Legislator Case Law & Legislation
735/2016 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property rights of Jewish refugees under specific historical laws.

Case Number 735/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a lower court ruling that rejected the State's claim to property rights over an apartment. The State argued that the property belonged to Jewish refugees and should revert to the State under specific laws enacted during and after World War II. The court held that the lower court correctly applied these historical statutes and found no legal error in its reasoning or application of the relevant provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 846/1946; B.D. 29/3-1949: The State's claim to property rights of Jewish refugees is governed by specific historical laws, and a lower court's application of these statutes without error precludes appellate review.

Keywords

AI generated
State property rights Jewish refugees historical legislation property restitution appeal dismissal civil procedure legal succession

Cited Legislation

AI generated
Art. 846/1946
B.D. 29/3-1949
Art. 4 of Law 1977/1944
Art. 2 of Law 2/1944
Art. 5 of Law 808/1945
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 343/1982
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 735 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 735/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: νπδδ με την επωνυμία "...", με έδρα στην …, νομίμως εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φλώρα Κοντομαρίνου - Παπαδοπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 196/2014 Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 30-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 25-1-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο μόνο του α.ν. 846/1946 "περί καταργήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους επί των εκκειμένων Ισραηλιτικών περιουσιών" ορίσθηκε στη μεν παράγραφο 1 ότι "επί κληρονομιών ... Ελλήνων υπηκόων, απολεσθέντων κατά την διάρκειαν του πολέμου, συνεπεία των φυλετικών διωγμών εκ μέρους του εχθρού, εφ’ όσον ούτοι δεν κατέλιπον εκ διαθήκης κληρονόμους ή συγγενείς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του νόμου 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", αι δε σχολάζουσαι κληρονομίαι περιέρχονται εις ιδρυθησόμενον δια Β.Δ/τος νομικόν πρόσωπον, όπερ θα έχει ως σκοπόν την περίθαλψιν και αποκατάστασιν των ...

της Ελλάδος", στη δε παράγραφο 2 ότι " δια Β.Δ/των εκδοθησομένων προτάσει των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι εφαρμογής του παρόντος". Σε εκτέλεση του άρθρου αυτού, εκδόθηκε το Β. Δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 "περί ιδρύσεως ...", με το άρθρο 5 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το διοικητικόν συμβούλιον αυτού διοικεί πάσας εν γένει τας υποθέσεις του Οργανισμού, διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην και γενικώς υποκαθίσταται εις όλα τα δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, νομής ή οιαδήποτε άλλα, υφιστάμενα υπέρ του τέως δικαιούχου της εγκαταλελειμμένης περιουσίας (Α.Π.343/1982).

Περαιτέρω, για τη διαχείριση αυτή εξακολούθησαν να ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ως άνω β.δ/τος, "αι αφορώσαι την υπό του Δημοσίου διαχείρισιν των εγκαταλελειμμένων ... περιουσιών... διατάξεις των Ν. 2/1944, 377/1945 και 808/1945". Όμως, οι διατάξεις αυτές, μετά την ίδρυση του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως ...

Ελλάδος, "ισχύουν εφεξής υπέρ του Οργανισμού αυτού" και όχι υπέρ του Δημοσίου, δεδομένου ότι κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "αι διαχειριζόμεναι εγκαταλελειμμένας ... περιουσίας Δημόσιαι Υπηρεσίαι, Οργανισμοί και οιαδήποτε νομικά και φυσικά πρόσωπα, οφείλουν να παραδώσουν εις την Διοίκησιν του Οργανισμού τα υπό την διαχείρισιν αυτών περιουσιακά στοιχεία, ως και παν σχετικόν έγγραφον", εντός προθεσμίας "μη δυναμένης να υπερβή το τρίμηνον".

Συναφώς, επίσης, ορίζεται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 8 ότι "αι διατάξεις των ανωτέρω νόμων (2/1944, 377/1945 και 808/1945), στο μέτρο που αφορούν την εις τους επανεμφανιζομένους Ισραηλίτας, επιτρόπους, επιμελητάς αυτών κλπ. απόδοσιν των μεσεγγυημένων ή άλλως παρακρατουμένων ισραηλιτικών περιουσιών, δεν μεταβάλλονται δια του παρόντος".

Η ισχύς τους αυτή περιορίζεται όμως στο πλαίσιο της σχέσης των εν λόγω προσώπων όχι πλέον με το Δημόσιο κλπ., αλλά με το μόνο πλέον αρμόδιο για τα ζητήματα αυτά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που είναι ο ιδρυθείς με το β. δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 (κατ’ εξουσιοδότηση του α.ν. 846/1946) "...". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των νόμων 2/1944 (άρθρ. 1 και 2 παρ. 3 εδ.

β) και 808/1945 (άρθρ.2) σαφώς συνάγεται ότι ο ιδρυθείς ...., υποκατασταθείς στη θέση του Δημοσίου, ως προς τη διαχείριση των εγκαταλελειμμένων ισραηλιτικών περιουσιών και το κατά το ν. 2310/1920 κληρονομικό δικαίωμα του Κράτους, επιλαμβάνεται της διαχειρίσεως μέχρις αποδόσεώς των στους δικαιούχους, ως εντολοδόχος αυτών.

Προκειμένου δε περί περιουσιών ανηκουσών σε αποβιώσαντες, ο Οργανισμός ενεργεί υπό την αυτήν ιδιότητα, δηλαδή ως αντιπρόσωπος των κληρονόμων μέχρι της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας των τριών μηνών, δυναμένης να παραταθεί επί εξάμηνο, από τη δημοσίευση του διατάγματος, προς υποβολή αιτήσεως υπό των προβαλλόντων κληρονομικά δικαιώματα ή της απορρίψεως αυτής ως προφανώς αβάσιμης υπό του διοικητικού συμβουλίου του, μη έχων πρότερον νομή ιδίω ονόματι επί των κληρονομιαίων και μη δυνάμενος, προ της παρελεύσεως της προθεσμίας αυτής, να αρχίσει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή αντιτακτέα κατά του κληρονόμου.

Μόνο, επομένως, από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας άπρακτης, ήτοι χωρίς την υποβολή αιτήσεως ή την απόρριψή της ως αβάσιμης, ο Οργανισμός έρχεται εκ του νόμου να νέμεται ως κληρονόμος (pro herede) την περιουσία αυτή που βρίσκεται στην κατοχή του, παύοντας έκτοτε να τη διαχειρίζεται στο όνομα και για λογαριασμό των κληρονόμων του απολεσθέντος ισραηλίτη, έλληνα υπηκόου, αξιών υπέρ εαυτού κληρονομικό δικαίωμα.

Σε ό,τι αφορά την εκ του νόμου περιέλευση των ως άνω σχολαζουσών κληρονομιών στον .... κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του α.ν. 846/1946 και του β.δ. της 29/29 Μαρτίου 1949, γίνεται δεκτό ότι ο δυνάμει των ως άνω διατάξεων ιδρυθείς .... θεωρήθηκε ως υποκατάστατος κληρονόμος των κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου απολεσθέντων και μη καταλιπόντων εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους ... (βλ.Α.Π.511/1978).

Δηλαδή, ο .... καθίσταται κληρονόμος εκ του νόμου των εν λόγω προσώπων, "αντί" του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα καλείτο στην κληρονομία τους κατά το μη εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 12 ν. 2310/1920. Το δικαίωμά του αυτό, ως ex lege κληρονόμου, δεν μπορεί να αντιτάξει ο .... μόνο έναντι των τυχόν εκ των υστέρων (μετά την κατά το άρθρο 7 του β.δ.

της 29/29-3-1949 διαδικασία) εμφανιζόμενων κληρονόμων των ... που χάθηκαν κατά τα χρόνια του φυλετικού διωγμού τους (άρθρα 7 παρ.3 και 8 παρ. 1 και 3 του ίδιου β.δ/τος). Το εκ του νόμου κληρονομικό αυτό δικαίωμα του .... είναι όμως αντιτάξιμο έναντι κάθε άλλου προσώπου και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου καταργήθηκε, με τις προαναφερόμενες διατάξεις, το γενικώς αναγνωριζόμενο σε αυτό εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα.

Σε ό,τι αφορά τη νομή του .... επί των πραγμάτων (κινητών και ακινήτων), που ανήκουν στις κατά τα ως άνω περιερχόμενες σε αυτόν κληρονομικές περιουσίες, αυτή αναγνωρίζεται ρητά και στο προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ.1 του β.δ. 29/29-3-1949 ("το διοικητικόν συμβούλιον αυτού...διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον Οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην...") και στο άρθρο 7 παρ. 2 του ίδιου β.δ/τος ("...

Ο Οργανισμός επιλαμβάνεται της νομής και διαχειρίσεως της εγκαταλελειμμένης περιουσίας"). Πρόκειται, δηλαδή, για αναγνωριζόμενη ευθέως από το νόμο νομή, ανεξαρτήτως φυσικού επί του πράγματος εξουσιασμού (πλασματική νομή), η οποία είναι αντιτάξιμη έναντι όλων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι μια οικοδομή που βρίσκεται στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου στη θέση "..." με καλυμμένο χώρο 96 τμ, ακάλυπτο χώρο 152 τμ, το οποίο φέρεται με τα κτηματολογικά στοιχεία τόμος οικοδομών ..., φύλλο ...

και μερίδα ... του κτηματολογίου Ρόδου, νομικής φύσεως ..., το οποίο συνορεύει ανατολικά με δημόσια οδό, νότια με δημόσια οδό και μερίδα οικοδομών ... 1975, δυτικά με μερίδα οικοδομών ... 1973 και βόρεια με αυλή κοινή με μερίδες οικοδομών ... .... Το ακίνητο αυτό φέρετο εγγεγραμμένο από αρχική θεμελιώδη καταγραφή στα βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου, στο όνομα της Ρ.

Κ. του Μ., ... της Ρόδου, η οποία κατά την διάρκεια των φυλετικών διωγμών συνελήφθη από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής και μεταφέρθηκε αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από όπου ποτέ δεν επέστρεψε στη Ρόδο, αλλ’ ούτε και υπήρξε κάποια πληροφορία γι’ αυτήν, ενώ μέχρι την πρώτη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής δεν εμφανίστηκε ούτε η ίδια, ούτε κάποιο πρόσωπο που να εγείρει κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία της.

Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω διατάξεων του ΑΝ 846/1946 και του ΒΔ της 29/29-31949 και του γεγονότος ότι η ανωτέρω ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου δεν κατέλιπε κληρονόμους, τα περιουσιακά της στοιχεία και συνεπώς και το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε τουλάχιστον από το έτος 1949 στον ενάγοντα Οργανισμό, ο οποίος εκ του νόμου διαχειρίζεται και νέμεται με πλασματική νομή τα ακίνητα αυτά, τα οποία όπως αναφέρθηκε στις ανωτέρω νομικές σκέψεις είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, το δε εκ του νόμου κληρονομικό αυτό δικαίωμα του ενάγοντος, είναι αντιτάξιμο έναντι κάθε άλλου προσώπου και προεχόντως έναντι του εναγομένου του οποίου καταργήθηκε με τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραπάνω νομικές σκέψεις το γενικώς αναγνωριζόμενο σε αυτό εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατελήφθη από τον Οργανισμό Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας Δημοσίου δυνάμει της από 18-2-1955 και με αριθμό .../18-2-1955 απόφασης του Γενικού Διοικητού Δωδεκανήσου, η οποία καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία με την με αριθμό ...21-5-1955 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή, δυνάμει δε της παραγράφου 8 του άρθρου 34 του ΑΝ 1539 1938 και μετά την πάροδο δεκαετίας από της καταλήψεως, το ακίνητο αυτό περιήλθε ως εγκαταλελειμμένο στην κυριότητα του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου, δυνάμει της με αριθμό ...18-3-1968 κτηματολογικής εγγραφής ενώ αυτό περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση δυνάμει του άρθρου 2 του ΝΔ 195/1973 στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της με αριθμό ...10-5-1974 κτηματολογικής εγγραφής.

Το επίδικο όμως ακίνητο, ουδέποτε υπήρξε από το 1949 και εντεύθεν εγκαταλελειμμένο, αφού όπως προαναφέρθηκε περιήλθε στη νομή του ενάγοντος οργανισμού δυνάμει των διατάξεων του ΑΝ 846/1946 και του ΒΔ 29/29-3-1949, ούτε και ήταν δυνατόν να αποκτήσει την κυριότητα αυτού το εναγόμενο με 10ετή χρησικτησία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας και ως εκ τούτου ακύρως κατέλαβε αυτό το έτος 1955 και ακύρως καταχωρήθηκε αυτό το έτος 1968 στα κτηματολογικά βιβλία υπέρ του Οργανισμού που αναφέρεται στην παραπάνω δεύτερη κτηματολογική εγγραφή, ενώ για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ουδέποτε αυτό περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου δυνάμει του άρθρου 2 του ΝΔ 195/1973, με την τρίτη ανωτέρω κτηματολογική εγγραφή ενώ με τις παραπάνω καταχωρηθείσες κτηματολογικές εγγραφές παρανόμως το εναγόμενο απέβαλε τον ενάγοντα από την ex lege νομή ή πλασματική του νομή στο επίδικο ακίνητο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ουσιαστικά την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχθηκε ως και κατ’ ουσία βάσιμη την αντέφεση του ενάγοντος .... και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ίδιας απόφασης που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση ως προς τη μη αποδοχή απ’ αυτό της κύριας βάσης της αγωγής, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας από το Ελληνικό Δημόσιο, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ’ ουσία, δέχθηκε την ένδικη (αριθμ.

καταθ. ...2008) αγωγή, κατά την κύρια βάση της, και αναγνώρισε τον ενάγοντα Οργανισμό κύριο του επίδικου ακινήτου, υποχρέωσε το εναγόμενο Δημόσιο να αποδώσει τη νομή τούτου σ’ αυτόν και αναγνώρισε ότι είναι άκυρες οι σχετικές κτηματολογικές εγγραφές, που καταχωρήθηκαν στην οικεία κτηματολογική μερίδα αυτού.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της δυνατότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να αποκτήσει στο επίδικο ακίνητο νομή χρησικτησίας από τότε που έπαυσε να το διαχειρίζεται ως αντιπρόσωπος στη νομή του κυρίου του και η διαχείρισή του περιήλθε στον αναιρεσίβλητο δυνάμει του α.ν. 846/1946 και του β.δ. 29/29-3-1949, ενόψει της αμφισβήτησης της άνω κυριότητας απ’ αυτό (αναιρεσείον), το οποίο με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι κατέστη με χρησικτησία κύριο του επίδικου ακινήτου, νομικής φύσεως ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, επειδή βρίσκεται στη νομή του συνεχώς, αδιαταράκτως και με τη διάνοια να το έχει ως δικό του από το έτος 1955, άλλως από το έτος 1968, που περιήλθε στη διαχείριση του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 1977/1944, 2 του ν. 2/1944, 5 του ν. 808/1945, του α.ν. 846/1946 και 5, 7 και 8 του β.δ.

της 29/29-3-1949, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει στην απόφασή του νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ούτε παραβίασε δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 1054 του Α.Κ.

και 63 του ισχύοντα Κτηματολογικού Κανονισμού, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές της απόφασης. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις αιτιολογίες του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας του επίδικου ακινήτου και την παραδοχή της ένδικης αγωγής, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, με τις σαφείς παραδοχές ότι το επίδικο ακίνητο, στο οποίο ο αναιρεσίβλητος έχει, δυνάμει των παραπάνω ειδικών διατάξεων, την πλασματική αυτή νομή, που αποκλείει την άσκηση νομής από τρίτον, δεν είναι δεκτικό κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία, καίτοι δεν είναι "εκτός συναλλαγής" κατά την έννοια του άρθρου 966 Α.Κ.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως με ενδοιαστική αιτιολογία, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 196/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ