Legislator Case Law & Legislation
735/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against First Instance Court for failure to consider debtor's fraud argument regarding loan default.

Case Number 735/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, ordering the case to be remanded for retrial. The appellant argued that the debtor committed fraud by taking loans without proving financial need, a claim the lower court ignored. The Court found this omission a valid ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure, as it fundamentally affected the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 580, 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court fails to examine a substantive argument raised by the appellant that significantly influences the judgment, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
failure to examine argument fraudulent loan acquisition appellant's substantive claim remand for retrial Code of Civil Procedure omission of evidence financial default dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 735 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 735/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ρούσσου και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2013 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ….48Δ', ….50Δ'/10-7-2018 και …46Δ'/9-7-2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, που έχει έδρα του το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 8-3-2018 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 47/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-2-2019), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα: 1) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", 2) στην τέταρτη αναιρασίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και 3) στην πέμπτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... A.E.". Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Aδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 75/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών είναι 46 ετών και έως την 25-10-2012 εργαζόταν ως σωφρονιστικός δημόσιος υπάλληλος (φύλακας φυλακών Κορίνθου), οπότε συνταξιοδοτήθηκε, οι δε καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, κατά το χρόνο αποχώρησης από την άνω εργασία ανήρχοντο στο ποσό των 775,17 ευρώ, πλέον των ποσών 112,03 και 115.22 ευρώ που παρεκρατούντο έναντι δανείου από το δεύτερο προσθέτως παρεμβαίνον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, και του ποσού των 169,41 ευρώ, που παρεκρατείτο έναντι δανείων από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

Από τον άνω χρόνο (25-10-2012), που είναι συνταξιούχος, και μέχρι το Σεπτέμβριο 2013, δεν ελάμβανε σύνταξη, αφού, για πρώτη φορά λαμβάνει τμήμα αυτής (προσωρινή σύνταξη) εκ 568,58 ευρώ, από τον Οκτώβριο του 2013, πρόκειται δε το συνολικό ποσό αυτής (σύνταξης) να ανέλθει, κατά τους επόμενους μήνες, στα 1.050 ευρώ μηνιαίως περίπου.

Είναι έγγαμος με την Α. - Ά. Μ. Τ., 45 ετών, με την οποία έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας σήμερα 11 και 8 ετών, και η οποία μέχρι τον Ιανουάριο του 2013, εργαζόταν ως καθηγήτρια αγγλικών, σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, λαμβάνουσα μέχρι τον Ιούνιο 2012, το ποσό των 554,40 ευρώ μηνιαίως, έκτοτε δε μειώθηκε ο μισθός της κατά 22% και τον Ιανουάριο του 2013 απελύθη από την εργασία της.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, στον εφεσίβλητο έχουν χορηγηθεί τα εξής δάνεια:

Α) Από το "... ΑΤΕ", το οποίο διαδέχθηκε το " ... ΑΤΕ", καθολικός διάδοχος του οποίου, διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση, είναι η εκκαλούσα "... A.E."

1) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-50-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-96), στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 14-8-2013, το ποσό των 6.479,61 ευρώ,

2) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-50-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-96), στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 33.972,39 ευρώ,

3) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-50-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-42) στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 14-8-2013, το ποσό των 3.872,57 ευρώ,

4) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-50-0 σύμβασης στεγαστικό δάνειο (λογαριασμός ...-...-42), με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 57.534,30 ευρώ,

5) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-52-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-85), στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 4.400,57 ευρώ,

6) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-52-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-85), στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 23.243,93 ευρώ,

7) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-52-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-30), στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 2.649,45 ευρώ,

8) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-52-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-30), στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 39.366,16 ευρώ,

9) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-3418-0 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-89) στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 14-8-2013, το ποσό των 1.054,39 ευρώ και

10) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-3418-8 σύμβασης (λογαριασμός ...-...-89), προεγκεκριμένο δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 14-8-2013, το ποσό των 23.177,79 ευρώ. Οι ως άνω υπ' αριθμ. 5, 6, 7 και 8 απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης, που έχουν εγγραφεί στις 31-8-2005, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ….8 και αριθμό …..7, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2494/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, επί της κύριας κατοικίας του εφεσιβλήτου, που θα περιγραφεί κατωτέρω.

Β) Από το δεύτερο προσθέτως παρεμβαίνον ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ το με αριθμό λογαριασμού ...577 στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής, στις 6-8-2013, το ποσό των 13.513,20 ευρώ.

Γ) Από την πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα "... ΑΕ"

1) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...80 σύμβασης, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής, στις 5-8-2013, το ποσό των 4.620,41 ευρώ,

2) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...84 σύμβασης, στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 5-8-2013, το ποσό των 20.092,54 ευρώ και

3) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...81 σύμβασης, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής, στις 5-8-2013, το ποσό των 43.239,44 ευρώ.

Δ) Από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη "... AE", δυνάμει της υπ' αριθμ....34000 σύμβασης, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 31-7-2013, το ποσό των 3.598,82 ευρώ.

Ε) Από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη "...", δυνάμει της υπ' αριθμ. ...9000 σύμβασης, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 6-8-2013, το ποσό των 3.891,38 ευρώ. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, μέχρι τον Οκτώβριο του 2012, που ο εφεσίβλητος συνταξιοδοτήθηκε, τα ετήσια εισοδήματά του ανήρχοντο, κατά τα οικονομικά έτη 2011, 2012 και 2013, στα ποσά των 22.689,43 ευρώ, 20.643,68 ευρώ και 16.031,03 ευρώ, αντιστοίχως, της δε συζύγου του στα ποσά των 4.101,97 ευρώ, 4.676,57 ευρώ και 3.561,55 ευρώ, αντιστοίχως, ήταν δε αυτός συνεπής στις καταβολές του κύριου όγκου των χρεών του, τα οποία σήμερα, κατόπιν μείωσης του εισοδήματός του και της μείωσης της συνεισφοράς στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας της συζύγου του, λόγω της ανεργίας της τελευταίας, δεν δύναται να αντιμετωπίσει, ευρισκόμενος σε διαρκή και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

Συντρέχουν, επομένως στο πρόσωπο του εφεσιβλήτου οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει, κατ' αρχήν, με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιστωτές του, επί πενταετία, που θα αρχίζουν αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4161/2013.

Καθόσον αφορά ειδικότερα το περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένης υπόψη της προοπτικής της μελλοντικής βελτίωσης των οικονομικών της οικογένειας, ήτοι ότι σύντομα ο αιτών θα λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξή του, η δε σύζυγός του δύναται να ανεύρει σύντομα εργασία ισότιμη και ισάξια με την προηγούμενη και να συνεισφέρει στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας, τα οποία ανέρχονται στα 900 ευρώ μηνιαίως, το προς διάθεση στις άνω πιστώτριες ποσό ανέρχεται στα 300 ευρώ μηνιαίως.

Το συνολικό ποσό των οφειλών του εφεσιβλήτου ανέρχεται σε 284.706,95 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την υπ' αριθμόν καταθέσεως ειρηνοδικείου 2/2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 65/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 4-10-2013 (με αριθμό κατάθεσης 187/2013) αίτησή του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Κρίνοντας έτσι το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αιτών - α' αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές του, εξαιτίας της μείωσης του εισοδήματός του λόγω της συνταξιοδότησής του στις 25-10-2012, της λήψεως από το μήνα Οκτώβριο 2013 προσωρινής σύνταξης 568,58 ευρώ, που πρόκειται να ανέλθει τους επόμενους μήνες στο ποσό των 1.050 ευρώ, έναντι των απολαβών των 1.171,83 ευρώ, που ελάμβανε πριν από τη συνταξιοδότησή του, και λόγω της μείωσης της συνεισφοράς της συζύγου του στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς του εξαιτίας της απώλειας της θέσης εργασίας της ως καθηγήτριας αγγλικών, σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών.

Στη συνέχεια, ενώ δέχεται ότι πρόκειται να βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογενείας του αιτούντος, καθόσον ότι ο αιτών θα λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξή του και η σύζυγός του δύναται να ανεύρει σύντομα εργασία ισότιμη και ισάξια με την προηγούμενη και να συνεισφέρει στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας, δεν αξιολογούνται τα περιστατικά αυτά σε σχέση με τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, προκειμένου να προσδιοριστεί η ρευστότητά του και να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή της ρευστότητάς του με τις δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και τις δαπάνες για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αιτών - α' αναιρεσίβλητος μπορεί να ικανοποιήσει τις δαπάνες αυτές, ώστε να μην περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και επομένως να μη υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Από τις διατάξεις του προπαρατεθέντος άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ.

α' του άρθρου 1 του ν. 3860/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και για αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

Η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόφη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη αυτή (άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγμα" επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο κύριος και πρόσθετος λόγος έφεσης, με το οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και περιέχει παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου η εκ των καθών η αίτηση "... Α.Ε." και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - α' αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, με την οποία ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι "ο αιτών προέβη στον δανεισμό αναζητώντας συνεχώς πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα, επιλέγοντας να συμπληρώσει το εισόδημά του με αυτά, γεγονός που θεμελιώνει πέραν πάσης αμφιβολίας την εκ δόλου περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών του.

Ο αιτών δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι σε περίπτωση που καλείτο να καταβάλει τα ποσά που έχει δανεισθεί δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σύμφωνα με την εισοδηματική του κατάσταση και τις βιοτικές του ανάγκες και χωρίς μάλιστα τις δυσμενείς συνέπειες της οικονομικής συγκυρίας. Παρά ταύτα και εν γνώσει αυτών και κυρίως της οικονομικής του δυνατότητας ο αιτών προέβη χωρίς να υπάρχει ή να αποδεικνύει κάποια έκτακτη οικονομική ανάγκη στη λήψη των ανωτέρω δανειακών προϊόντων...".

Τον ισχυρισμό αυτόν (ένσταση), τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, επανέφερε η ως άνω καθής η αίτηση - αναιρεσείουσα στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με τον τέταρτο λόγο έφεσης. Πλην, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν ερεύνησε και δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με τον ανωτέρω λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων, από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, λόγων (τρίτου και τετάρτου), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο της πληττόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. ε' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 75/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ