Legislator Case Law & Legislation
734/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on environmental crime grounds, extending benefit to co-defendant.

Case Number 734/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a Lamia Court of Assizes judgment regarding environmental crimes. The appellant successfully argued for lack of specific reasoning and legal basis concerning the obstruction of public danger prevention. Consequently, the court extended the favorable outcome of the partial acquittal to the co-defendant who did not appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure; Article 510, Paragraph 1, Items D and E of the Code of Criminal Procedure: When an appeal is partially allowed on grounds not exclusively personal to the appellant, the favorable result extends to co-defendants for objective reasons.

Keywords

AI generated
environmental crime obstruction of public danger partial appeal co-defendant benefit Code of Criminal Procedure legal reasoning joint liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 510, Paragraph 1, Items D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 28, Paragraph 2 of Law 1650/1986
Article 7, Paragraph 2 of Law 4042/2012
Article 469 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 734 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 734/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Α. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, για αναίρεση της απόφασης 229/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. εκθ. καταθ. 5/23.12.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση με αρ. εκθ. καταθ. 5/ 23-12-2024 αίτηση της Μ. Α. του Ζ. για αναίρεση της υπ' αρ. 229/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Λαμίας με την οποία κρίθηκε ένοχη των αξιοποίνων πράξεων: α) της υποβάθμισης περιβάλλοντος κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα δια παραλείψεως και β) της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα δια παραλείψεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωσή της στον γραμματέα του Εφετείου Λαμίας ,εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση [5-12-2024] καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, είναι παραδεκτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3 , 474 παρ.1 εδ.

α' και 4 ,504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου ,πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αναιρετικών λόγων της. Ι. Κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν.1650/1986 (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρ. 7 παρ.2 του ν.4042/2012) "για την προστασία του περιβάλλοντος", "παρ.2.

Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότησή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή.

Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή". Κατά τις διατάξεις της παρ. 5 του άρ. 28 του ν.1650/1986 "1.Τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ιθύνουσα θέση σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο και ιδίως οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση, από φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές του, των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος. 2.

Το φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση, τιμωρείται ως αυτουργός για κάθε πράξη ή παράλειψη, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού και τελέσθηκε κατά ή εξ αφορμής της δραστηριότητας ή επιχείρησης του νομικού προσώπου, εφόσον αυτή δεν αποτράπηκε λόγω της παράλειψής του, από πρόθεση ή από αμέλεια, να ασκήσει την προβλεπόμενη στην περίπτωση 5.1 εποπτεία ή έλεγχο, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ή αστική ή διοικητική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου ή του ίδιου νομικού προσώπου....".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν.1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες... "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχός τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς.

Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 και 28 του ν.1650/1986 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μεικτού εγκλήματος της ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρυπάνσεως" ή "υποβαθμίσεως" του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2.

Επιπλέον, η περί ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος γνωμάτευση διατυπώνεται από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται και γνωματεύουν με βάση τις ειδικές κείμενες διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 28 ν.1650/1986 και δεν αφίεται στην αντίληψη του "μέσου κοινωνικού ανθρώπου". Η διαπίστωση ,όμως, της απλής υποβάθμισης του περιβάλλοντος, που δεν συνοδεύεται από κάποια ρύπανση, δεν προϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες και εκθέσεις από ειδικούς επιστήμονες, διότι αφορά στην αισθητική παρουσία του περιβάλλοντος χώρου, η οποία γίνεται εύκολα αντιληπτή και κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις και την παιδεία του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες.

Επίσης, για την εφαρμογή του άρθρου 28 ν.1650/1986, ο όρος "ιθύνουσα θέση" έχει την έννοια που ορίζεται με το άρθρο 6 παρ. 2 ν.4042/2012, δηλαδή ως τέτοια νοείται "η θέση που κατέχει φυσικό πρόσωπο σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο όταν έχει εξουσία, ενεργώντας ατομικά ή μέλος οργάνου, είτε να το εκπροσωπεί είτε να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του είτε να ασκεί έλεγχο εντός αυτού [ΑΠ 353/2022, ΑΠ 476/2022].

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 87 παρ.3 του ν. 3463/2006 [ΦΕΚ Α' 114 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"] ορίζεται ότι "ο δήμαρχος , με απόφασή του που δημοσιεύεται σε μία τουλάχιστον ημερήσια εφημερίδα του νομού, μπορεί να μεταβιβάζει συγκεκριμένες αρμοδιότητές του σε αντιδημάρχους", ενώ στις διατάξεις του άρθρου 59 παρ.1 του ν.3852/2010 [ΦΕΚ Α'87] "Νέα Αρχιτεκτονική της Καλλικράτης" ορίζεται ότι "1.Τον δήμαρχο επικουρούν οι αντιδήμαρχοι. Αντιδήμαρχοι είναι οι σύμβουλοι της παράταξης του δημάρχου που ορίζει ο δήμαρχος και στους οποίους μεταβιβάζει την άσκηση αρμοδιοτήτων καθ' ύλην".

ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 288 παρ. 1 του ισχύσαντος έως 30-6-2019 ΠΚ, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο τέλεσης (εντός του χρονικού διαστήματος από την 1-1-2018 και εντεύθεν) της ένδικης πράξης της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, τελεσθείσα δια παραλείψεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, "όποιος με πρόθεση ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται τιμωρείται με φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση αυστηρότερης τιμώρησης σύμφωνα με άλλη διάταξη".

Κατά δε την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου ΠΚ (ν.4619/2019) "όποιος ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται για τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων ή για ξένες ιδιοκτησίες τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή".

Το ανωτέρω έγκλημα που προβλέπει την παρακώληση της αναγκαίας ενέργειας προς αποτροπή ή καταστολή υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου, είχε υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ επικουρικό χαρακτήρα ,όπως φαίνεται από τη ρήτρα σχετικής επικουρικότητας στο κυρωτικό τμήμα αυτού, για δε τον προσδιορισμό της ενέργειας του υπαιτίου (παρακώληση) χρησιμοποιεί ο νομοθέτης τους όρους ματαίωση ή δυσχέρανση στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού.

Ειδικότερα, ως "ματαίωση" νοείται η υπό του υποκειμένου τελέσεως οριστική αποτροπή της αναγκαίας ενεργείας τρίτου, ενώ ως "δυσχέρανση" νοείται η απλή παρεμπόδιση αυτής ,η οποία μπορεί να γίνει με οιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λογικά προϋποτίθεται ,ότι προϋφίσταται της ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως, η ενέργεια τρίτου τινός είτε ως ενεστώσα είτε ως δυναμένη να επέλθει προς αποτροπή του κινδύνου, την οποίαν ακριβώς θέλει να καταστήσει ανενεργή κατά τα αποτελέσματά της ο δράστης, ο οποίος μπορεί να είναι όχι μόνο εκείνος που προκάλεσε τον κοινό κίνδυνο ή την εμφάνιση εγγύς επικειμένου τέτοιου, αλλά ο καθένας.

Ως αναγκαία ενέργεια νοείται κάθε ανεξαιρέτως ανθρώπινη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη κατά τα άρθρα 14 και 15 ΠΚ), η οποία βάσει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών είναι επιβεβλημένη για να κατασταλεί ή αποτραπεί ο υφιστάμενος ή εγγύς επερχόμενος κοινός κίνδυνος. Έτσι για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται ,πλην του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου για τη ζωή ή υγεία ανθρώπου ή για ξένες ιδιοκτησίες που μπορεί να προέρχεται από τρίτο ή από το δράστη του παρόντος εγκλήματος, να έχει αρχίσει και να προβλέπεται από τον υπαίτιο ενέργεια τρίτου, η οποία είναι αναγκαία για την καταστολή ή αποτροπή του κοινού κινδύνου, κατά της οποίας ενέργειας στρέφεται ο δράστης για τη ματαίωση ή δυσχέρανση αυτής.

Αυτό μπορεί να γίνει ,όταν ο υπαίτιος ευθέως παρεμποδίζει τα προτιθέμενα να παράσχουν βοήθεια πρόσωπα προς αποτροπή του κοινού κινδύνου ή καθιστά ελαττωματικά ή ανεπίδεκτα χρησιμοποιήσεως τα μέσα, τα οποία ο τρίτος προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την αποτροπή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου.

Η ως άνω εκ της δομής της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού συναγόμενη αντίθετη παρεμβατική προσπάθεια του δράστη, προς την αρξαμένη ή την απ' αυτόν προβλεπομένη ενέργεια τρίτου προς αποτροπή του κοινού κινδύνου, συνάγεται και από τη φύση του εγκλήματος ως διακινδυνεύσεως, καθόσον δεν απαιτείται για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως να μην έλαβε χώρα από οποιονδήποτε μεταγενέστερα η αναγκαία ενέργεια, η τείνουσα προς περιστολή ή καταστολή του κοινού κινδύνου, γι' αυτό το έγκλημα αυτό έχει τελεσθεί ευθύς ως ο υπαίτιος ματαίωσε ή δυσχέρανε την προς αποτροπή ή καταστολή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου αναγκαία ενέργεια εκείνου που επιχείρησε αυτή.

Εξ υποκειμένου απαιτείται πρόθεση, δηλαδή δόλος ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι υφίσταται ή εγγύς επίκειται κοινός κίνδυνος και στη θέληση της ματαιώσεως ή της δυσχεράνσεως της προς αποτροπή ή καταστολή αυτού ενέργειας. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί (ΑΠ 1164/2016,ΑΠ 554/2013, ΑΠ 1398/2007).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Έτσι, αναφορικά με τα αναφερόμενα παραπάνω εγκλήματα, η πληρότητα της αιτιολογίας προϋποθέτει ότι πρέπει να γίνεται μνεία των διατάξεων του Ν.1650/ 1986 ή των κανονιστικών υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότησή του, προς τις οποίες αντιβαίνει η άσκηση επιχείρησης ή η προκαλέσασα ρύπανση πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενώ η παραδοχή της "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, ως έννοια ευρύτερη, κατά τα προαναφερθέντα, της ρύπανσης πρέπει να αιτιολογείται στο πλαίσιο του ορισμού του άρθρου 2§4 του Ν.1650/1986, δηλαδή, για την επάρκεια της αιτιολογίας, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που τεκμηριώνουν την πιθανότητα πρόκλησης αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων.

Τέλος, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ή όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση των αδικημάτων του άρθρου 28§§1,2,3 στοιχ.

γ', δ' του Ν.1650/1986, που τιμωρούνται και από αμέλεια τελούμενα, οπότε για την πληρότητα της αιτιολογίας, απαιτείται να αναφέρεται σ` αυτήν το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια (ΑΠ 476/2022, ΑΠ 338/2021).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη ,όμως, εφαρμογή συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο [Πλημ/των] Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλων των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, τέλεσαν, δια παραλείψεως, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, την πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος.

Συγκεκριμένα, στην Τοπική Κοινότητα Πολυδρόσου του Νομού Φωκίδας, εντός του χρονικού διαστήματος από την 1-1-2018 και εντεύθεν και, συγκεκριμένα, στη θέση "...", εντός οικοπεδικού χώρου ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ο οποίος χρησίμευε ως χώρος προσωρινής εναπόθεσης ογκωδών αντικειμένων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος με παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου 1650/1986 ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου και εκ της ιδιότητάς τους να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, έχοντας την ιδιότητα, η μεν δεύτερη, της Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών με αρμοδιότητα την εποπτεία της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πολιτικής Προστασίας του εν λόγω Δήμου και καθήκον, μεταξύ άλλων, την ορθή διαχείριση των απορριμμάτων του Δήμου Δελφών, ο δε πρώτος, του Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών, αρμοδίου κατά τόπον για ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση των απορριμμάτων εντός των διοικητικών ορίων της Δημοτικής Ενότητας Παρνασσού, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου [σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 1650/1986 και το άρθρο 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Δελφών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 6155/1786182017 Απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ.

Β' 3698/19-10-2017)] και εκ της ιδιότητάς τους να μεριμνήσουν, αφενός για τη συγκρότηση συνεργείων για την αποκομιδή των αστικών απορριμμάτων και των ογκωδών αντικειμένων, αφετέρου για την επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του ανωτέρω χώρου, ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, δεν έπραξαν τούτο και, συγκεκριμένα, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την έγκαιρη αποκομιδή των αστικών απορριμμάτων που συσσωρεύτηκαν στον ανωτέρω χώρο, ούτε για την επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του τελευταίου, μέσω τοποθέτησης ασφαλούς περίφραξης και ειδικού φυλακτικού προσωπικού, προς αποτροπή της δυνατότητας εισόδου τρίτων προσώπων.

Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, που εκδηλώθηκε δια της ως άνω παράλειψής τους, ήταν να συγκεντρωθεί, στον ανωτέρω τόπο, μεγάλη ποσότητα στερεών αποβλήτων και, συγκεκριμένα, απορρίμματα αστικού τύπου, καθώς και ογκώδη αντικείμενα, εκ του λόγου δε, αυτού, να προκληθεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Με τον τρόπο αυτό, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, περισσότερες από μία φορές, με πρόθεση προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος, υπό την έννοια της οποιασδήποτε προκληθείσας σε αυτό μεταβολής που είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, την ανωτέρω δε πράξη τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου και εκ της ιδιότητάς τους να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

Επίσης, αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν, στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, δια παραλείψεως, κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία), κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης του άρθρου 288 παρ. 1 του νέου Π.Κ., την πράξη της παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου. Συγκεκριμένα, στην Τοπική Κοινότητα Πολυδρόσου του Νομού Φωκίδας, εντός του χρονικού διαστήματος από την I -1 -2018 και εντεύθεν και, συγκεκριμένα, στη θέση "...", εντός οικοπεδικού χώρου, ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ο οποίος χρησίμευε ως χώρος προσωρινής εναπόθεσης ογκωδών αντικειμένων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση ματαίωσαν ή δυσχέραναν την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται, την ανωτέρω δε, πράξη, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, έχοντας την ιδιότητα η μεν δεύτερη της Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών, με αρμοδιότητα την εποπτεία της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πολιτικής Προστασίας του εν λόγω Δήμου, ο δε πρώτος του αρμοδίου κατά τόπον Αντιδημάρχου της Δημοτικής Ενότητας Παρνασσού του Δήμου Δελφών, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τόσο εκ της ιδιότητάς τους, όσο βάσει νόμου [άρθρο 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Δελφών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 6155/1786182017 Απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ.

Β' 3698/19-10-2017)] να μεριμνήσουν για την ασφαλή λειτουργία, φύλαξη και πυρασφάλεια των χώρων προσωρινής εναπόθεσης απορριμμάτων, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, δεν έπραξαν τούτο και, συγκεκριμένα, δεν προέβησαν στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή κινδύνου πυρκαγιάς στον προαναφερθέντα χώρο, ειδικότερα δε, δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση ασφαλούς περίφραξης και ειδικού φυλακτικού προσωπικού, προς αποτροπή της δυνατότητας εισόδου τρίτων προσώπων.

Με τον τρόπο αυτό, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, περισσότερες από μία φορές με πρόθεση δυσχέραναν τις αναγκαίες και επιβεβλημένες ενέργειες για την αποτροπή υφιστάμενου κοινού κινδύνου για ξένα πράγματα, εκ της ενδεχόμενης πρόκλησης πυρκαγιάς στον προαναφερθέντα χώρο, κίνδυνος που πραγματώθηκε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πρόκλησης πυρκαγιάς, στις 2-1-2018 και 11-3-2018, την ανωτέρω δε πράξη τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις ανωτέρω πράξεις, οι οποίες στοιχειοθετούνται πλήρως τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση" Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα , των αδικημάτων: α) της υποβάθμισης περιβάλλοντος ,κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, και β) της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, και αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ.2 α' του ΠΚ ,της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ αμφότερους τους κατηγορούμενους ενόχους, του ότι:

α) στην Τοπική Κοινότητα Πολυδρόσου του Νομού Φωκίδας, εντός του χρονικού διαστήματος από την 1-1-2018 και εντεύθεν και, συγκεκριμένα, στη θέση "...", εντός οικοπεδικού χώρου ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ο οποίος χρησίμευε ως χώρος προσωρινής εναπόθεσης ογκωδών αντικειμένων, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος με παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου 1650/1986 ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου και εκ της ιδιότητάς τους να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, έχοντας την ιδιότητα, η μεν δεύτερη της Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών, με αρμοδιότητα την εποπτεία της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πολιτικής Προστασίας του εν λόγω Δήμου και καθήκον, μεταξύ άλλων, την ορθή διαχείριση των απορριμμάτων του Δήμου Δελφών, ο δε πρώτος του Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών, αρμοδίου κατά τόπον για ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση των απορριμμάτων εντός των διοικητικών ορίων της Δημοτικής Ενότητας Παρνασσού, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου [σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 1650/1986 και το άρθρο 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Δελφών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 6155/1786182017 Απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ.

Β' 3698/19-10-2017)] και εκ της ιδιότητάς τους να μεριμνήσουν, αφενός για τη συγκρότηση συνεργείων για την αποκομιδή των αστικών απορριμμάτων και των ογκωδών αντικειμένων, αφετέρου για την επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του ανωτέρω χώρου, ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, δεν έπραξαν τούτο και, συγκεκριμένα, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την έγκαιρη αποκομιδή των αστικών απορριμμάτων που συσσωρεύτηκαν στον ανωτέρω χώρο, ούτε για την επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του τελευταίου, μέσω τοποθέτησης ασφαλούς περίφραξης και ειδικού φυλακτικού προσωπικού, προς αποτροπή της δυνατότητας εισόδου τρίτων προσώπων.

Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, που εκδηλώθηκε δια της ως άνω παράλειψής τους, ήταν να συγκεντρωθεί, στον ανωτέρω τόπο, μεγάλη ποσότητα στερεών αποβλήτων και, συγκεκριμένα, απορρίμματα αστικού τύπου, καθώς και ογκώδη αντικείμενα, εκ του λόγου δε αυτού να προκληθεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Με τον τρόπο αυτό, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, περισσότερες από μία φορές, με πρόθεση προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος, υπό την έννοια της οποιασδήποτε προκληθείσας σε αυτό μεταβολής που είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, την ανωτέρω δε πράξη τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση βάσει νόμου και εκ της ιδιότητάς τους να παρεμποδίσουν την επέλευσή της.

β) στην Τοπική Κοινότητα Πολυδρόσου του Νομού Φωκίδας, εντός του χρονικού διαστήματος από την 1-1-2018 και εντεύθεν και, συγκεκριμένα, στη θέση "..."', εντός οικοπεδικού χώρου ιδιοκτησίας του Δήμου Δελφών, ο οποίος χρησίμευε ως χώρος προσωρινής εναπόθεσης ογκωδών αντικειμένων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση ματαίωσαν ή δυσχέραναν την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται.

την ανωτέρω δε. πράξη, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευσή της. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, έχοντας την ιδιότητα η μεν δεύτερη της Αντιδημάρχου του Δήμου Δελφών, με αρμοδιότητα την εποπτεία της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πολιτικής Προστασίας του εν λόγω Δήμου, ο δε πρώτος του αρμοδίου κατά τόπον Αντιδημάρχου της Δημοτικής Ενότητας Παρνασσού του Δήμου Δελφών, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τόσο εκ της ιδιότητάς τους, όσο βάσει νόμου [άρθρο 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Δελφών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 6155/1786182017 Απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ.

Β' 3698/19-10-2017)] να μεριμνήσουν για την ασφαλή λειτουργία, φύλαξη και πυρασφάλεια των χώρων προσωρινής εναπόθεσης απορριμμάτων, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, δεν έπραξαν τούτο και, συγκεκριμένα, δεν προέβησαν στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή κινδύνου πυρκαγιάς στον προαναφερθέντα χώρο, ειδικότερα δε, δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση ασφαλούς περίφραξης και ειδικού φυλακτικού προσωπικού, προς αποτροπή της δυνατότητας εισόδου τρίτων προσώπων.

Με τον τρόπο αυτό, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, περισσότερες από μία φορές, με πρόθεση δυσχέραναν τις αναγκαίες και επιβεβλημένες ενέργειες για την αποτροπή υφιστάμενου κοινού κινδύνου για ξένα πράγματα, εκ της ενδεχόμενης πρόκλησης πυρκαγιάς στον προαναφερθέντα χώρο.

κίνδυνος που πραγματώθηκε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πρόκλησης πυρκαγιάς, στις 2-1-2018 και 11-3-2018. την ανωτέρω δε πράξη τέλεσαν με παράλειψη, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευσή της" Α] Ως προς την αξιόποινη πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, προκύπτει ότι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο ,μεταξύ άλλων, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12, 14,15,18 εδάφ.

α' και γ', 26 εδ.α', 27 παρ.1, 45, 51, 53, 57, 79, 80, 84 παρ.2α', 98 παρ.1 , 463 παρ.1 και 2 του ν. ΠΚ, άρθρα 1,2 παρ.4, 12 και 28 παρ.2 του ν.1650/1986, όπως ισχύει μετά από τη θέσπιση των ν. 4014/2011 και 4042/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ν.1650/1986 και το άρθρο 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Δελφών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 6155/1786182017 Απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας [Φ.Ε.Κ.

Β'3698/19-10-2017], τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, οπότε δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως. Πιο συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, αφού διαλαμβάνει στο σκεπτικό της τα ακόλουθα : 1] την ιθύνουσα θέση της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας [αντιδήμαρχος Δελφών ,κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, με απόφαση του δημάρχου του ως άνω δήμου], 2] τις αρμοδιότητες της κατηγορούμενης στο δήμο Δελφών που ανάγονται στην εποπτεία της διεύθυνσης περιβάλλοντος και πολιτικής προστασίας του εν λόγω δήμου, 3] την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που είχε η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη βάσει νόμου ,και δη του άρθρου 12 του ν. 1650/1986 και του άρθρου 13 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του δήμου Δελφών, όπως τούτο ίσχυε μετά την ως άνω τροποποίησή του, αλλά και ως εκ της ανωτέρω ιθύνουσας θέσης της, να παρεμποδίσει την πρόκληση υποβάθμισης του περιβάλλοντος του δήμου Δελφών με τις αναφερόμενες παραλείψεις της που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ν. 1650/1986, 4] οι παραλείψεις της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας που συνίστανται στο ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ούτε για την έγκαιρη αποκομιδή των αστικών απορριμμάτων (αποβλήτων) του ανωτέρω δήμου, ούτε για την επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του χώρου εναπόθεσής τους ,μέσω της τοποθέτησης ασφαλούς περίφραξης και φυλακτικού προσωπικού, προς αποτροπή της δυνατότητας εισόδου τρίτων σ' αυτόν και συγκέντρωσης ογκωδών αντικειμένων, 5] η προκληθείσα υποβάθμιση του περιβάλλοντος του ανωτέρω δήμου, συνεπεία των ανωτέρω παραλείψεων της κατηγορούμενης, που συνίσταται στη συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας στερεών αποβλήτων (απορριμμάτων) και ογκωδών αντικειμένων στο χώρο διαχείρισης απορριμμάτων ,υπό την έννοια της μεταβολής αυτού η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων του άνω δήμου, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, και 6] ο δόλος της κατηγορούμενης στην από κοινού μετά του συγκατηγορουμένου της πρόκληση της επίδικης υποβάθμισης περιβάλλοντος του ανωτέρω δήμου δια των ανωτέρω παραλείψεών της.

Γνωμάτευση ειδικών επιστημόνων και μετρήσεις για τη διακρίβωση της επίδικης υποβάθμισης περιβάλλοντος δεν ήταν αναγκαία, διότι, εν προκειμένω, πρόκειται περί απλής υποβάθμισης περιβάλλοντος, η οποία ,κατά τα ήδη εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν προϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες και εκθέσεις από ειδικούς επιστήμονες, καθόσον αφορά στην αισθητική παρουσία του περιβάλλοντος χώρου, η οποία γίνεται εύκολα αντιληπτή και κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις και την παιδεία του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες.

Περαιτέρω, για την κατάφαση της ενοχής της κατηγορούμενης- αναιρεσείουσας για την μη περισυλλογή των αποβλήτων ,την συγκέντρωση ογκωδών αντικειμένων και την μη επαρκή και κατάλληλη φύλαξη του χώρου προσωρινής εναπόθεσης αυτών, παρότι είχε ιδιαίτερη υποχρέωση προς τούτο εκ του νόμου αλλά και λόγω της ως άνω ιθύνουσας θέσης της και την εξ αιτίας των ανωτέρω παραλείψεών της υποβάθμιση του περιβάλλοντος στις περιοχές απόρριψης και εναπόθεσης, ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όλα τα αναφερόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα στο προϊμιο του σκεπτικού της, μεταξύ των οποίων και η με αρ. πρωτ. οικ. 4217/1-3-2017 απόφαση του Δημάρχου Δελφών [αναγνωστέο 4], δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας -κατηγορούμενης, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον ,όπως αιτιάται, δεν προσδιορίζονται και δεν μνημονεύονται στην απόφαση :

α] η ιθύνουσα θέση της (κατηγορούμενης) και οι ανατεθείσες σ' αυτήν αρμοδιότητες, β] ο δόλος ή η αμέλειά της ως προς τη τέλεση της ανωτέρω ένδικης αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε, γ] οι παραβιασθείσες απ' αυτήν διατάξεις του ν. 1650/1986 προς τις οποίες αντιβαίνει η προσωρινή εναπόθεση αντικειμένων και η συσσώρευσή τους πάνω από κάποιο όριο εντός του επίδικου οικοπέδου του δήμου Δελφών και η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την επίδικη υποβάθμιση, δ] η απόφαση του δήμου Δελφών με την οποία δημιουργήθηκε ο χώρος προσωρινής εναπόθεσης αποβλήτων και αντικειμένων ,ε] το διάταγμα ή η υπουργική ή νομαρχιακή απόφαση ή διάταξη νόμου που προβλέπει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο εναπόθεσης απορριμμάτων και εν γένει ρύπων, στ] η γνωμάτευση ειδικών με την οποία διαπιστώθηκε η επίδικη υποβάθμιση περιβάλλοντος, και ζ] περιστατικά από τα οποία να τεκμηριώνονται η πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και υγείας, είναι αβάσιμες.

Εξάλλου, οι προεκτεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν "επανάληψη του διατακτικού" της τελευταίας, όπως αιτιάται η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορούμενη, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά (ΑΠ 1375/2010).

Επομένως, η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας , επειδή, όπως διατείνεται, το αιτιολογικό της είναι απλή αντιγραφή του κατηγορητηρίου (διατακτικού) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμη.

Εξάλλου, και η εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση περί μη λήψης υπόψη άλλως εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων ,και δη της με αρ. πρωτ. οικ. 4217/1-3-2017 αποφάσεως του Δημάρχου Δελφών που αφορά τις αρμοδιότητες της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης ,ως αντιδημάρχου του δήμου Δελφών, είναι απαράδεκτη, διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Οι δε λοιπές αιτιάσεις που πλήττουν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ,είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ,από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αντίστοιχα, ως προς την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος, τελεσθείσα δια παραλείψεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, είναι αβάσιμοι.

Β] Ως προς την ένδικη πράξη της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, τελεσθείσα δια παραλείψεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, προκύπτει ότι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 288 παρ. 1 ΠΚ, που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται συγχρόνως ότι κατά το χρόνο τελέσεως της εν λόγω πράξεως ,ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος από την 1-1-2018 και εφεξής, αφενός μεν η κατηγορούμενη, έχοντας την ιδιότητα της αντιδημάρχου του δήμου Δελφών, με αρμοδιότητα την εποπτεία της διεύθυνσης περιβάλλοντος και πολιτικής προστασίας του εν λόγω δήμου, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, τόσο εκ της ως άνω ιδιότητάς της όσο και εκ των αναφερομένων διατάξεων του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του δήμου Δελφών, να φροντίσει για την ασφαλή λειτουργία, φύλαξη και πυρασφάλεια των χώρων προσωρινής εναπόθεσης απορριμμάτων, δεν προέβη στη λήψη μέτρων για την αποφυγή κινδύνου πυρκαγιάς στον ανωτέρω χώρο, αφετέρου δε ότι η κατηγορούμενη δυσχέρανε τις αναγκαίες και επιβεβλημένες ενέργειες για την αποτροπή υφισταμένου κοινού κινδύνου για ξένα πράγματα εκ της ενδεχόμενης πρόκλησης πυρκαγιάς στον ως άνω χώρο, κίνδυνος που πραγματώθηκε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πρόκλησης πυρκαγιάς ,ήτοι στις 2/1/2018 και 11/3/2018, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζεται με σαφήνεια ποίου τρίτου και ποίες ενέργειες αυτού οι οποίες ήταν αναγκαίες για την καταστολή ή αποτροπή του κοινού κινδύνου, δυσχέρανε ή ματαίωσε η αναιρεσείουσα, και τούτο, διότι μόνο τότε διαπράττεται το έγκλημα της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αντίστοιχα, σε σχέση με την ανωτέρω ένδικη πράξη, είναι βάσιμοι.

Μετά ταύτα, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να γίνει δεκτή εν μέρει ως προς τους ,εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ ,πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης ,καθό μέρος αυτοί αφορούν την ένδικη πράξη της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, τελεσθείσα δια παραλείψεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, να απορριφθεί δε αυτή κατά τα λοιπά, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την ανωτέρω ένδικη πράξη, ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής για την εν λόγω πράξη ,καθώς και ως προς τις διατάξεις περί καθορισμού συνολικής ποινής στην αναιρεσείουσα , και τέλος, να παραπεμφθεί η υπόθεση ,κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους ,εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 και 522 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους ......".

Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι ,κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την ένδικη πράξη της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου ,που έγιναν δεκτοί, δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτής, αλλά αφορούν και το πρόσωπο του συγκαταδικασθέντος συγκατηγορουμένου της Γ. Ι. του Κ. , στον οποίο επιβλήθηκε η ίδια ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών για την ίδια ως άνω πράξη. Επομένως, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως της αναιρεσείουσας πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ, και στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της, που καταδικάσθηκε για την ίδια πράξη και δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλομένης από την αναιρεσείουσα αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθμ. 229 /2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας ως προς την αναιρεσείουσα Μ. Α. του Ζ., και συγκεκριμένα : α) κατά το μέρος που αφορά την ένδικη πράξη της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, τελεσθείσα δια παραλείψεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, β) ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής για την ανωτέρω πράξη, και γ) ως προς τις διατάξεις περί καθορισμού της συνολικής ποινής.

ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και στον συγκαταδικασθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας Γ. Ι. του Κ.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω υπό στοιχείο α', β' και γ' αναιρεθέν μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ , κατά τα λοιπά, την με αρ. εκθ. κατ. 5/2024 κρινόμενη αίτηση της Μ. Α. του Ζ. για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ