Supreme Court allows appeal against lower court ruling on easement establishment due to lack of legal basis regarding land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the establishment of an easement. The lower court failed to address whether the specific land parcel was legally capable of supporting a servitude, as it had been declared reforested and thus unusable for such purposes. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the presence of parties in appeal proceedings, and if a party's absence prevents a valid hearing, the appeal is allowed and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 734 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 734/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουρτέση, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Αικατερίνης Κατσέλη του Ιωάννη, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2726/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αρχικώς εναγόμενη Α. συζ. Ι. Κ., με την από 28-4-2017 αίτηση και τους από 10-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1785/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της πιο πάνω 2726/2017 αποφάσεως, την από 1-6-2017 τριτανακοπή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2421/2018 μη οριστική, 14719/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4664/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του α' αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 709/2023, ΑΠ 583/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αναγκαίοι ομόδικοι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις με αριθμ. ...-2022, ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Π., Μ. Π. και Π. Π., αντίστοιχα, τις από ...-2022, ...-2022 και ...-2022, αποδείξεις παραλαβής του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου, αντίστοιχα, και τις από ...-2022, ...-2022 και ...-2022 βεβαιώσεις του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, αντίστοιχα, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την, στη συνέχεια αυτής, από 06-09-2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την, από 06-09-2022, πράξη του Προέδρου του Γ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν, κατά τη σημερινή συνεδρίαση, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών, αναγκαίων ομοδίκων του πρώτου αναιρεσιβλήτου. [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κάθε τρίτος ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικώς εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική, και να ζητήσει την, ως προς αυτόν, ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης και όχι την εξαφάνισή της, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ, βάσει του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.
Μάλιστα, ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το αντίστοιχο δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή χωρίς άλλη προϋπόθεση, ούτε είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο για: α) τους διάδικους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή παρά μόνο μπορούν να προσβάλουν την απόφαση στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρο 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή μόνον αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρο 586 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, που εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση.
Με την τριτανακοπή, η οποία δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, δεν ασκείται κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα. Η βλάβη ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, που θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδεχόμενη, αρκεί πάντως να προκύπτει από την απόφαση ή την εκτέλεσή της (ΑΠ 95/2014, ΑΠ 554/2012).
Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί ή είναι αναγνωριστική, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 812/2013).
Η τριτανακοπή ασκείται, ανεξάρτητα από το αν η οριστική απόφαση που έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης είναι ήδη (κατά την άσκηση της τριτανακοπής) τελεσίδικη ή αμετάκλητη. Η τριτανακοπή, σε περίπτωση ύπαρξης εκκρεμοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΚΠολΔ, εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 52/2013). [3] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 532, 533 και 537 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η υπόθεση διήλθε και τον δεύτερο βαθμό και η έφεση έγινε τυπικά δεκτή σε τριτανακοπή υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου διότι αν, περαιτέρω, η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσία η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία η πρωτόδικη ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου (ΑΠ 505/2006, πρβλ.
ΟλΑΠ 40/1996). [4] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511, 512 και 513 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κανόνας είναι το εκκλητό των δικαστικών αποφάσεων, διότι όπου ο νομοθέτης θέλησε το αντίθετο, το όρισε ρητώς, ενώ σε περίπτωση αμφιβολίας ισχύει ο κανόνας και οι αποφάσεις θεωρούνται εκκλητές. Η δίκη επί της τριτανακοπής είναι μία νέα δίκη και όχι συνέχιση της προηγούμενης, δηλαδή αν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί της τριτανακοπής, εξετάζεται η τριτανακοπή, και δια τούτο στις διατάξεις του άρθρου 587 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αυτή εισάγεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι, αν ασκηθεί τριτανακοπή επί απόφασης που εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 17 Α ΚΠολΔ), η απόφαση επί της τριτανακοπής προσβάλλεται με έφεση, γιατί υφίσταται ανώτερο δικαστήριο να δικάσει την υπόθεση, και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η σώρευση, κατ' άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, και αναγνωριστικής αγωγής, διότι δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 12 παρ. 2 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, διότι πρόκειται για νέα δίκη εισαγόμενη στο ανωτέρω αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο. [5] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε διάδικο (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 611/2021), με αποτέλεσμα να υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομόδικους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 466/2023, ΑΠ 1327/2022).
Κατά το άρθρο 503 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 215/2018).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο, αν κατά το χρόνο άσκησής της, έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 493/2023, ΑΠ 597/2021), ενώ αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1334/2023, ΑΠ 583/2023, ΑΠ 792/2022). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 130/2023, ΑΠ 792/2022). [6] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 4664/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου - πρώτου εφεσιβλήτου - πρώτου καθ' ου η τριτανακοπή, και ερήμην των λοιπών αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων - κληρονόμων αυτής καθής η τριτανακοπή Α.
Κ., με την οποία απορρίφθηκε η, από 01-06-2017, έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - τριτανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 14179/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 01-06-2017 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος με τη σωρευθείσα, σ' αυτήν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ακινήτου, που εισήχθη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αρμοδίου καθ' ύλην πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διότι με τη με αριθμ. 2726/2017 απόφασή του, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 11-04-2013, έφεση κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 21/2013, απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η 05-06-2012 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της Α.
συζ. Ι. Κ., ήδη δικαιοπαρόχου των 2ου, 3ου και 4ης αναιρεσιβλήτων, και η παραπάνω εκκαλούμενη ενσωματώθηκε στη με αριθμ. 2726/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-11-2021, επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, στις 01-03-2022, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Π., πλην όμως κατέστη τελεσίδικη και εκκίνησε η προθεσμία προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μόνο μετά την επίδοσή της προς τους ερημοδικασθέντες δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αναγκαίους ομόδικους του πρώτου αναιρεσίβλητου, τόσο στην τριτανακοπή, κατά τα προαναφερόμενα, όσο και στη σωρευθείσα αναγνωριστική αγωγή, διότι, κατ' άρθρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι όλων των ομόδικων.
Ειδικότερα, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα με τις με αριθμ. ...-2022, ...-2022, και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Π., Μ. Π. και Π. Π., αντίστοιχα, την από 23-03-2022 απόδειξη παραλαβής του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου και την από 23-03-2022 βεβαίωση του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή σε συνδυασμό με το με αριθμ. 241/13-04-2022 πιστοποιητικό μη άσκησης ένδικων μέσων, ήτοι στις 07-04-2022, και έκτοτε μέχρι την, από 15-04-2022 κατάθεση αυτής στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, δεν παρήλθε η 30νηθήμερη προθεσμία.
Επομένως, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Mε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση κλ.π.) με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων".
Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1029/2021).
Επί συμπληρωθείσας, ως άνω, μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924, "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969, "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας, το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 773/2020), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και, συνεπώς, στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας, κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013), ούτε ασκεί έννομη επιρροή, στην κυριότητα που αποκτήθηκε, η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 53/2023, ΑΠ 764/2022, ΑΠ 769/2020). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν ακίνητο στερείται της αναγκαίας προς κοινόχρηστο δρόμο διόδου, τότε ο κύριός του δικαιούται να απαιτήσει δίοδο από τους κυρίους των όμορων προς το ακίνητό του ακινήτων με καταβολή ανάλογης αποζημίωσης.
Ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου.
Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, όπως και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Σκοπός του νόμου είναι η απόκτηση της αναγκαίας διόδου, υπό τη μορφή εμπράγματης δουλείας οδού, ώστε με τη λειτουργία της το περίκλειστο ακίνητο να έχει στο εξής ικανή πρόσβαση σε κοινόχρηστο δρόμο και να γίνεται πλέον ανεμπόδιστα η κατά προορισμό οικονομική του εκμετάλλευση (ΑΠ 1843/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1453/2010).
Σε περίπτωση, επομένως, που μεταξύ του περίκλειστου και του κοινόχρηστου δρόμου παρεμβάλλονται διαδοχικά περισσότερα από ένα ακίνητα, τότε, για να εκπληρώνεται ο προαναφερόμενος σκοπός, (με την παροχή της αναγκαίας διόδου από το περίκλειστο έως τον κοινόχρηστο δρόμο), και, επομένως, να είναι από το λόγο αυτό σύννομο το σχετικό αίτημα της αγωγής, πρέπει να ενάγονται ως αναγκαίοι ομόδικοι όλοι οι παρεμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων, είτε από κοινού, είτε με χωριστές αγωγές, οι οποίες όμως στην τελευταία αυτήν περίπτωση αναγκαίως συνεκδικάζονται.
Διαφορετικά υπάρχει αδυναμία διεξαγωγής της δίκης με μερικούς μόνο από αυτούς (ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 935/2003). Μόνη εξαίρεση μπορεί να αποτελέσει η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο ενάγων παραλείπει την εναγωγή ενδιάμεσου ιδιοκτήτη, επειδή με νόμιμο τρόπο έχει εξασφαλίσει το διά μέσου του συγκεκριμένου ακινήτου δικαίωμα διέλευσης, έστω και με τη μορφή περιορισμένης προσωπικής δουλείας (ΑΠ 1453/2010).
Υπόχρεος παροχής διόδου μπορεί να είναι και το Δημόσιο, ο Δήμος ή Κοινότητα, όταν το ενδιάμεσο ακίνητο ανήκει στην ιδιωτική τους περιουσία (ΑΠ 1453/2010, πρβλ ΑΠ 226/2017). Η απόφαση που διατάσσει την παροχή διόδου σύμφωνα με τα άρθρ. 1012 και 1013 ΑΚ είναι διαπλαστική (ΑΠ 1453/2010) με αποτέλεσμα η έκδοσή της να συνεπάγεται την αυτοδίκαιη απόκτηση του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος, υπό τον όρο της καταβολής της αποζημίωσης και της μεταγραφής της απόφασης στα βιβλία μεταγραφών ή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου και της καταβολής της καθορισθείσας αποζημίωσης.
Δεν απαιτείται εκτέλεση της απόφασης για να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της διάπλασης. Κατά τελολογική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων (άρθρ. 1013 ΑΚ, 904 ΚΠολΔ) η απόφαση για την παροχή διόδου ενέχει εκτελεστότητα και με βάση αυτή μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση στον δικαιούχο της οιονεί νομής της δουλείας διόδου, διότι τούτο επιβάλλει η ανάγκη για την ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού, σε συνδυασμό με την αρχή της οικονομίας της δίκης, και θα γίνει αμέσως κατά το άρθρ. 943 ΚΠολΔ, το οποίο ρυθμίζει την εκτέλεση όχι μόνο επί απόδοσης της κυριότητας ακινήτου αλλά και επί των πραγματικών δουλειών, ήτοι ο δικαστικός, δηλαδή, επιμελητής, μετά τη νόμιμη προδικασία (άρθρ. 918 επόμ.
ΚΠολΔ), αφού οριοθετήσει την παρασχεθείσα δίοδο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης, αποβάλλει τον καθ' ου η εκτέλεση απ' αυτήν και εγκαθιστά σ` αυτήν τον επισπεύδοντα υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, παραδίδοντας έτσι σ` αυτόν την οιονεί νομή δουλείας οδού. [3] Δεν είναι δυνατή η κατά το προαναφερόμενο άρθρο 1012 ΑΚ σύσταση δουλείας διόδου σε κοινόχρηστα (άρθρο 967 ΑΚ), καθώς και σε ακίνητα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών (άρθρο 966 ΑΚ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ, πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους (ΑΠ 618/2014, ΑΠ 1453/2010). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 967 και 970 ΑΚ, σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να παραχωρηθούν, με παραχώρηση της αρχής, κατά τους όρους του νόμου, ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση, πάντως όχι με τη μορφή δουλείας.
Άρα ούτε με την κατ' άρθρο 1012 ΑΚ σύσταση αναγκαστικής δουλείας (ΑΠ 1453/2010, ΑΠ 30/2008). Κοινόχρηστα είναι και τα δημόσια δάση και άλση, εφόσον δεν είναι πράγματα ειδικής χρήσης. Το δάσος, ενόψει της ειδικής συνταγματικής προστασίας των δασών (άρθρο 24 Σ), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και είτε είναι ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε είναι κοινόχρηστο, όταν είναι ελεύθερη η χρήση του από το κοινό (ΟλΑΠ 10/2022, ΑΠ 1453/2010).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1, 118 παρ. 3 του Σ. προκύπτει ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της χώρας, ως φυσικά αγαθά και οικοσυστήματα, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης ονομασίας τους ή της θέσης τους σε σχέση προς τις οικιστικές περιοχές, υπάγονται από το Σύνταγμα σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμό χρήσης τους και τη διαφύλαξη της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας (ΟλΣτΕ 2153/2015).
Ειδικότερα, στη μεν διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων [όπως οι έννοιες αυτές ορίζονται στην κάτωθι του άρθρου αυτού ερμηνευτική δήλωση], εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον, στη δε διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 αυτού, με την οποία συμπληρώνεται η ρύθμιση για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων που εισάγεται με το άρθρο 24 παρ. 1, προβλέπεται ότι "Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό".
Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις επιβάλλουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει πρόσφορα για τον σκοπό αυτό μέσα, τα οποία να καθιερώνουν το ενδεδειγμένο σύστημα προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, κατά την εκάστοτε αντίληψή του, υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμβατότητά της με το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Ο προορισμός των δασών και δασικών εκτάσεων καθορίζεται απ' ευθείας από το Σύνταγμα. Ειδικότερα, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις (:εκτάσεις με δασική βλάστηση) απαγορεύεται να μεταβάλουν προορισμό, δηλαδή να απωλέσουν την ιδιότητά τους ως εκτάσεων με δασική βλάστηση (όπως η εν λόγω ιδιότητα ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα στην υπό τη διάταξη αυτή ερμηνευτική δήλωση), μπορούν, όμως, κατ' εξαίρεση, να διατεθούν για άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (οπότε και χάνουν την ανωτέρω ιδιότητα), σύμφωνα με τις αυστηρές προϋποθέσεις που τάσσει σχετικώς η δασική νομοθεσία και εντός των ορίων, την τήρηση των οποίων εγγυάται το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, των δασών ή δασικών εκτάσεων δημόσιων ή ιδιωτικών που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή αποψιλώνονται από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενη είτε από ανθρώπινη ενέργεια είτε από φυσικά αίτια (ΣτΕ 2753/1994 Ολομ., 2281/1992 Ολομ.), μόνος εφ' εξής προορισμός είναι η αναδάσωση, η οποία κηρύσσεται υποχρεωτικά (ΟλΣτΕ 677/2010), δηλαδή η επανάκτηση του αρχικού τους χαρακτήρα, η οποία και αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, αποσκοπώντας στην αναγέννηση της δασικής βλάστησης από την οποία καλυπτόταν το δάσος ή η δασική έκταση πριν από την καταστροφή τους.
Έτσι, οι δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, οι οποίες έχουν κηρυχθεί ως αναδωσωτέες, δεν είναι, καταρχήν, επιτρεπτό να διατεθούν για άλλο σκοπό δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή κατά τρόπο ο οποίος να αναιρεί την επανάκτηση της ως άνω υλικώς απολεσθείσας ιδιότητας, παρά μόνον εφόσον έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της αναδάσωσης, εφόσον, δηλαδή, η καταστραφείσα δασική βλάστηση έχει αναγεννηθεί και η έκταση έχει προσλάβει και πάλι δασική μορφή [οπότε οι αναδασωτέες εκτάσεις εξομοιώνονται, και από την άποψη αυτή, με τις λοιπές εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και μπορούν, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να διατεθούν μόνο τα δημόσια και όχι τα ιδιωτικά για άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος σύμφωνα με τους αυστηρούς όρους της δασικής νομοθεσίας και εντός των ορίων, την τήρηση των οποίων εγγυάται το άρθρο 24 του Συντάγματος, εφόσον δηλαδή, ο σκοπός αυτός είναι από εκείνους που είναι επιτρεπτό να ικανοποιούνται με θυσία δασικής γης και, επιπλέον, εφόσον σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται από τα αρμόδια δημόσια όργανα βάσει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και τεκμηρίωσης ότι η θυσία αυτή είναι πράγματι επιβεβλημένη και δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος για τον οποίο πρόκειται (ΟλΣτΕ 2153/2015 Ολομ ΣτΕ 3089/2017), χωρίς, ωστόσο, όπως έχει κριθεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι προκειμένου για τιθέμενο με ιδιαίτερη επιτακτικότητα λόγο δημοσίου συμφέροντος (ΟλΣτΕ 2153/2015, ΟλΣτΕ 2499/2012 Ολομ.) να αποκλείονται επεμβάσεις και στις δασικές αυτές εκτάσεις που κηρύχθηκαν αναδωσετέες και πριν ακόμα ανακτήσουν υλικώς τη δασική μορφή τους (ΑΠ 1132/2022, ΣτΕ 780/2022).
Επομένως, και επί των αναδασωτέων δασών (δημόσιων ή ιδιωτικών) δεν είναι δυνατή η σύσταση, δια δικαστικής απόφασης, δουλείας διόδου, διότι μεταβάλλεται ο προορισμός της αναδασωτέας έκτασης (πρβλ. ΑΠ 1453/2010, ΑΠ 30/2008, ΣτΕ 1132/2022). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1033/2023).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο Κ. Δ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), με την από 5.6.2012 (αριθ. κατ. δικ. 71/5.6.2012) αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος ενός ακινήτου (αγρού), εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...
και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α., νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν., βορειοανατολικά με ρέμα και δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π. Ότι το ακίνητό του αυτό, που είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και βρίσκεται εκτός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, είναι περίκλειστο, καθόσον δεν έχει την αναγκαία δίοδο προς το δημόσιο δρόμο, που περνά σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από τη ΒΑ γωνία του, το γεγονός δε αυτό καθιστά αδύνατη την εκμετάλλευσή του για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.
Ότι μεταξύ αυτού και του προς τα ανατολικά διερχόμενου αγροτικού δρόμου, μεσολαβεί το ακίνητο (αγρός) της εναγομένης (δικαιοπάροχο των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων), που περιγράφεται στην αγωγή λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι η κατάλληλη και προσφορότερη δίοδος είναι εκείνη που διέρχεται από τη νότια πλευρά και στην άκρη αυτής του κτήματος της εναγομένης, όπου ήδη είναι διαμορφωμένη η δίοδος, θα αρχίζει από τον προς τα ανατολικά διερχόμενο αγροτικό χωματόδρομο και κατευθυνόμενη δυτικά σε μήκος είκοσι πέντε (25) μέτρων περίπου και πλάτος τριών (3) μέτρων (συνολική έκταση 75 τ.μ.) φθάνει μέχρι την ανατολική πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος, δεν επέρχεται καμιά απολύτως βλάβη στο ακίνητο της εναγομένης.
Ακολούθως, ο ενάγων ζήτησε: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραχωρήσει την απαραίτητη για τη διέλευσή του δίοδο για το περίκλειστο ακίνητό του από το αναφερόμενο στην αγωγή κτήμα αυτής προς τον ως άνω δρόμο, ώστε να διέρχεται πεζή και με τροχοφόρα μέσα, έναντι καταβολής ανάλογης αποζημίωσης, β) να απειληθεί εναντίον της εναγομένης προσωπική κράτηση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε μελλοντική παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και γ) να κηρυχθεί η τελευταία προσωρινά εκτελεστή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 21/2013 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο, είναι ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα στοιχεία που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, και νόμιμη, ως ερειδόμενη στις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα παρεπόμενα αιτήματά της, ακολούθως δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας αφενός την εναγόμενη να παραχωρήσει από το ακίνητό της εδαφική λωρίδα πλάτους τριών (3) μέτρων και μήκους είκοσι πέντε (25) μέτρων, συνολικής επιφάνειας 75 τ.μ.
και αφετέρου τον ενάγοντα να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ. Ο πρώτος των καθ' ων η τριτανακοπή, ήδη πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς του Συμβολαιογράφου ... Μ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του Δήμου ... και συνορεύει ανατολικά με ρέμα, πέραν του οποίου κείται η ιδιοκτησία της εναγομένης, δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π., βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν. Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Κ. -Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., ο πρώτος των καθ' ών η τριτανακοπή, πρώτος εφεσίβλητος κατέστη κύριος και του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί του προεκτεθέντος ακινήτου, καθιστάμενος πλέον αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού, όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται στο νεότερο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Κ., είναι εκτάσεως 1.176,91 τ.μ., συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α., νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν., βορειοανατολικά με ρέμα και δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π.
Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., η εναγομένη, δεύτερη των καθ' ών η τριτανακοπή (ήδη δικαιοπάροχος του δεύτερου, τρίτου και τέταρτης αναιρεσιβλήτων) κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος, που συνορεύει ανατολικά με βουνό και ήδη αγροτικό δρόμο, δυτικά με ρέμα, βόρεια με ιδιοκτησία Μ.
Κ. και νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ. Το ως άνω ακίνητό της βρίσκεται βορειοανατολικά του προεκτεθέντος ακινήτου του πρώτου των καθ' ων η τριτανακοπή, ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, τις δε ιδιοκτησίες τους, χωρίζει το ανωτέρω ρέμα που αποτελεί και το κοινό όριο αυτών. Το ακίνητο του πρώτου των καθ' ών η τριτανακοπή, ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, είναι περίκλειστο, στερούμενο της αναγκαίας διόδου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικοινωνία αυτού με τον δημόσιο δρόμο.
Ως καταλληλότερη και προσφορότερη δίοδος για την επικοινωνία του εν λόγω ακινήτου, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των προσκομιζόμενων τοπογραφικών διαγραμμάτων, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, κρίθηκε ότι πρέπει να παρασχεθεί το τμήμα που βρίσκεται στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας της Α.
Κ., που αρχίζει από τον διερχόμενο με κατεύθυνση προς τα ανατολικά αγροτικό χωματόδρομο "...", κατευθύνεται δυτικά σε πλάτος τριών (3) μέτρων και μήκος είκοσι πέντε (25) μέτρων, έχει επιφάνεια 75 τ.μ. και καταλήγει μέχρι την ανατολική πλευρά του ακινήτου του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου και τούτο, γιατί, η ανωτέρω δίοδος κρίνεται επαρκής για τις ανάγκες του ακινήτου του, ενόψει του ότι είναι ευχερώς προσβάσιμη και βατή, χωρίς να απαιτείται χωματουργική διαμόρφωση, αποκοπή δένδρων ή απομάκρυνση λοιπών εμποδίων, χρησιμοποιείται δε ήδη από αυτόν, προκειμένου να αποκτήσει το ακίνητό του πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο.
Το τριτανακόπτον (ήδη αναιρεσείον) με τον μοναδικό λόγο της ένδικης έφεσης, παραπονούμενο κατά της εκκαλουμένης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τμήμα της έκτασης που παρασχέθηκε στον πρώτο των καθ' ων η τριτανακοπή, πρώτο εφεσίβλητο, ως δουλεία διόδου, επιφάνειας 42,15 τ.μ., αποτελεί δημόσια δασική έκταση και πρανές του ρέματος, που του ανήκουν, καθόσον συνιστά τμήμα της γείτονος έκτασης που φέρεται να ανήκει στην Α.
Κ. και να εμπίπτει στην δια της ....2015 απόφασης της Γενικής Δ/νσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων κηρυχθείσα αναδασωτέα έκταση. Ο ισχυρισμός αυτός και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το παραπάνω εδαφικό τμήμα επιφάνειας 42,15 τ.μ., δεν ταυτίζεται με το πρανές τμήμα του ρέματος, που αποτελεί το όριο των δύο ιδιοκτησιών και συνδέει την ιδιοκτησία του Κ.
Δ. [Περαιτέρω, αναφορικά..] με τη δουλεία διόδου επί της ιδιοκτησίας της Α. Κ., αλλά συνιστά έτερο εδαφικό που ανήκει, όπως παραπάνω εκτίθεται, στην ιδιοκτησία της Α. Κ., [..με τις αιτιάσεις του τριτανακόπτοντος, ήδη εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να επισημανθούν τα εξής ] : Με την υπ' αριθ. πρωτ. ....2015 απόφαση της Γενικής Δ/νσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Δυτικής Αττικής, κηρύχθηκε αναδασωτέα η ανωτέρω έκταση της ιδιοκτησίας της Α.
Κ., μέρος της οποίας καταλαμβάνει και η επίδικη δίοδος, πλην όμως, η παροχή της διόδου αυτής στον Κ. Δ., δυνάμει της υπ' αριθ. 21/2013 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου ... είχε προηγηθεί της απόφασης της Διοίκησης (ΟλΑΠ 4/1990 ΕλλΔνη 1990,548). Την απόφαση αυτή, περί κηρύξεως αναδάσωσης, η ιδιοκτήτρια της γείτονος έκτασης προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την έφεση κατά της υπ' αριθ. 21/2013 οριστικής απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει τη δίκη στην Περιφέρεια και το Δασαρχείο.
Το δευτεροβάθμιο, ωστόσο, Δικαστήριο, εκδικάζοντας την έφεση επί της παρασχεθείσης δουλείας διόδου, δεν περιόρισε την επιφάνεια της παρασχεθείσης διόδου, λόγω της έκδοσης της προαναφερόμενης απόφασης της Διοίκησης περί κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας, στο εδαφικό τμήμα αυτής, την κυριότητα του οποίου δεν αμφισβητεί το εκκαλούν, καθόσον η δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί παροχής διόδου είναι διαπλαστική, άλλως έχει χαρακτήρα αναγνωριστικό και δεν υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση, με εξαίρεση τη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ (...).
Συνεπεία τούτου, η παρασχεθείσα δίοδος, σε κάθε περίπτωση, δεν προσβάλλει το δασικό χαρακτήρα της έκτασης που κηρύσσεται αναδασωτέα και επομένως, και, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν τίθεται ζήτημα βλάβης των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου. Σε συνέχεια των ανωτέρω, με την υπ' αριθ. 49/2017 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, επί σχετικής αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης της 21/2013 τελεσίδικης έως τότε, απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., στην οποία (αίτηση) άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αιτούσας η Περιφέρεια Αττικής/Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής ΝΠΔΔ και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο νομίμως εκπροσωπούμενο, πιθανολογήθηκε ότι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θα προκύψει κίνδυνος βλάβης για την αιτούσα Α.
Κ. με αποτέλεσμα να απορριφθεί η από 28.4.2017 αίτησή της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την τριτανακοπή του, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η τριτανακοπή του αναιρεσείοντος και η σωρευθείσα αναγνωριστική κυριότητας αγωγή. Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η Α.
συζ. Ι. Κ., δικαιοπάροχος του 2ου, 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, είναι κυρία, με τον αναφερόμενο παραπάνω παράγωγο τρόπο (... συμβόλαιο αγοράς, που μεταγράφηκε νόμιμα) ενός αγρού, έκτασης ενός (1) στρέμματος, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ..., που συνορεύει ανατολικά με βουνό, και ήδη αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Μ.
Κ., νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ., δυτικά με ρέμα, και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του πρώτου αναιρεσιβλήτου. 2) Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Κ. είναι κύριος, με τον αναφερόμενο παραπάνω παράγωγο τρόπο (... και ... συμβόλαια δωρεάς, που μεταγράφηκαν νόμιμα) ενός αγρού έκτασης ενός (1) στρέμματος, περίπου, που βρίσκεται στην αυτή παραπάνω θέση, που συνορεύει ανατολικά με ρέμα, πέραν του οποίου βρίσκεται η ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, δυτικά με ιδιοκτησία Χ.
Π., βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν. 3) Ότι με την 21/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... υποχρεώθηκε η προαναφερθείσα δικαιοπάροχος των 2ου, 3ου και 4ης αναιρεσιβλήτων, ως κυρία του παραπάνω αγρού, να παράσχει δίοδο στον πρώτο αναιρεσίβλητο, στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας της, που αρχίζει από τον διερχόμενο με κατεύθυνση προς τα ανατολικά αγροτικό χωματόδρομο "...", κατευθύνεται δυτικά σε πλάτος τριών (3) μέτρων και μήκος είκοσι πέντε (25) μέτρων, έχει επιφάνεια 75 τ.μ.
και καταλήγει μέχρι το ρέμα που χωρίζει την ιδιοκτησία της ανατολικής πλευράς του περίκλειστου ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου με την ιδιοκτησία της Α. συζ. Ι. Κ. 4) Ότι το επίδικο τμήμα των 42,15 τ.μ., επί του οποίου προβάλλει κυριότητα το αναιρεσείον δεν ταυτίζεται με το πρανές τμήμα του ρέματος, που αποτελεί το όριο των δύο ιδιοκτησιών και συνδέει την ιδιοκτησία του Κ.
Δ., πρώτου των αναιρεσιβλήτων με τη δουλεία διόδου επί της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων (κυρίας του δουλεύοντος ακινήτου), αλλά συνιστά έτερο εδαφικό τμήμα που ανήκει στην παραπάνω ιδιοκτησία της Α. Κ. 5) Ότι με την υπ' αριθ. πρωτ. ....2015 απόφαση της Γενικής Δ/νσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Δυτικής Αττικής, κηρύχθηκε αναδασωτέα, λόγω εκχέρσωσης, η ανωτέρω έκταση της ιδιοκτησίας της Α.
Κ., μέρος της οποίας καταλαμβάνει και η επίδικη δίοδος, πλην όμως, η παροχή της διόδου αυτής στον πρώτο αναιρεσίβλητο, δυνάμει της υπ' αριθ. 21/2013 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου ... είχε προηγηθεί της απόφασης της Διοίκησης.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί τμήματος της καθορισθείσας δουλείας διόδου, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, από την Α. συζ. Ι. Κ., δικαιοπάροχο των 2ου, 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Σ, και του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 51 ΕισΝΑΚ, 18 και 21 του ν.
της 21-6/10-7-1837, ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", 38 παρ. 1 και 62 παρ. 1β του ν. 998/1979, 1012, 1013, 967 ΑΚ, 24 και 117 παρ. 3 του Σ., διότι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις αυτές πραγματικά περιστατικά ως προς τη φύση, τη γεωμορφολογία του εδάφους και το χαρακτήρα του τμήματος των 42,15 τ.μ., επί του οποίου καθορίστηκε, με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, δουλεία διόδου που αποτελεί το πρανές του ρέματος το οποίο ρέμα μεσολαβεί μεταξύ της ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ενόψει ότι, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με τη με αριθμ. ....2015 απόφαση της Γενικής Δ/νσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Δυτικής Αττικής, κηρύχθηκε αναδασωτέα, λόγω εκχέρσωσης, μέρος της παρασχεθείσας διόδου και, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επί δασικής έκτασης δεν είναι δυνατή η, δια δικαστικής απόφασης, σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το αυτό παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, καθόσον διέλαβε : Α. ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο τμήμα των 42,15 τ.μ. α) δεν είναι το πρανές του ρέματος που μεσολαβεί μεταξύ των παραπάνω ιδιοκτησιών στο οποίο ρέμα καταλήγει η καθορισθείσα δίοδος, β) ανήκει σε έτερο τμήμα της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των 2ου, 3ου και 4ης αναιρεσιβλήτων, η οποία περιήλθε στην κυριότητα αυτής, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, γ) ότι μετά την καθορισθείσα με τη δικαστική απόφαση μέρος της παρασχεθείσας διόδου κηρύχθηκε αναδασωτέα, με τη με αριθμ. ....2015 απόφαση της Γενικής Δ/νσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Δυτικής Αττικής, λόγω εκχέρσωσης, δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση :
α) η γεωμορφολογία, η φύση και ο χαρακτήρας του τμήματος του εδάφους του πρανούς του ρέματος, που συνδέει την παρασχεθείσα δίοδο με το μεσολαβούν μεταξύ των ιδιοκτησιών ρέμα, β) αν έγινε εφαρμογή του συμβολαιογραφικού τίτλου της δικαιοπαρόχου των 2ου, 3ου και 4ης αναιρεσιβλήτων στο επίδικο τμήμα, και σε ποιο, κατά τις παραδοχές, έτερο μέρος της ιδιοκτησίας της Α.
Κ. ευρίσκεται το επίδικο τμήμα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 550 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
IV. Κατ' ακολουθίαν, δεκτών γενόμενων των παραπάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4664/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ