληθεισών σωματικών βλαβών κατέστη ανίκανος προς εργασία, κρίθηκε δε δικαιούχος πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά ποσοστό 50%- Με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου που έκριναν απαιτήσεις του ενάγοντος για προγενέστερα χρονικά διαστήματα κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγόμενη, ότι ο ενάγων υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες συνεπεία των οποίων αδυνατεί να μετέλθει την μέχρι τότε ασκούμενη ατομικά αλλά και με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας επαγγελματική του δραστηριότητα του ελαιοχρωματιστή, αντί μηνιαίων εισοδημάτων ι8οο €. Σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτίθενται οι άνω αποφάσεις δεν αποτελούν δεδικασμένο ως προς το ύφος των εισοδημάτων του ενάγοντος για το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η σε βάρος του αδικοπραξία εξακολουθεί να έχει επιζήμιες γι" αυτόν συνέπειες, καθώς η απαίτηση του αυτή δεν είχε προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά τις προγενέστερες αγωγές.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχθηκε εμμέσως ως καταλαμβανόμενο από το παραχθέν δυνάμει των πιο πάνω αποφάσεων δεδικασμένο ζήτημα (βλ. 6ο φύλλο της εκκαλουμένης, περί το μέσον) και επιδίκασε το ποσό των ι8οο € μηνιαίως έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εναγόμενοι με το δεύτερο λόγο της εφέσεως.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την εργασία αυτή μέχρι και 30.06.2027, οπότε θα συνταξιοδοτούνταν, απονεμήθηκε δε σ' αυτόν εφόρου ζωής σύνταξη αναπηρίας. Κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ο ενάγων αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα θα ασκούσε την επαγγελματική του δραστηριότητα και κατά το άνω χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 και εφεξής διαρκώς επιδεινούμενες δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1.7-2013 έως 30.6.2027), σι οποίες επέφεραν κάθετη συρρίκνωση των οικοδομικών έργων και μεγάλη ανεργία του σχετικού κλάδου, κρίνει ότι αν ο ενάγων δεν είχε απωλέσει την εργασιακή του ικανότητα λόγω του τραυματισμού του, με βάση την επαγγελματική εμπειρία που διέθετε και τον κύκλο εργασιών που είχε αναπτύξει θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο 15 ημερομίσθια αντί 50€ ημερησίως και συνεπώς μηνιαίως θα κέρδιζε το ποσό των 750 € και συνεπούς για το χρονικό διάστημα από 1.7-2013 μέχρι και 30.6.2016, ήτοι για 36 μήνες απώλεσε το ποσό των 27.000 (36 μην.
Χ 750)€. Ωστόσο, ο ενάγων για το ίδιο χρονικό διάστημα έλαβε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό, όπως συνομολογεί, το συνολικό ποσό των 11.519,25 e, κατά το οποίο η αξίωση του έχει μεταβιβασθεί αυτοδικαίως στο ΙΚΑ και ως εκ τούτου για την αιτία αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει το ποσό των 15-480.75 (27-000 - 11.519.25) €- Όσον αφορά το όμοιο αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής που καλύπτει την περίοδο από 1-7-2016 μέχρι και 30.6.2027" ήτοι 132 μήνες, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει λόγω της απώλειας των αντίστοιχων εισοδημάτων το ποσό 99-000 (132 μην.
Χ 75θ) €, από το οποίο όμως θα αφαιρεθεί το ποσό των 42.237.36 € (229.10 + 90,88 Χ 132 μην), το οποίο του καταβλήθηκε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 56.762,64- (99•οοο - 42.237.36) €. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω για την πιο πάνω αιτία πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα καταψηφιστικώς με το ποσό των 15.480,75 αναγνωριστικώς δε το ποσό των 56-762,64 μηνιαίως καταβαλλόμενο για μεν τον παρελθόντα χρόνο εφάπαξ, για δε τις μιελλοντικές παροχές το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα σε δόσεις των 430.02 € (56-762,64 : 132 = 430,02).
Κρίνοντας επομένως η εκκαλούμενη ότι ο ενάγων δικαιούται για την πιο πάνω αιτία αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, επιδικάζοντας όμως αντίστοιχα ποσά 53*28ο,75 και 276.614.82 €, έσφαλε, δεκτού γενομένου του σχετικού δεύτερου λόγου της εφέσεως....." Μετά ταύτα το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αρ. 21/2019 απόφασή του έκρινε ότι: "Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλούµενη και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να δικάσει κατ' ουσία την από 24.11.2015 αγωγή , η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιµη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα:
α) το ποσό των 15.480,75 Ε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγοµένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι και 30.6.2027, ήτοι για 132 μήνες, το ποσό των 430,02 Ε με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε παροχής................................. .............>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 21/2019 απόφασή του δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ , αντιθέτως ορθά έκρινε ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών (δεύτερης, τρίτης και τέταρτης κατά σειρά) αγωγών αποζημιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω βλάβης του σώματος και της υγείας του, Α) αποτελεί μεν δεδικασμένο για την επί της νέας (πέμπτης κατά σειρά ) αγωγής του στην δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το (αυτό) ένδικο ατύχημα, ως προς την ευθύνη του υπαιτίου, ως προς την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος και ως προς τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις ως άνω συνεκδικασθείσες (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατά σειρά) αγωγές του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013, Β) δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο ως προς την αξίωση διαφυγόντων κερδών του αυτού ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) για το μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 1-7-2013 έως και 30-6-2027 , κατά το οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά τις προγενέστερες προαναφερθείσες και κριθείσες, με την υπ' αριθμ. 83/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αγωγές .
Συνακόλουθα, αφού το παραγόμενο από την τελεσίδικη υπ' αρ. 83/2015 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου δεδικασμένο ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, δηλαδή μόνο στο χρονικό διάστημα από 01-02-2009 έως 30-06-2013 και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, δηλαδή την αξίωση του αυτού ενάγοντος κατά των αυτών εναγομένων, από το ίδιο ένδικο τροχαίο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2013 έως και 30-6-2027 καθόσον αυτή δεν είχε κριθεί, κατά τα προαναφερθέντα, επομένως , το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 21/2019 απόφασή του ορθά έκρινε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ .
Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 206/2020, ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 930 Α.Κ., η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (ΑΠ 206/2020, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020 , ΝΟΜΟΣ ).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, ΝΟΜΟΣ ).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984, ΑΠ 90/2020, ΝΟΜΟΣ ).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 90/2020, ΝΟΜΟΣ]. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ , να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 90/2020, ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 367/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση καθώς δεν έχει καθόλου αιτιολογίες , άλλως έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς , κατά τα στον ως άνω λόγο αναίρεσης εκτιθέμενα, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο ζήτημα αν υπήρξε ή όχι μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στην χώρα και ειδικά στον χώρο της οικοδομής έως 30.6.2013 και αυτών που υπήρχαν από την 1.7.2013 και εφεξής και αν η αλλαγή ήταν τόσο μεγάλη, θετικά ή αρνητικά .
Ότι το ζήτημα αυτό είναι ουσιώδες καθώς επηρεάζει ιδιαίτερα το τελικό αποτέλεσμα, ήτοι (όπως αυτολεξεί αναφέρει ο αναιρεσείων) "αν θα οφείλεται το οποιοδήποτε ποσό ή όχι και αν οφείλεται το οποιοδήποτε ποσό, αν αυτό θα είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο από το ήδη αναγνωρισθέν με ισχύ δεδικασμένου και σε τι ποσοστό.".
Ότι από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς ,δεν μπορεί να κριθεί αν η απόφαση έχει ή όχι νόμιμη βάση. Σε σχέση με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης , στην ερευνώμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση , όπως το περιεχόμενό της (κατά το μέρος που ενδιαφέρει την ένδικη αίτηση αναίρεσης) παρατέθηκε αυτολεξεί ανωτέρω, σε σχέση με τον προαναφερθέντα, περί παραβίασης δεδικασμένου, πρώτο λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχτηκε (όπως και ανωτέρω εξετέθη) ότι με τις τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, που έκριναν απαιτήσεις του αυτού ενάγοντος κατά των αυτών εναγομένων από το ίδιο ένδικο τροχαίο ατύχημα για προγενέστερα χρονικά διαστήματα, << κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγομένη, ότι ο ενάγων υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες συνεπεία των οποίων αδυνατεί να μετέλθει την μέχρι τότε ασκούμενη ατομικά αλλά και με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας επαγγελματική του δραστηριότητα του ελαιοχρωματιστή, αντί μηνιαίων εισοδημάτων 1.800 Ε.>> καθώς και ότι <<οι ως άνω αποφάσεις δεν αποτελούν δεδικασμένο ως προς το ύψος των εισοδημάτων του ενάγοντος για το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η σε βάρος του αδικοπραξία εξακολουθεί να έχει επιζήμιες γι' αυτόν συνέπειες , καθώς η απαίτησή του αυτή δεν είχε προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας , κατά τις προγενέστερες αγωγές.>> , στη συνέχεια έκρινε ότι (συνεπώς) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ,κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εμμέσως ως καταλαμβανόμενο από το παραχθέν δυνάμει των ως άνω αποφάσεων δεδικασμένο το ύψος των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος για το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η σε βάρος του αδικοπραξία εξακολουθεί να έχει επιζήμιες γι' αυτόν συνέπειες , και επιδίκασε το ποσό των 1.800 ευρώ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο, κατά τον βάσιμο σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης.
Περαιτέρω έκρινε επίσης ότι ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την εργασία αυτή μέχρι και 30.6.2027, ενώ αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα θα ασκούσε την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, (δηλαδή μέχρι και 30.6.2027) οπότε θα συνταξιοδοτείτο, απονεμήθηκε δε σε αυτόν ισόβια σύνταξη αναπηρίας .
Στη συνέχεια έκρινε επίσης , ότι <<Ωστόσο , το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 και εφεξής διαρκώς επιδεινούμενες δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1.7.2013 μέχρι και 30.6.2027), οι οποίες επέφεραν κάθετη συρρίκνωση των οικοδομικών έργων και μεγάλη ανεργία του σχετικού κλάδου , κρίνει ότι αν ο ενάγων δεν είχε απωλέσει την εργασιακή του ικανότητα λόγω του τραυματισμού του, με βάση την επαγγελματική εμπειρία που διέθετε και τον κύκλο εργασιών που είχε αναπτύξει θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο 15 ημερομίσθια αντί 50 Ε ημερησίως και συνεπώς μηνιαίως θα κέρδιζε το ποσό των 750 Ε και συνεπώς για το χρονικό διάστημα, από 1.7.2013 μέχρι και 30.6.2016, ήτοι για 36 μήνες απώλεσε το ποσό των 27.000 (36 μην.
Χ 750)Ε.>>. Ότι από το ως άνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 11.519,25 ευρώ, που συνομολογεί ο ενάγων ότι του κατέβαλε το ΙΚΑ , στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η σχετική αξίωση και να καταβληθεί στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των 15.480,75 ευρώ, νομιμοτόκως. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι το ίδιο ποσό μηνιαίως (750 ευρώ) δικαιούται ο ενάγων και για το όμοιο αναγνωριστικό αίτημά του, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι και 30.6.2027 , ήτοι για 132 μήνες .
Ότι από το ως άνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 42.237,36 ευρώ ,που καταβλήθηκε στον ενάγοντα από το ΙΚΑ, στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η σχετική αξίωση και να αναγνωρισθεί συνεπώς η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των 56.762,64 ευρώ, καταβαλλόμενο εν μέρει εφάπαξ και εν μέρει σε δόσεις, κατά τα στην ως άνω απόφαση αναλυτικά προσδιοριζόμενα.
Ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από το ένδικο τροχαίο ατύχημα ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ κατά το μέρος που επιδίκασε αντίστοιχα τα μείζονα των προαναφερόμενων ποσά των 53.280,75 ευρώ και 276.614,82 ευρώ αντιστοίχως έσφαλε, δεκτού γενόμενου του σχετικού δεύτερου λόγου έφεσης.
Μετά ταύτα το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αρ. 21/2019 απόφασή του έκρινε ότι η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούµενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσία την από 24.11.2015 αγωγή , δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιµη, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, νομιμοτόκως, τα στην προσβαλλόμενη αναγραφόμενα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγοµένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, σύμφωνα με τα στην εν λόγω απόφαση αναφερόμενα, τα στην προσβαλλόμενη αναγραφόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε παροχής.
Από το προαναφερθέν περιεχόμενό της (που έχει παρατεθεί ανωτέρω αυτολεξεί στο σκεπτικό της παρούσης που αφορούσε τον πρώτο λόγο αναίρεσης αυτολεξεί) προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς , χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκ των οποίων και το ύψος του ποσού που δικαιούται να λάβει ο ενάγων ως αποζημίωση, για το εισόδημα που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία, οι δε προαναφερόμενες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες της προσβαλλόμενης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 914, 929 και 930 ΑΚ .
Συγκεκριμένα κρίνοντας όπως ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολόγησε συνοπτικά αλλά εμπεριστατωμένα αφενός μεν το ουσιώδες ζήτημα εάν ο ενάγων δικαιούται ή όχι αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από το ένδικο τροχαίο ατύχημα για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2013 έως 30.6.2027, αφετέρου το επίσης ουσιώδες ζήτημα του ύψους της εν λόγω μηνιαίας αποζημίωσης, την οποία προσδιόρισε σε 750 ευρώ μηνιαίως, λαμβάνοντας υπ' όψη τις επικρατούσες στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 και εφεξής διαρκώς επιδεινούμενες δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1.7.2013 μέχρι και 30.6.2027), οι οποίες επέφεραν κάθετη συρρίκνωση των οικοδομικών έργων και μεγάλη ανεργία του σχετικού κλάδου, την επαγγελματική εμπειρία που διέθετε ο ενάγων και τον κύκλο εργασιών που είχε αναπτύξει, υπολογίζοντας τον μεν μέσο όρο της μηνιαίας απασχόλησης που θα πραγματοποιούσε ο ενάγων, εάν δεν είχε συμβεί ο τραυματισμός του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, στα 15 ημερομίσθια μηναίως , το δε ύψος της ημερήσιας αμοιβής του για την εργασία του σε 50 Ε ημερησίως.
Σημειωτέον ότι, όπως και ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης εξετέθη, για την επιδίκαση από το Δικαστήριο της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), λόγω απώλειας των εισοδημάτων από την εργασία, την οποία, αν δεν είχε λάβει χώρα η επίδικη αδικοπραξία, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον, δεν απαιτείται βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και ότι τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση Α) δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, δεν συγκρούονται μεταξύ τους και δεν αλληλοαναιρούνται, ενώ δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης ότι διαφοροποιήθηκε στην κρίση της σε σχέση με το ύψος των μηνιαίων διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος σε σχέση με προγενέστερη απόφαση, που είχε κρίνει επί διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος για διαφορετικό χρονικό διάστημα, και που, κατά την κρίση της αυτή, δεν αποτελούσε δεδικασμένο για το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, όπως και ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη .Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, Β) δεν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ,αφού περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω , με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι , ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο για να οδηγηθεί στην κρίση του περί του ύψους του διαφυγόντος μηνιαίου εισοδήματος του ενάγοντος από την 1.7.2013 και εφεξής , έλαβε υπ' όψη του "τις επικρατούσες στην Ελλάδα μετά το έτος 2009 και εφεξής διαρκώς επιδεινούμενες δυσμενέστατες οικονομικές συνθήκες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ( από 1.7.2013 μέχρι και 30.6.2027), οι οποίες επέφεραν κάθετη συρρίκνωση των οικοδομικών έργων και μεγάλη ανεργία του σχετικού κλάδου ", δηλαδή, κατά τον αναιρεσείοντα , δεν βασίστηκε σε κάποιο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο , αλλά βασίστηκε τελικά στα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία όμως οι οικονομικές συνθήκες δεν μεταβάλλονται τόσο ακραία από την μία ημέρα στην άλλη, δεν δικαιολογεί ωστόσο το Εφετείο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την μεγάλη απόκλιση από τα κριθέντα με την (προαναφερθείσα και προγενέστερη ) υπ' αρ. 83/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Στερεάς Ελλάδας σε σχέση με το ύψος της επιδικασθείσας στον ενάγοντα μηνιαίας αποζημίωσης για τα διαφυγόντα εισοδήματά του.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). ), σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης αναφερθέντα.
Επομένως , με βάση τα προεκτεθέντα ο ως άνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος . Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη από 16-4-2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε` του ΚΠολΔ). Τέλος ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις , κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2019 αίτηση αναίρεσης του Σ. Κ. του Χ. κατά της υπ' αριθμ. 21/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ