Legislator Case Law & Legislation
735/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of annulment based on failure to consider relevant facts.

Case Number 735/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's first ground for appeal, which alleged the lower court failed to consider relevant facts under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The appellant argued the second-instance court ignored material evidence, while the respondent contended the dismissal was legally sound. The Court ruled that the lower court's failure to address specific factual arguments constituted a procedural error warranting remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 580 § 3 KPolD: An appeal is admissible when the court of second instance, contrary to law, took into account matters not proposed or failed to take into account matters proposed that have a substantial impact on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure failure to consider relevant facts annulment of second instance decision procedural error in civil litigation remittal for retrial substantial impact on case outcome appellant's burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 1933/2006
Supreme Court 2/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 735 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 735/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Μαρδέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Φεβρουαρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 216/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 3-7-2009 αίτησης αναίρεσης την απόρριψη του δευτέρουλόγου και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 261/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανακοπής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006).

Η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοσή της δεν αποτελεί, κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της. Όμως, ο οφειλέτης από επιταγή και ειδικά ο εκδότης μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον του την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση της με την ευρεία έννοια, δηλαδή είτε διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη, είτε διότι αυτή έληξε ή δεν επακολούθησε ή δεν υπήρχε καθόλου αιτία από την αρχή κατά την έκδοση της συναλλαγματικής, καθώς και το τυχόν ελάττωμα της αιτιώδους σχέσεως, οπότε, εάν αποδειχθεί η ένσταση αυτή καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική (ΑΠ 896/2006).

Τέτοια ένσταση είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοση της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση της επιταγής δεν πρόκειται να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός, στον οποίο απέβλεψαν, ήταν η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων.

Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ. του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των μερών οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία που δικαιολογεί την παράδοση της επιταγής.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Περίπτωση παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε συνιστά και εκείνη, κατά την οποία προκαταβάλλεται από τον αγοραστή το τίμημα για την πώληση στο μέλλον πραγμάτων εκ μέρους του λήπτη (πωλητή) και ο τελευταίος, παρότι έλαβε την προκαταβολή του μελλοντικού τιμήματος, δεν προβαίνει στην πώληση και μεταβίβαση των πραγμάτων.

Επειδή η προκαταβολή δόθηκε υπό τη (νομική) αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον ενοχής, η προκαταβολή σε περίπτωση μη πλήρωσης της αίρεσης αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και, αν γι' αυτήν εκδόθηκε επιταγή, ο εκδότης αυτής (αγοραστής) μπορεί κατά τα προαναφερόμενα να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον, του την ένσταση ότι δεν υπάρχει πλέον αιτία για την έκδοση της διότι δεν ακολούθησε η πώληση που ήταν η αιτία εκδόσεως της επιταγής.

Η τελευταία ένσταση είναι εντελώς διαφορετική από την πρώτη που αναφέρεται στην επιταγή ευκολίας, γιατί κάθε μία θεμελιώνεται σε αυτοτελή ιστορική και νομική βάση. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που στήριζε και την κριθείσα από εκείνο ανακοπή του, ότι οι ένδικες επιταγές έκδοσής του με βάση τις οποίες εκδόθηκε η πληττόμενη με την ανακοπή του Δ/γή πληρωμής, δόθηκαν στον αναιρεσίβλητο καθ'ου η ανακοπή προκαταβολικά για ταμειακή του διευκόλυνση στο πλαίσιο της μεταξύ τους δοσοληπτικής συναλλαγής, για την αγορά εκ μέρους του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο οικοδομικών υλικών και ότι η συναλλαγή αυτή δεν ολοκληρώθηκε από υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα το τίμημα των πωλήσεων που είχαν μεσολαβήσει να μη καλύπτει το σύνολο των επιταγών που είχε ήδη προκαταβολικά στα χέρια του ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κατέστη τελικά αδικαιολόγητα πλουσιότερος κατά το ποσό των επιταγών που δεν καλύφθηκε από το τίμημα πωλήσεων οικοδομικών υλικών.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα για την εκτίμηση της βασιμότητας του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου: Α)Στην από 16-2-2005 ανακοπή του, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, με την από 17-1-2006 έφεσή του μετά την απόρριψή της από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα: "Ο καθ' ου η παρούσα ανακοπή μου επέδωσε σ'εμένα την 9-2-2005 με επιταγή προς πληρωμή, κυρωμένο αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της προσβαλλόμενης παραπάνω διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσομαι να πληρώσω σ' αυτόν, τα στην επιταγή του λεπτομερώς αναγραφόμενα κονδύλια και ειδικότερα α) για επιδικασθείσα απαίτηση ποσό 82.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της εμφανίσεως της κάθε επιταγής ήτοι 15.000 ευρώ από 31-12-2004, 15.000 ευρώ από 29-12-2004, 15.000 από 22-12-2004, 15.000 ευρώ από 28-1-2005, 15.000 ευρώ από 22-1-2005 και 7.000 ευρώ από 19-1-2005 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους, β) ποσό 500 ευρώ για νόμιμους τόκους του κεφαλαίου αυτού, γ) ποσό 1584 ευρώ για επιδικασθείσα δαπάνη, δ) ποσό 10 ευρώ για λήψη απογράφου και τέλος αυτού, ε) ποσό 5 ευρώ για αντιγραφικά δικαιώματα και στ) ποσό 1400 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής και έξοδα επιδόσεως αυτής με τα δικαιώματα πορείας του δικαστικού επιμελητή, ήτοι συνολικά το ποσό των 85.499,00 ευρώ νομιμότοκα (εκτός του κονδυλίου των τόκων) από την επίδοση της επιταγής και μέχρι εξοφλήσεως.

Η ρηθείσα διαταγή πληρωμής εκδόθηκε: α) με βάση την με αριθμό 01059299-7 τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 30-12-2004, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος της ΡRΟΒΑΝΚ Τράπεζας Βόλου, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 054039 0045749012010 λογαριασμού μου σε διαταγή του καθ' ου. β) με βάση την με αριθμό 10561292-8 τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 25-12-2004, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος της ΑSPIS ΒΑΝΚ Τράπεζας Βόλου, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 047-321-321030001256-0 λογαριασμού μου σε διαταγή του καθ' ου.

γ) με βάση την με αριθμό 04234919-2 τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 20-12-2004, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος Βόλου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 073-030-000004435004-1 λογαριασμού μου σε διαταγή του καθ' ου. δ) με βάση την με αριθμό 10561293-6 τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 25-1-2005, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος της ΑSPIS ΒΑΝΚ Τράπεζας Βόλου, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 047-321-321030001256-0 λογαριασμού μου σε διαταγή του καθ' ου.

ε) με βάση την με αριθμό 04234920-7 τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 20-1-2005, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος Βόλου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 073-030-000004435004-1 λογαριασμού μου σε διαταγή του καθ' ου. και στ) με βάση την με αριθμό 00924806-4 τραπεζική επιταγή ποσού 7.000 ευρώ με χρονολογία πληρωμής 15-1-2005, που εξέδωσα επί του Υποκαταστήματος της ΡRΟΒΑΝΚ Τράπεζας Βόλου, με χρέωση του τηρούμενου σ' αυτήν με αριθμό 0540390045749012010 λογαριασμό μου σε διαταγή του καθ' ου.

Την παραπάνω διαταγή πληρωμής ανακόπτω με την παρούσα μου ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, το οποίο είναι καθ'ύλη, τόπο και διαδικασία αρμόδιο, εξαιτούμενος την παντελή ακύρωση και εξαφάνισή της, για τους ακόλουθους ορθούς, νόμιμους και βάσιμους λόγους. Είμαι εργολάβος οικοδομών και συνεργάζομαι επί σειρά ετών με τον καθ' ου, προμηθευόμενος από αυτόν είδη υγιεινής, μάρμαρα, πλακάκια και λοιπά συναφή προϊόντα για τις πολυκατοικίες που κατασκευάζω.

Στα πλαίσια της συνεργασίας μας αυτής και προκειμένου να επιτύχω συμφέρουσες για μένα τιμές των υλικών που θα μου προμήθευε, να διατηρηθούν οι τιμές αυτές σταθερές κατά τη διάρκεια των έργων και να υπάρχει συνεχής ροή των υλικών στις οικοδομές μου για την έγκαιρη ολοκλήρωσή τους, του έδωσα προκαταβολικά διάφορες επιταγές ευκολίας, οι οποίες μάλιστα ήταν μεταχρονολογημένες.

Εκείνος όμως, κατά παράβαση της συμφωνίας μας, σταμάτησε αδικαιολόγητα να μου προμηθεύει υλικά, με αποτέλεσμα τα συνεργεία να μη μπορούν να εργασθούν και στη συνέχεια όχι μόνο αρνήθηκε να έρθει σε επικοινωνία μαζί μου, αλλά στις 21-12-2004 πήγε να εισπράξει μια άλλη επιταγή μου με αριθμό 14235958-9, ημερομηνία έκδοσης 20-12-2004 ποσού 15.000 ευρώ επιταγή από την Τράπεζα Κύπρου, χωρίς να με ειδοποιήσει και επειδή δεν υπήρχε το σχετικό αντίκρυσμα της επιταγής αυτής, ακριβώς διότι δεν οφείλονταν ως επιταγή ευκολίας, σφράγισε την επιταγή αυτή ως ακάλυπτη, με όλες τις περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για μένα.

Μετά απ αυτό και επειδή δεν ήθελα να εμπλακώ σε οποιαδήποτε δικαστική διαμάχη, του κοινοποίησα στις 22-12-2004 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία τον καλούσα να συναντηθούμε για να προβούμε σε εκκαθάριση των μεταξύ μας λογαριασμών και να μου επιστρέψει 10 επιταγές που μέχρι τότε χωρίς νόμιμη αιτία κρατούσε, μεταξύ των οποίων επιταγών είναι και οι 4 πρώτες επί τη βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Ο αντίδικος όμως αντί να συναντηθεί μαζί μου για να διευθετήσουμε τους μεταξύ μας λογαριασμούς, αρχικά έλαβε σε βάρος μου την υπ' αριθμ. 661/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκου Βόλου Κωνσταντίνου Στυλιανάκη, στηριζόμενη στην υπ' αριθμ. 01010276-1 επιταγή επίσης ευκολίας της ΡRΟΒΑΝΚ Τράπεζας ποσού 4.000 ευρώ, την οποία εξέδωσα σε διαταγή του στις 15-12-2004 και στη συνέχεια αυθαίρετα κίνησε την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος μου με βάση την διαταγή αυτή.

Επειδή τελικά, συμπεριλαμβανομένης και της προαναφερόμενης επιταγής, εξέδωσα συνολικά 13 επιταγές ευκολίας σε διαταγή του αντίδικου, συνολικού ύψους 176.000 ευρώ και επειδή διέγνωσα την ύπουλη τακτική του να με αναγκάσει σταδιακά να του καταβάλλω χρήματα, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν οφείλω, κοινοποίησα την από 4-2-2005 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία μου, όπου, με κάθε λεπτομέρεια αναφέρω όλο το ιστορικό της υποθέσεως και τον προσκάλεσα για μία ακόμη φορά αφ' ενός μεν να προβούμε το συντομότερο δυνατόν σε εκκαθάριση των μεταξύ μας λογαριασμών και να μου γνωστοποιήσει ποιο είναι το ύψος της συνολικής απαίτησης του, αφ' ετέρου δε να μου επιστρέψει τις επιταγές αυτές των 176.000 ευρώ, πλην όμως αυτός αντί της συμμορφώσεως του προς την παραπάνω εξώδικη πρόσκληση μου, έλαβε σε βάρος μου την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία ούτε λίγο, ούτε πολύ με πιέζει να του καταβάλλω χρήματα τα οποία δεν οφείλω.

Εν όψει όλων αυτών οι 6 ένδικες επιταγές, επί τη βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν οφείλονται στην πραγματικότητα, διότι είναι επιταγές ευκολίας, τις οποίες ο καθ'ου μου ζήτησε, κατόπιν έντονων παρακλήσεών του χαριστικά να εκδώσω, προκειμένου να εξυπηρετηθεί στις συναλλαγές του που είχε με τις διάφορες τράπεζες.

Το ανύπαρκτο της απαίτησης του αποδεικνύεται μάλιστα κατά τρόπο αναντίλεκτο από την κίνηση του μεταξύ μας υπάρχοντος δοσοληπτικού λογαριασμού, από τον οποίο προκύπτει ότι μέχρι σήμερα, καθ' όλα τα έτη συνεργασίας μας, οι πωλήσεις εμπορευμάτων εκ μέρους του προς εμένα, ανήλθαν, βάσει των εκδοθέντων τιμολογίων του πώλησης, στο ποσό των 190.082,36 ευρώ, ενώ για το ίδιο χρονικό διάστημα του εξόφλησα επιταγές ύψους 205.000 ευρώ, τις οποίες εξέδωσα σε διαταγή του για τις συναλλαγές μας αυτές.

Συνεπώς εγώ όχι μόνο δεν οφείλω κανένα ποσό, αλλά αντίθετα ο καθ' ου μου οφείλει ως διαφορά ποσό 14917,64 ευρώ (250.000 -190.082,36), γιατί εξέδωσα σε διαταγή του περισσότερες επιταγές απ' όσες θα έπρεπε. Επειδή ο αντίδικος μου ζητά χρήματα τα οποία δεν οφείλω και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να αξιώσει να του καταβάλω το ποσό των 85.499,00 ευρώ.

Β) Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.216/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι ανέπτυξαν εμπορικές συναλλαγές κατά το διάστημα από 2000 έως το τέλος 2004. Ο καθού η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητος διατηρεί στο Βόλο μία επιχείρηση πωλήσεως πλακιδίων, μαρμάρων, ειδών υγιεινής και άλλων οικοδομικών υλικών.

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών είναι εμπειροτέχνης εργολάβος οικοδομών και αναλαμβάνει την ανέγερση οικοδομών είτε με το σύστημα της αντιπαροχής είτε με συνήθη εργολαβία. Για τις οικοδομικές του ανάγκες προμηθευόταν οικοδομικά υλικά (κυρίως πλακίδια, μάρμαρα και είδη υγιεινής) από την επιχείρηση του καθού η ανακοπή, ο οποίος για τις σχετικές πωλήσεις εξέδιδε, όπως είχε υποχρέωση, κατά περίπτωση είτε τιμολόγια είτε απλές αποδείξεις λιανικής πώλησης από την ταμειακή του μηχανή.

Το τίμημα για τα υλικά των οικοδομών που αγόραζε ο ανακόπτων όφειλε κατά τη συμφωνία τους να το πληρώνει ο ίδιος. Ωστόσο, η συναλλαγή τους (πώληση και καταβολή τιμήματος) δεν είχε απόλυτη τάξη και αντιστοιχία, με την έννοια ότι ο ανακόπτων (αγοραστής) δεν εξοφλούσε αμέσως (ή έστω μετά την πάροδο ενός χρόνου πιστώσεως) το τίμημα κάποιας συγκεκριμένης συναλλαγής.

Η τακτική τους ήταν η εξής: Ο ανακόπτων παραλάμβανε κάθε φορά ελεύθερα όσες ποσότητες υλικών ήθελε και σε άτακτα διαστήματα παρέδιδε στον καθού η ανακοπή διάφορες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές που εξέδιδε πληρωτές σε διαταγή του τελευταίου. Κατά καιρούς φρόντιζαν να εκκαθαρίζουν το λογαριασμό τους ώστε οι συνολικά εκδοθείσες επιταγές να ανταποκρίνονται στο σύνολο των αγορών που είχαν γίνει.

Ωστόσο, η συνεργασία τους έληξε ανώμαλα το Δεκέμβριο 2004 διότι ο καθού η ανακοπή έπαυσε να προμηθεύει στον ανακόπτοντα οικοδομικά υλικά. Η αιτία ήταν ότι ο ανακόπτων έδειχνε σημάδια οικονομικής δυσχέρειας. Τη στιγμή εκείνη ο καθού η ανακοπή είχε στα χέρια του 13 επιταγές συνολικού ποσού 176.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι έξι επίδικες αξίας 82.000 ευρω.

Ήταν μεταχρονολογημένες και έφεραν χρόνο εκδόσεως από 25.12.2004 έως 25.7.2005. Ο καθού η ανακοπή ανησυχούσε για την πληρωμή τους και γι' αυτό σταμάτησε την παροχή εμπορευμάτων. Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε την οργή του ανακόπτοντος. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να αμφισβητεί το ακριβές ύψος της οφειλής του προς τον ανακόπτοντα, με την έννοια ότι το τίμημα των υλικών που απαρχής της συνεργασίας του είχε παραλάβει ήταν πολύ μικρότερο από το σύνολο των επιταγών που είχε εκδώσει.

Γι' αυτό ζήτησε την εκκαθάριση των μεταξύ των χρεοπιστώσεων. Μάλιστα, την 22.12.2004 έστειλε στον καθού η ανακοπή μία εξώδικη δήλωση με δικαστικό επιμελητή, στην οποία διατυπώνει τις θέσεις του για τη διαφορά τους. Συγκεκριμένα, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι επιταγές που κατά καιρούς εξέδιδε δεν ανταποκρίνονταν στην αξία των οικοδομικών υλικών που είχε παραλάβει, αλλά υπερτερούσαν αυτών διότι πλήρωνε προκαταβολικά και το τίμημα πωλήσεων που θα ακολουθούσαν στο μέλλον.

Εξηγεί δε ότι το έκανε αυτό για να επιτυγχάνει συμφέρουσες τιμές. Χωρίς να το λέγει ευθέως, υπαινίσσεται ότι κατά το χρόνο εκείνο (22.12.2004) το σύνολο των επιταγών που είχε εκδώσει υπερτερεί σημαντικά της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει. Γι' αυτό ζητεί από τον καθού η ανακοπή να προβούν από κοινού σε λογιστική εκκαθάριση των λογαριασμών τους ώστε να βρεθεί η διαφορά.

Διαμαρτυρόμενος δε για τη συμπεριφορά του καθού η ανακοπή, προβαίνει συγχρόνως και σε ανάκληση δέκα επιταγών. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι ο ανακόπτων θεωρεί ότι προαναφερόμενες επιταγές (άρα και οι ένδικες, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής) εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στον καθού η ανακοπή ως προκαταβολή τιμήματος για μελλοντικές πωλήσεις εμπορευμάτων.

Στο προαναφερόμενο εξώδικο ουδόλως γίνεται λόγος, ούτε καν αφήνεται ως υπονοούμενο, ότι οι ανωτέρω επιταγές δόθηκαν στον καθού η ανακοπή χάριν ευκολίας. Μάλιστα, ο ανακόπτων -για να διαπιστώσει ποίας ακριβώς αξίας υλικά είχε παραλάβει από την αρχή της συνεργασίας τους- έδωσε εντολή στο συστεγαζόμενο με αυτόν πολιτικό μηχανικό Π.

Ευαγγελάτο (μάρτυρα αποδείξεως), στο όνομα του οποίου εκδίδονταν οι οικοδομικές άδειες των οικοδομών που ανήγειρε ως εμπειροτέχνης, να προβεί στην καταμέτρηση και την τιμολόγηση των υλικών που είχε τοποθετήσει στις 18 οικοδομές που κατά τους ισχυρισμούς του είχε οικοδομήσει στο διάστημα της συνεργασίας τους.

Δεν είναι βάσιμο ότι η εντολή δόθηκε από κοινού ούτε ότι ο καθού η ανακοπή αποδέχθηκε το προϊόν των διαπιστώσεων του μηχανικού. Αυτός αξιολόγησε την αξία των παραδοθέντων υλικών σε 171.300 ευρώ, ενώ το σύνολο των επιταγών που κατά καιρούς είχε εκδώσει ο ανακόπτων και είχαν εισπραχθεί μέχρι τότε από τον καθού η ανακοπή ανέρχεται σε 205.000 ευρώ.

Με βάση αυτά τα πορίσματα ο ανακόπτων υποστήριζε ότι το τίμημα των παραδοθέντων υλικών είχε εξοφληθεί και συνεπώς οι απομένουσες 13 επιταγές, άρα και οι επίδικες, κατέχονται από τον καθού η ανακοπή αχρεωστήτως. Δηλαδή η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων είναι ως προς το αν είναι μεγαλύτερο και πόσο το σύνολο των χρεωστικών ή πιστωτικών κονδυλίων των μεταξύ τους συναλλαγών.

Ωστόσο, ο ανακόπτων άλλαξε θέση και άρχισε να υποστηρίζει ότι οι 13 επιταγές, άρα και οι 6 επίδικες, που είχε στα χέρια του ο καθού η ανακοπή εκδόθηκαν χάριν ευκολίας αυτού για να μπορέσει "να εξυπηρετηθεί στις συναλλαγές του που είχε με τις διάφορες τράπεζες". Αυτό έγινε για πρώτη φορά με το από 4.2.2005 (δεύτερο) εξώδικο που έστειλε με δικαστικό επιμελητή στον καθού η ανακοπή.

Η ίδια θέση αποτέλεσε και τη βάση της υπό κρίση ανακοπής, την οποία άσκησε όταν ο καθού η ανακοπή απέρριψε τους ισχυρισμούς και προχώρησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις 6 ένδικες επιταγές. Ο ισχυρισμός όμως αυτός (περί εκδόσεως επιταγών ευκολίας) δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Το συμπέρασμα αυτό του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τεκμήρια που κατά τα προαναφερόμενα συνάγονται από την πρώτη κατά σειρά εξώδικη δήλωση του ανακόπτοντος προς τον καθού η ανακοπή, στην οποία δικαιολογεί διαφορετικά την έκδοση των επιταγών, και στα ακόλουθα τεκμήρια:

α) Ο καθού η ανακοπή είχε μία εύρωστη και υγιή επιχείρηση και συνεπώς δεν είχε ουσιαστική ανάγκη λήψεως επιταγών ευκολίας. β) Δεν είχε δανειακές δοσοληψίες με τράπεζες, προς τις οποίες θα χρησιμοποιούσε τις επιταγές κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, γ) Όλες οι αμφισβητούμενες επιταγές (πλην τριών) παρέμειναν στα χέρια του καθού η ανακοπή, σε διαταγή του οποίου εκδόθηκαν, και δεν μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση σε τρίτα πρόσωπα.

Αυτό αναιρεί τον (κατά τον ανακόπτοντα) προορισμό τους ως μέσων χρηματοδοτήσεως και πιστώσεως του καθού και άρα τη φύση τους ως επιταγές ευκολίας. Ο σκοπός, στον οποίο αποβλέπουν τα μέρη που εκδίδουν επιταγές ευκολίας είναι η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων. Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ.

του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον. Τέτοιο σκοπό και προορισμό δεν δικαιολογεί η παραμονή των επιταγών στα χέρια του καθού η ανακοπή.

Συνεπώς, η ιστορική βάση της ανακοπής ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Το δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην έρευνα κατά πόσο δόθηκαν πράγματι ή όχι από τον ανάκοπτοντα οι επιταγές ως προκαταβολή για το τίμημα μελλοντικών πωλήσεων που δεν ακολούθησαν λόγω διακοπής της συνεργασίας τους, διότι σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, μία τέτοια ένσταση αχρεωστήτου κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που δεν ακολούθησε (παραδεκτώς προβαλλόμενη παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα των επιταγών) είναι εντελώς διαφορετική κατά την ιστορική και νομική βάση της από την ένσταση περί επιταγών ευκολίας που προβάλλεται με την ανακοπή." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρέλειψε να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει από ουσιαστική άποψη το βασικό ισχυρισμό της ανακοπής του αναιρεσείοντος δηλαδή ότι οι ένδικες επιταγές δόθηκαν στον αναιρεσίβλητο προκαταβολικά, στα πλαίσιο της μεταξύ των δοσοληπτικής σχέσης αγοράς οικοδομικών υλικών εκ μέρους του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο η προκαταβολή δε αυτή απέβλεπε στην ταμειακή διευκόλυνση του τελευταίου, και τελούσε από την αίρεση ότι η αξία των επιταγών θα καλυπτόταν τελικά από το τίμημα οικοδομικών υλικών, που δεν παραδόθηκαν τελικά στον αναιρεσείοντα ανακόπτοντα, ώστε ο αναιρεσίβλητος πωλητής κατέστη τελικά αδικαιολόγητα πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία για αιτία που δεν επακολούθησε σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσείοντος αγοραστή.

Επομένως, τα όσα ....υποστηρίζει ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.

ΙΙ. Επί του δεύτερου λόγου από τον αριθμό 1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ του αναιρετηρίου, που ασκείται επικουρικά για την περίπτωση μη ευδοκίμησης του πρώτου αναιρετικού λόγου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 § 1, 174,180 και 904 ΑΚ προκύπτει ότι επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως ακύρου ως απαγορευμένης από το νόμο, εκείνος που έκανε την παροχή δια την αιτία αυτή και δικαιούται να αναζητήσει, αυτό που έδωσε, από τον λήπτη, ο οποίος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του, πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά το άρθρο 216 παρ. 1, 335 και 338 § 1 ΚΠολΔ:

α) τη δόση ορισμένης παροχής, β) τη συγκεκριμένη αιτία της παροχής και γ)τον λόγο, δια τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία. Αν δεν αποδειχθεί η αιτία, την οποία επικαλέσθηκε ο ενάγων, ή ο ανακόπτων, η αγωγή ή η ανακοπή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσία, χωρίς να απαιτείται συγχρόνως να διαπιστωθεί και μνημονευθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας η διαφορετική αιτία, δια την οποία έγινε πραγματικά η αναζητούμενη παροχή, διότι το πραγματικό αυτό περιστατικό, το οποίο μπορεί ν' αποτελέσει αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ανακοπής είναι επουσιώδες δια την έκβαση της δίκης ανεξάρτητα από το ότι θα ήταν ....να αποτελέσει αυτοτελώς νέα βάση αγωγής ή ανακοπής από τη διάταξη του άρθρου 90..του ΑΚ.

Αλλ' αν παρά ταύτα το Δικαστήριο της ουσίας πέραν του βάσει επαρκούς αιτιολογίας πορίσματος του ότι δεν αποδείχθηκε η αιτία της παροχής, την οποία επικαλέσθηκε ο ενάγων, ή ανακόπτων με την αγωγή ή την ανακοπή αναφέρει εκ περισσού, την διαφορετικώς εκείνης πραγματική αιτία της παροχής, η απόφασή του δεν στερείται νομίμου βάσεως και συνεπώς δεν πρέπει ν'αναιρεθεί δια τον εκ του άρθρου 559 εδ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, εξαιτίας του ότι δεν προσδιορίζει επαρκώς την πραγματική αιτία της παροχής, αφού τα αναφερόμενα περί της αιτίας αυτής της παροχής περιστατικά δεν στηρίζουν το διατακτικό της. (Ολ.ΑΠ 2/1987).

Για τους ίδιους λόγους, οι ίδιες αιτιολογίες του ουσιαστικού δικαστηρίου ως πλεοναστικές, δεν ελέγχονται αναιρετικά ούτε στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του αρθ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ από το γεγονός ότι το .....δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει επί των πλεοναστικών αυτών αιτιολογιών τη διάταξη του αρθ.904 του ΑΚ, καθόσον αφορά την πραγματική αιτία καταβολής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικά η αναιρετικά πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ που αφορά την εσφαλμένη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ.1, 14, 22, 28 του Ν.5960/1933 και 104 του ΑΚ κατά την απόρριψή της ανακοπής του αναιρεσείοντος, που έπρεπε να γίνει δεκτή, μετά την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι ένδικες επιταγές δεν ήταν ευκολίας, κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 § 3 Κ.ΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ( άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 216/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ