Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific evidence items in civil judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding property rights. The appellant argued the lower court erred by not explicitly listing every piece of evidence considered, citing procedural violations. The court ruled that general references to evidence categories suffice and that the appellant's claims regarding substantive law abuse were procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court is obligated to consider all evidence presented but need not list each item individually, requiring only general mention of evidence types, with specific exceptions for expert reports and witness testimonies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 735 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 735/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ν. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βρόντο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Κελαϊδίτου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2675/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2116/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2116/14 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την ερήμην του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος εκδοθείσα 2675/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, για αναγνώριση της νομής της στα αναφερόμενα σ’ αυτήν κινητά, δέχτηκε την αγωγή.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/13), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 238, 270, 524 και 528 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, στην κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, ενώπιον του εφετείου προφορική συζήτηση, είναι παραδεκτή, έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, η προσκόμιση ένορκων βεβαιώσεων μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, όμως, τέτοιοι δεν είναι οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 596/6.11.2013 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Καρδίτσας, ληφθείσα μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτός προσκόμισε με την προσθήκη των προτάσεών του έως την 12η ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο λόγος κατά το παραπάνω μέρος του είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αόριστος. Τούτο, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο, αν η επίμαχη ένορκη βεβαίωση προσκομίστηκε για την αντίκρουση αυτοτελών, ασκούντων έννομη επιρροή ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και σε καταφατική περίπτωση ποιων, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο Εφετείο. Τέτοιοι δε δεν μπορούσαν να είναι οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί της, ενώ όπως προκύπτει και από την επισκόπηση της προσθήκης των έγγραφων προτάσεών του στο Εφετείο, δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτές επίκληση, ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση προσκομίστηκε για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Στην υπό κρίση υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 7-7-2008 στη Θεσσαλονίκη η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη πώλησε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, συνταγέντος του με ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, τα παρακάτω γεωργικά μηχανήματα ήτοι έναν γεωργικό ελκυστήρα ... , με αριθμό πλαισίου...ένα γεωργικό ελκυστήρα ..., με αριθμό πλαισίου..., αρ.
κιν... με κουβά και ένα άροτρο ΜF 710 A... με ρόδα, με αρ. πλ.300 με παρακράτηση της κυριότητας και πίστωση του τιμήματος. Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 250.000 ευρώ και με την αναλογία του από 19% ΦΠΑ ύψους 47.566 ευρώ η συνολική οφειλή του εναγομένου ανήλθε στο ποσό των 297.916,50 ευρώ. Έναντι του τιμήματος αυτού, ο εκκαλών κατέβαλε το ποσό των 57.849, 50 ευρώ ως προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εκ 240.067 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε επτά δόσεις για τις οποίες ο εκκαλών αποδέχθηκε αντίστοιχες συναλλαγματικές λήξεως την 30-9-2009 συν/κή ποσού 35.000 ευρώ, την 30-5-2010 συν/κή ποσού 47.567 ευρώ, την 30-1-2011 31. 500 ευρώ, την 30-1-2012 συν/κή ποσού 31.500 ευρώ, την 30-1-2013 συν/κή ποσού 31.500 ευρώ, την 30-1-2014 συν/κή ποσού 31.500 ευρώ και την 30-12-2014 συν/κή ποσού 31.500 ευρώ.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι για την εξασφάλιση της πωλήτριας η πώληση των άνω γεωργικών μηχανημάτων συμφωνήθηκε με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας, με την έννοια της διατήρησης από την τελευταία της κυριότητας και νομής των πωληθέντων μέχρι την εμπρόθεσμη και ολοσχερή αποπληρωμή του οφειλόμενου τιμήματος.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση "μη εμπρόθεσμης καταβολής από τον εκκαλούντα έστω και μίας δόσης ή μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης ή παράβαση οποιουδήποτε όρου του παρόντος συμβολαίου, η Εταιρία δικαιούται ή α) να απαιτήσει την καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου τιμήματος ή β) να υπαναχωρήσει από την σύμβαση ασκώντας τα εκ της κυριότητος δικαιώματα της και να προβεί σε αφαίρεση του μηχανήματος από τα χέρια του αγοραστή και κάθε τρίτου κατά τη διαδικασία των άρθρων 686, 733, 784 ΚΠολΔ".
Ο εκκαλών, μολονότι παρέλαβε από την πωλήτρια τα άνω μηχανήματα και τα έχει μέχρι την άσκηση της αγωγής στην κατοχή του, υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας. Ειδικότερα, ο εκκαλών δεν κατέβαλε το ποσό των 97.727 ευρώ, περίπου 100.000 ευρώ οφείλει καταθέτει η μάρτυς αποδείξεως, και συγκεκριμένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, χωρίς να αντικρούονται από τον εναγόμενο, ο τελευταίος δεν κατέβαλε τη δόση της 30-5-2010 ύψους 47.567 ευρώ, τη δόση της 30-1-2011 ύψους 31.500 ευρώ, και μέρος των δόσεων της 30-9-2009 συνολικού ποσού 18.660 ευρώ.
Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής του εκκαλούντος η εφεσίβλητη υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση με την άσκηση κατ’ αυτού, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, της από 1-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης ...2011 αίτησης, με την οποία ζητούσε αυτή να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας των άνω γεωργιών μηχανημάτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της τα αποδώσει.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του εκκαλούντος η μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη 8218/2011 απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η εφεσίβλητη προσωρινά νομέας των πωληθέντων ως άνω γεωργικών μηχανημάτων και υποχρεώθηκε ο εκκαλών στην απόδοση της νομής τους. Ο τελευταίος όμως δεν προέβη στην απόδοση των πωληθέντων προσβάλλοντας έτσι παράνομα την νομή της εφεσίβλητης δι’ αποβολής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη να αναγνωρισθεί η ενάγουσα νομέας των παραπάνω γεωργικών μηχανημάτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της τα αποδώσει...". Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα τα υπόλοιπα (εκτός από την παραπάνω αναφερθείσα ένορκη βεβαίωση) μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο 4274/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η οποία ανέστειλε την εκτέλεση της 8218/2011 απόφασής του), που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και φέρεται αγνοηθείσα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω δικαστική απόφαση, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ είχε επιλέξει την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, στη συνέχεια επέλεξε να απαιτήσει το υπόλοιπο του οφειλόμενου τιμήματος, παραλαμβάνοντας, στις 16/11/2011, 5.000 ευρώ μετρητά και πέντε επιταγές ποσού 5.000 ευρώ εκάστη και με την υπόσχεση, ότι θα καταβαλλόταν και ποσό 10.000 ευρώ τον Ιούνιο του 2012, με αποτέλεσμα να αποκλείεται το δικαίωμα αυτής για υπαναχώρηση από τη σύμβαση.
Όμως, επί του ανωτέρω ισχυρισμού το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής ισχυρίζεται, ότι η ενάγουσα πωλήτρια επέλεξε ήδη το δικαίωμα να απαιτήσει το υπόλοιπο του οφειλόμενου τιμήματος, με συνέπεια να έχει επέλθει συγκέντρωση και να απωλέσει έτσι αυτή το δικαίωμα για υπαναχώρηση η γενομένη δε από αυτή δεν επέφερε τα αποτελέσματα της.
Ειδικότερα ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι στις 16-11-2011 η ενάγουσα δέχθηκε και έλαβε από αυτόν έναντι του οφειλομένου τιμήματος πέντε επιταγές ποσού 5.000 ευρώ εκάστη, που είχαν εκδοθεί από την εταιρία με την επωνυμία ... Ο.Ε., ότι κατέβαλε επίσης το ποσό των 5.000 ευρώ και υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλε στην τελευταία τον Ιούνιο του 2012 το ποσό των 10.000 ευρώ.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως εκτίθεται, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο γιατί η παράδοση των άνω επιταγών δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του αρθ. 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα αρθ. 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής και ο εναγόμενος δεν επικαλείται εν προκειμένω ότι πληρώθηκαν οι επιταγές αυτές όταν εμφανίσθηκαν για πληρωμή, ώστε να επέλθει έτσι απόσβεση τη παλιάς ενοχής.
Επίσης ο εναγόμενος δεν επικαλείται ότι οι επιταγές αυτές συνιστούν υπόσχεση αντί καταβολής, και ότι εκδηλώθηκε σαφής βούληση των διαδίκων για απόσβεση της παλιάς ενοχής". Όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ρητώς αναφέρθηκε στο επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, συγκροτούμενο από τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο περιστατικά και ανεξάρτητα από την γενόμενη (ορθή ή εσφαλμένη) υπαγωγή τούτων, τον απέρριψε, ως αόριστο.
Συνεπώς, η αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Κατά δε την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει, είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ’ ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Στην ένδικη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την έφεσή του, προκειμένου να στοιχειοθετήσει ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυρίστηκε: "Ουχί ορθώς, ουδέ νομίμως η εφεσίβλητη συζήτησε τη συγκεκριμένη υπόθεση, αφού με την επιλογή της παραλαβής των ανωτέρω επιταγών και χρημάτων και τη συμφωνία καταβολής ποσού 10.000,00 ευρώ τον Ιούνιο 2012, έδωσε την πεποίθηση σ’ εμένα ότι ρυθμίστηκε το θέμα που έχουμε μεταξύ μας, από τη σύμβαση αγοραπωλησίας που καταρτίσαμε και ότι δε συνέχιζε την υπόθεση.
Εκτός αυτού του γεγονότος η εφεσίβλητη όλως καταχρηστικώς υπερέβαλε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιαυτό έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, και πρέπει να εξαφανισθεί, να συζητηθεί εκ νέου και ν’ απορριφθεί η αγωγή της". Επίσης, στην αρχή της εφέσεώς του εξέθετε, ότι η αναιρεσίβλητη ουχί ορθώς, ουδέ νομίμως δηλώνει υπαναχώρηση από τη σύμβαση, που φέρεται να έλαβε χώρα, στις 25/5/11, αλλά μεταξύ του διαστήματος από 2/11/2011 και 14/12/2011 και δη στις 16/11/2011, βρέθηκε στη θέση να επιλέξει μεταξύ "συνέχισης δηλώσεως υπαναχώρησης" και ρύθμισης της κατάστασης και επέλεξε τη ρύθμιση της κατάστασης, με το να δεχτεί τις επικαλούμενες επιταγές και μετρητά, καθώς και υπόσχεση καταβολής μετρητών τον Ιούνιο 2012.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, κατά το μέρος που συνάπτονται με το ότι η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) "συζήτησε τη συγκεκριμένη υπόθεση", απαραδέκτως προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως. Τούτο, διότι επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η συζήτηση της αγωγής, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ 458/2000, ΑΠ 1006/1999).
Κατά δε το υπόλοιπο μέρος τους, και στο βαθμό που θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι γίνεται επίκληση μεταγενέστερης συμφωνίας των διαδίκων προς άρση των αποτελεσμάτων της ήδη ασκηθείσας υπαναχώρησης, συναπτόμενοι με επίκληση κατάλυσης των έννομων συνεπειών της γενόμενης υπαναχώρησης (και εντεύθεν ανυπαρξίας δικαιώματος), τούτο δεν ανήκει στο πραγματικό της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά συνιστά περιεχόμενο διαφορετικού, αυτοτελούς ισχυρισμού, κατά την πραγματική και νομική του θεμελίωση.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε τους ισχυρισμούς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμους, είναι, κατά τα λοιπά, αβάσιμες. Τέλος, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο γίνεται αόριστη αναφορά στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η επίμαχη αναιρετική πλημμέλεια αφορά ελλείψεις στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, περί των οποίων δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση.
Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/3/2015 αίτηση του Ν. Η., για αναίρεση της 2116/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ