Supreme Court dismisses appeal claiming lack of reasoning, upholding conviction for fraud and forgery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for fraud and forgery, rejecting the claim that the lower court's decision lacked sufficient reasoning. The appellant argued the trial court failed to provide detailed justification for its findings, but the court found the decision clearly outlined the facts, evidence, and legal basis for the conviction. Consequently, the court ruled that the reasoning was adequate and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A conviction is valid if it contains specific and detailed reasoning regarding facts and evidence, allowing for general reference to evidence types without itemized analysis, provided the court considered all relevant proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 735 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 735/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου, για αναίρεση της 264/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1006/2006.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, με την εμπρόθεσμα ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως πλήττει την 264/2006 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάσθηκε για α) ψευδή βεβαίωση κατ΄ εξακολούθηση β) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και γ) απόπειρα απάτης και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα επτά (17) μηνών.
Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ αιτιολογίας που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ αναιρετικό λόγο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "..
Ο κατηγορούμενος είναι ειδικός Ιατροδικαστής, που περιλαμβανόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στον οικείο πίνακα πραγματογνωμόνων. Με την ιδιότητα αυτή, οι εκτελούντες προανακριτικά καθήκοντα σε τροχαία ατυχήματα αστυνομικοί ζητούσαν από αυτόν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των προσώπων που είχαν υποστεί σωματικές βλάβες.
Προς τούτο, ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος του παρέδιδε έγγραφη παραγγελία μετά την παραλαβή της οποίας ο πραγματογνώμονας έδινε το σχετικό όρκο, για τον οποίο συντασσόταν έκθεση. Στη συνέχεια, προέβαινε στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εξετάζοντας τον ασθενή και συνέτασσε την οικεία ιατροδικαστική έκθεση, την οποία παρέδιδε στον υπάλληλο που τον είχε διορίσει.
Κατά την παραλαβή της ιατροδικαστικής έκθεσης από τον τελευταίο, συντασσόταν σχετική έκθεση εγχείρισης που υπογραφόταν από τον πραγματογνώμονα και τους ανακριτικούς υπαλλήλους. Προκειμένου να εισπράξει ο πραγματογνώμονας την νόμιμη αμοιβή του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, υπέβαλε δικαιολογητικά και συγκεκριμένα αντίγραφα του διορισμού, του πρακτικού ορκωμοσίας, της ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης μετά της εκθέσεως εγχειρίσεως καθώς και κατάσταση αμοιβής.
Τα δικαιολογητικά υποβάλλονταν από το δικαιούχο για θεώρηση στις οικείες Εισαγγελίες Πρωτοδικών και Εφετών, που τα διαβίβαζαν υπηρεσιακώς στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, η Εισαγγελία Εφετών Πατρών ζήτησε με το 9110/27-9-1999 έγγραφό της από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αιγίου, στην περιφέρεια του οποίου είχαν διαταχθεί οι πραγματογνωμοσύνες, να ερευνήσει το ζήτημα της διαφοράς των υπογραφών που εντοπίσθηκαν στις εκθέσεις εγχειρίσεως που είχε υποβάλλει με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά αμοιβής ο κατηγορούμενος με εκείνες που υπήρχαν στα πρωτότυπα.
Έτσι, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος κατόπιν παραγγελίας που είχε λάβει από προανακριτικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Αιγίου ως ειδικός πραγματογνώμονας διενήργησε πραγματογνωμοσύνη στις αναφερόμενες αναλυτικά στο διατακτικό περιπτώσεις αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που είχαν προκληθεί σε τροχαία ατυχήματα.
Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε ήταν οι εξής. Η από 17-7-1999 για τον ..... η από 7-7-1999 για τον ...., η από 12-7-1999 για τον ....., η από 7-7-1999 για την ...., η από 15-7-1999 για την ...., η από 15-7-1999 για την .... από 26-6-1999 για τον ..... και η από 6-7-1999 για τον .... με εκθέσεις εγχειρίσεως, αντίστοιχα, από 15-7-1999, 15-7-1999, 19-7-1999, 19-7-1999, 15-7-1999, και 22-7-1999.
Ο κατηγορούμενος, όμως, χωρίς να έχει σχετική παραγγελία και χωρίς να προβεί σε νέα εξέταση των ως άνω παθόντων, συνέταξε εκ νέου την ίδια κατά το ουσιώδες περιεχόμενο ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη για τον καθένα από αυτούς, στις οποίες βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς ότι τους είχε εξετάσει αντίστοιχα την 7-7-1999, την 7-7-1999, την 3-7-1999, την 28-6-1999, την 7-7-1999, την 7-7-1999, την 23-6-1999 και 25-6-1999.
Το περιστατικό αυτό, ότι δηλαδή εξέτασε εκ νέου τους παθόντες, μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογητικό για την αξίωση και είσπραξη αμοιβής για τις υπηρεσίες τους ως ιατροδικαστή στις εν λόγω περιπτώσεις. Επί πλέον όμως, ο κατηγορούμενος κατάρτισε και τις αναφερόμενες αναλυτικά στο διατακτικό ισάριθμες προς τις παραπάνω ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες εκθέσεις εγχειρίσεως και ορκωμοσίας πραγματογνώμονα, στις οποίες έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή των μνημονευομένων σε αυτές ανακριτικών υπαλλήλων, ενώπιον των οποίων έδωσε δήθεν τον νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα και στους οποίους εγχείρισε την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη.
Στην κατάρτιση των παραπάνω πλαστών εγγράφων προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους αρμόδιους υπαλλήλους στους οποίους υποβάλλονται τα δικαιολογητικά για την καταβολή της αμοιβής του ότι είχε εξετάσει τους περί ων ο λόγος παθόντες κατά τις ημεροχρονολογίες που αναφέρονται στις οικείες εκθέσεις και ότι δικαιούται την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή.
Ότι οι υπογραφές στις εκθέσεις εγχειρίσεως και ορκωμοσίας δεν έχουν τεθεί από τους φερόμενους ως υπογράψαντες προανακριτικούς υπαλλήλους, κατατέθηκε και από τους ίδιους. Ο ισχυρισμός τους ότι στην κρινόμενη περίπτωση, ενδεχομένως, να παραδόθηκαν οι εκθέσεις λόγω απουσίας των σε κάποιον συνάδελφό τους, που δεν τον κατονομάζουν όμως, και για τον λόγο αυτό δεν είχαν υπογράψει οι ίδιοι, δεν κρίνεται πειστικός και ούτε μπορεί να αξιολογηθεί ικανοποιητικά η διαφοροποίηση στις ημερομηνίες τόσο στην έκθεση εγχειρίσεως όσο και στην έκθεση ορκωμοσίας.
Ούτε είναι λογική η εξήγηση ότι έχει τεθεί διαφορετική ημερομηνία λόγω πιθανής απουσίας των προανακριτικών υπαλλήλων κατά την ημέρα που την προσκόμισε ο πραγματογνώμονας. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αμφοτέρων των πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατ΄εξακολούθηση και κατάρτισης πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση.
Εξάλλου, ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος υπέβαλε τα σχετικά δικαιολογητικά για την είσπραξη της αμοιβής του που αντιστοιχούσε στα δικαιώματά του για την διενέργεια των παραπάνω ιατροδικαστικών εκθέσεων στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών, ανερχομένων στο ποσό των 200.000 δραχμών (25.000 για κάθε μία).
Εκεί διαπιστώθηκε όμως η διαφοροποίηση των υπογραφών στις εκθέσεις εγχειρίσεως και διετάχθη σχετικός έλεγχος, οπότε προέκυψαν όσα έχουν εκτεθεί (ψευδής βεβαίωση ως προς την διενέργεια των διαλαμβανομένων ιατροδικαστικών εκθέσεων και κατάρτιση πλαστών εκθέσεων εγχειρίσεως και ορκωμοσίας) με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του η επιχειρούμενη εξαπάτηση και να μην εισπράξει το επιδιωκόμενο ποσό.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και απόπειρας απάτης κατά τα άνω, όπως ορίζεται στο διατακτικό....". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1β, 242 παρ.1 και 386 παρ.1 του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων και ιδιαιτέρως αιτιολογείται στην απόφαση για ποιόν λόγο οι καταθέσεις αυτών κατά το μέρος που αναφέρονται "....στο ενδεχόμενο να παραδόθηκαν οι εκθέσεις λόγω απουσίας τους σε κάποιον συνάδελφό τους..." δεν κρίνονται πειστικές και τέλος, αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε ότι οι προαναφερόμενες εκθέσεις ορκωμοσίας και εγχειρίσεως πραγματογνωμοσύνης είναι πλαστές.
Η διάφορη από τον αναιρεσείοντα αποδεικτική εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων των αστυνομικών οργάνων, ως βάλλουσα κατά της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Μαΐου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 264/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ