Legislator Case Law & Legislation
734/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguments and remands case for retrial due to procedural necessity.

Case Number 734/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal and remanded the case for further examination by a different panel of judges. The court found that accepting the appellant's request to admit all appeal arguments rendered the investigation of other arguments unnecessary and redundant. Consequently, the case was sent back to the original court with a new judge to continue the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; When the admission of an appeal request necessitates the acceptance of all related appeal arguments, the case must be remanded for further examination by a different court panel.

Keywords

AI generated
admission of appeal request redundant arguments remand for retrial different court panel procedural necessity Code of Civil Procedure costs offsetting

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11g of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section B of the Code of Civil Procedure
Article 179 in conjunction with Article 173 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 734 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 734/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός του Ε. Π. του Ι., με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ξενοφώντα Κοντιάδη, Δημήτριο Τσικρικά, Ιωάννη Καρούζο και Ευστράτιο Καρβέλλη.

Των αναιρεσιβλήτων:

Α. 1. … 8.

Β. 9. … 63.

Γ. 64. … 90.

και Δ. 91. …..

Οι υπό στοιχ. Α.1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7ος, 8ος, Γ.85ος, 86ος, 87ος και 90ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Ματθαίου και Παύλο Κελλίδη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Για το υπό στοιχ. Β.9 σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ "ΙΟΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ"", παραστάθηκε ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός του Σ. Φ. του Θ. με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη, ο υπό στοιχ. Β.59 των αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. του Δ. παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη και το υπό στοιχ. Γ.88 σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη.

Η υπό στοιχ. Δ.91 Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΤΟΕ), εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαπουντζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευστράτιο Καρβέλλη και Ουρανία Πολίτη.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς:

Ε. 92. Το Σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευστράτιο Καρβέλλη και Ουρανία Πολίτη.

ΣΤ. 93. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη, που δήλωσε ότι η ως άνω οργάνωση ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος.

94. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ EFG EUROBANK" (ΣΩΜΑΤΕΙΟ UNION EUROBANK), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

95. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

96. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ EFG EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

97. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

Β. Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Δευτεραίου.

Των αναιρεσιβλήτων:

Α. 1. … 8.

Β. 9. … 63.

Γ. 64. … 90. και

Δ. 91. Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Οι υπό στοιχ. Α.1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7ος, 8ος, Γ.85ος, 86ος, 87ος, 89ο και 90ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Για το υπό στοιχ. Β.9 σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ "ΙΟΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ"", παραστάθηκε ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός του Σ. Φ. του Θ. με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη, ο υπό στοιχ. Β.59 των αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. του Δ. παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη και το υπό στοιχ. Γ.88 σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη.

Η υπό στοιχ. Δ.91 Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΤΟΕ), εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαπουντζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς:

Ε. 92. Το Σωματείο του ΑΚ - Αλληλοβοηθητικό Ταμείο, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός του Ε. Π. του Ι. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανελλόπουλο, που δήλωσε ότι το ως άνω σωματείο ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΣΤ. 93. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

Ζ. 94. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ EFG EUROBANK" (ΣΩΜΑΤΕΙΟ UNION EUROBANK), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

95. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

96. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ EFG EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

97. Την Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2015 τριτανακοπή των ήδη υπό στοιχ. Α.1ης, 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ου και 8ου των υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση των ήδη υπό στοιχ. Β.9 έως και 63ου των υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, με την διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση των ήδη υπό στοιχ. Ε.92, ΣΤ.93, 94, 95, 96 και 97 των προς κοινοποίηση υπό στοιχ. Α διαδίκων, καθώς και με την διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK" και των υπό στοιχ. Ζ.94, 95, 96, 97 και ΣΤ.93 των προς κοινοποίηση υπό στοιχ. Β διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2258/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2724/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 3-7-2018 αίτησή του και τους από 4-7-2019 πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 21-9-2020 πρόσθετη παρέμβασή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 16-9-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων αναίρεσής τους, των προσθέτων λόγων και των προσθέτων παρεμβάσεων, αντίστοιχα, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 3-7-2018 (αρ. κατ. 531/2018) αίτηση αναίρεσης, με αριθμό πινακίου …, του Σωματείου με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ -ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ και τον διακριτικό τίτλο ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ και χάριν συντομίας Ταμείο, και οι από 4-7-2019 (αρ. κατ. 58/2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής στρέφονται κατά της υπ' αρ. 2724/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ.

ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρα 571 αρ. 1, 569 αρ. 1 και 2,741,769 σε συνδ, 764 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης (πιν. …) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστούν (άρθρο 246 σε συνδ. 573 ΚΠολΔ) με την από 21-9-2020 (αρ.

κατ. 22/2020) πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK- ERGASIAS και με την ασκηθείσα με τις προτάσεις (άρθρο 752 παρ. 2 ΚΠολΔ) από 7-10-2020 πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK, υπέρ του αναιρεσείοντος -προσθέτοντος λόγους αναίρεσης Ταμείου, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι, "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η σε βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρέωσης.

Πρέπει όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 17/2015, 12/2013, 9/2012, 14/2008, ΑΠ 1465/2018). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ του αναιρεσείοντος- προσθέτοντος λόγους αναίρεσης Ταμείου - ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ, δικαιολογούν έννομο συμφέρον να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού, παραδεκτά κατ' αρ. 752 σε συνδ. 80 ΚΠολΔ, διότι αποτελούν πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εν ενεργεία υπαλλήλων τους, που ταυτόχρονα είναι μέλη του Ταμείου και καταβάλλουν προς τούτο ασφαλιστικές εισφορές, αποσκοπώντας κατά τη συνταξιοδότησή τους να τους απονεμηθεί από το Ταμείο επικουρικό βοήθημα (επικουρική ασφάλιση), αναλόγως του συντάξιμου μισθού τους και προς τούτο επιδιώκουν την μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου, υπέρ του οποίου παρεμβαίνουν και υποστηρίζουν τη θέση αυτού.

Επισημαίνεται, ότι το έννομο συμφέρον των προσθέτως παρεμβαινόντων δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο μέρος. Ανεξάρτητα τούτου όμως, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται αυτεπάγγελτα κατ' αρ. 73 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και επομένως, και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1427/2018).

Εξάλλου, η από 16-9-2019 (αρ. κατ. 800/2019) αίτηση αναίρεσης με αριθμό πινακίου … , της Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK απευθύνεται κατά της ίδιας ως άνω οριστικής υπ' αρ. 2724/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία) και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα .

Επομένως, πρέπει και αυτή να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ.1 και 3 ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστεί (άρθρο 246 σε συνδ. 573 ΚΠολΔ) με την από 3-7-2018 (αρ.κατ. 531/2018) αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής και με τις (δύο) ως άνω υπέρ του Ταμείου πρόσθετες παρεμβάσεις, λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης, δεδομένου ότι, όλοι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πανομοιότυπους λόγους αναίρεσης εναντίον της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την από 3-7-2018 (αρ.κατ. 531/2018) αίτηση αναίρεσης (πιν…), από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι η ένδικη ως άνω αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί αρχικά στη δικάσιμο της 20-9-2019 με αριθμό πινακίου 22, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις παρακάτω εκθέσεις επίδοσης, που προσκομίζει με νόμιμη επίκληση το αναιρεσείον Ταμείο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης (πιν…), προκύπτει ότι αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, με στοιχείο Α1 έως Α8 (ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι), Β9 έως Β 63, Γ 63 έως Γ90, Δ91 (εφεσίβλητοι- προσθέτως κατ'έφεση παρεμβαίνοντες) και προς τους Ε92, ΣΤ 93 έως ΣΤ 97 αναιρεσιβλήτους, προς τους οποίους κοινοποιήθηκε νόμιμα η αίτηση αναίρεσης, με την επισήμανση ότι η απεύθυνση της αναίρεσης προς τους προσθέτως κατ'έφεση παρεμβαίνοντες (που δεν ήταν κύριοι διάδικοι στην κατ'έφεση δίκη) εκτιμάται ως κλήση αυτών (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 741/2013).

Εξάλλου, κατά την αρχική ως άνω δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο της 2-10-2020, οπότε και η υπόθεση συζητήθηκε με αριθμό πινακίου 24. Πιο συγκεκριμένα, η ένδικη από από 3-7-2018 αίτηση αναίρεση (Πιν….) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τις παρακάτω εκθέσεις επίδοσης :

Α) από τις υπ' αριθμόν 7863β/ 6-11-2018,8004Β και 8005Β/ 7-2-2019, 8006Β έως 8009Β/ 8-2-2019,8010Β έως 8016 Β/11-2-2019, από τις υπ' αρ. 8017Β έως 8024, από την υπ' αρ. Β/12-2-2019,από τις υπ' αρ.8025Β έως 8027 Β/14-2-2019, από τις υπ' αρ. 8028Β έως 8038 Β/15-2-2019, από τις υπ' αρ.8039Β έως 8054Β/18-2-2019, από τις υπ' αρ. 8055Β έως 8077Β/19-2-2019,από τις υπ' αρ. 8080Β έως 8084Β/20-2-2019 και από την υπ' αρ. 8118Β/ 17-4-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ι.

Κ. κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Β. Μ., προϊσταμένης του αναιρεσείοντος Ταμείου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Β) από τις υπ' αρ. 6560Β και 6561Β/5-11-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς, Γ. Π. κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του αναιρεσείοντος .Γ) από τις υπ' αρ. 558 /15-3-2019 και 561/20-3-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Β.

Μ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Ξενοφώντος Κοντιάδη, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Δ) από τις υπ' αρ.2242 Δ έως 2247Δ/15-2-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας Ο. Μ.- Σ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Ξενοφώντος Κοντιάδη, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος.

Ε) από τις υπ'αρ. 3021Ε/26-2-2019 και 3026 Ε/27-2-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ν. Γ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Ξενοφώντος Κοντιάδη, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. ΣΤ) από την υπ' αρ. 7772 Ε/10-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορινθίου, από την υπ' αρ. 3406/18-2-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κιλκίς, από την υπ' αρ.2464/4-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.

Χ., από την υπ' αρ. 1704Α/ 15-2-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, Α. Π. και τέλος από την υπ' αρ. 2953Ε/15-2-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ν. Γ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του ως άνω δικηγόρου Ξενοφώντος Κοντιάδη, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ταμείου.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα με πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχείο Α1 έως Α8, Β9, Β59, Γ85 έως Γ88, Γ90, Δ91, Ε92 και ΣΤ 93 αναιρεσίβλητοι.

Αντιθέτως, όλοι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ'αρ. 242 ΚΠολΔ, αν και έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (πιν.

…) ως προς τους νόμιμα παρισταμένους με πληρεξούσιο δικηγόρο ως άνω διαδίκους και παρά την απουσία των απολειπομένων και νομίμως κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω και αναφορικά με τους από 4-7-2019 (αρ. κατ. 58/2019) πρόσθετους λόγους της ένδικης αναίρεσης (με αριθμό πινακίου …), από την έκθεση κατάθεσης αυτών ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι αυτοί είχαν προσδιοριστεί για να συζητηθούν επίσης στην αρχική ως άνω δικάσιμο (20-9-2019),με αριθμό πινακίου 22, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε, όπως προεκτέθηκε, αλλά αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 24.

Εξάλλου, οι πρόσθετοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αναίρεσης Ταμείου κοινοποιήθηκαν επίσης νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 αρ. 2 ΚΠολΔ) προς όλους τους καθών οι πρόσθετοι λόγοι- αναιρεσιβλήτους (εφεσιβλήτους, προσθέτως κατ' έφεση παρεμβαίνοντες και προς εκείνους προς τους οποίους είχε κοινοποιηθεί η έφεση), όπως προκύπτει από τις παρακάτω εκθέσεις επίδοσης, που προσκομίζει με νόμιμη επίκληση το προσθέτον λόγους αναίρεσης -αναιρεσείον Ταμείο, που επισπεύδει τη συζήτηση αυτών, ως εξής :

Α) από τις υπ'αρ.8192Β έως 8198Β/10-7-2019, από την υπ' αρ. 8200Β/12-7-2019, από τις υπ' αρ. 8279Β,8281Β,8282Β,8286Β και 8288Β/13-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ι. Κ. του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Γιάννη Καρούζου, πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ΤΑΠΙΛΤΑΤ. Β) από τις υπ' αρ. 8290Β,8292Β και 8293Β/14-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή Ι.

Κ. κατόπιν παραγγελίας του ως άνω επίσης πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος και τέλος, Γ) από τις υπ'αρ. 8295Β,8298Β και 82300Β/ 15-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, κατόπιν παραγγελίας του ίδιου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκαν μόνον οι υπό στοιχείο Α1 έως Α8, Β9, Β59, Γ85 έως Γ88, Γ90, Δ91, Ε92 και ΣΤ 93 καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης- αναιρεσίβλητοι.

Αντιθέτως, όλοι οι λοιποί καθών οι πρόσθετοι λόγοι- αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ'αρ. 242 ΚΠολΔ, αν και έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 και 3, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει μεταξύ του προσθέτοντος λόγους αναίρεσης Ταμείου και των νομίμως παρισταμένων ως άνω καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης -αναιρεσιβλήτων και παρά την απουσία των απολειπομένων και νομίμως κλητευθέντων καθών οι πρόσθετοι λόγοι -αναιρεσιβλήτων.

Επίσης, αναφορικά με την από 21-9-2020 (αρ.κατ. 22/2020) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου (πιν….) του σωματείου με την επωνυμία ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK -ERGASIAS, προκύπτει ότι, με την επιμέλεια του προσθέτως παρεμβαίνοντος η πρόσθετη ως άνω παρέμβαση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους καθών η πρόσθετη παρέμβαση- αναιρεσιβλήτους, για να παρασταθούν στη σημερινή δικάσιμο, όπως ειδικότερα προκύπτει από τις υπ' αρ. 8490β έως 8494 β/28-9-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ι. Κ.. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα με πληρεξούσιο δικηγόρο το προσθέτως παρεμβαίνον και οι ως άνω αναιρεσίβλητοι-καθών η πρόσθετη παρέμβαση. Επομένως και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, η συζήτηση της ανωτέρω πρόσθετης παρέμβασης θα προχωρήσει ως προς τους παρισταμένους ως άνω νόμιμα διαδίκους και παρά την απουσία των απολειπομένων και κλητευθέντων νομίμως καθών η πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσιβλήτων.

Τέλος, αναφορικά με την συνεκδικαζόμενη από 16-9-2019 (αρ.κατ. 800/2019) αίτηση αναίρεσης (πιν. …) της Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK, προκύπτει ότι αυτή προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 26, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις παρακάτω εκθέσεις επίδοσης, που προσκομίζει με νόμιμη επίκληση η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης ως άνω αναίρεσης (πιν.26) προκύπτει, ότι αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, με στοιχείο Α1 έως Α9 (ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι), Β9 έως Β 63, Γ 63 έως Γ90, Δ91 (εφεσίβλητοι- προσθέτως κατ'έφεση παρεμβαίνοντες) και προς τους Ε92, ΣΤ 93 έως ΣΤ 97 αναιρεσιβλήτους, προς τους οποίους επιδόθηκε η έφεση- αναίρεση, για να παρασταθούν στη σημερινή δικάσιμο.

Ειδικότερα, η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτει από τις υπ' αρ.8280β, 8283β έως 8285β, 8287β και 8296β/13-11-2019, από τις υπ' αρ.8289β, 8291β, 8299β και 8294β/14-11-2019, από τις υπ' αρ. 8301β, 8302β, 8396β και 8397 β/15-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ι. Κ. και από την υπ' αρ. 4910Ε/27-11-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ν.

Φ. Γ.. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης αυτής στη σειρά της από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσείουσα (πιν.26) συνδικαλιστική οργάνωση και οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχείο Α1 έως Α8 (ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι), Β9, Β 59, Γ85 έως Γ90, Δ91 (εφεσίβλητοι- προσθέτως κατ'έφεση παρεμβαίνοντες) και οι Ε92, ΣΤ 93 έως ΣΤ 97 προς τους οποίους κοινοποιήθηκε η (έφεση)- αναίρεση-αναιρεσίβλητοι.

Αντίθετα, οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα ανωτέρω. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 αρ. 2 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης (πιν….) ως προς την αναιρεσείουσα και τους νόμιμα παρισταμένους ως άνω αναιρεσιβλήτους και παρά την απουσία των απολειπομένων και νομίμως κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής:

Οι υπό στοιχείο Α1 έως Α8 αναιρεσίβλητοι, αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, καθών οι πρόσθετοι λόγοι της με αριθμό πινακίου 24 αίτησης αναίρεσης, καθών οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου (πιν…) άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ'αρ. 787 ΚΠολΔ, την από 16-7-2015 (αρ.

κατ. 2317/2015) ανακοπή κατά της διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου. Η ανακοπή απευθυνόταν κατά του αναιρεσείοντος- προσθέτοντος λόγους αναίρεσης Ταμείου, με την οποία οι ανακόπτοντες ζήτησαν την ακύρωση της υπ' αρ. 324/2015 διάταξης του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη μεταγενέστερη υπ' αρ. 353/2015 διάταξη αυτού, με την οποία επικυρώθηκε το από 24-4-2015 τροποποιημένο καταστατικό του Ταμείου ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ.

Στη δίκη αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ανακοπτόντων και κατά του Ταμείου οι ήδη υπό στοιχείο Β9 έως Β63 αναιρεσίβλητοι (αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης). Επίσης, οι υπό στοιχείο Ε92 και ΣΤ 93 έως ΣΤ 97 αναιρεσίβλητοι της με αρ.πινακίου 24 αίτησης αναίρεσης- πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που επίσης είναι αναιρεσίβλητοι και στην με αρ.

πινακίου 26 αίτηση αναίρεσης, (πλην της ΣΤ93, που είναι η αναιρεσείουσα στην με αρ. πιν.26 αίτηση αναίρεσης), άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του καθού η ανακοπή Ταμείου και ήδη αναιρεσείοντος (πιν…). Οι λόγοι της ανακοπής έπλητταν την έγκριση, με τις ανωτέρω διατάξεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, της τροποποίησης του καταστατικού, που είχε προκύψει κατά τη Γενική Συνέλευση, που είχε πραγματοποιηθεί από 1-3-2015 έως 24-4-2015,διότι, όπως ισχυρίστηκαν οι ανακόπτοντες δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του καταστατικού περί νόμιμης απαρτίας του Διοικητικού Συμβουλίου και ειδικότερα, διότι το Διοικητικό Συμβούλιο δεν είχε νόμιμη σύνθεση λόγω της απώλειας της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ από δύο μέλη αυτού.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αρ. 2258/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), η οποία δέχτηκε την ανακοπή και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση και ακυρώθηκε η υπ' αρ. 324/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως είχε τροποποιηθεί. Στη συνέχεια, το ηττηθέν καθού η ανακοπή Ταμείο - ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ άσκησε την από 13-3-2017 (αρ.

κατ. 500956/2017) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου ως άνω Δικαστηρίου. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος Ταμείου το υπό στοιχείο Ε92 αναιρεσίβλητο σωματείο, προς το οποίο κοινοποιήθηκε η αναίρεση, με αρ. πινακίου 24 και ήδη προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ του Ταμείου στην αναιρετική δίκη.

Επίσης, υπέρ του Ταμείου άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οι υπό στοιχείο ΣΤ93 έως ΣΤ97 αναιρεσίβλητες συνδικαλιστικές οργανώσεις, προς τις οποίες κοινοποιήθηκε η αναίρεση του Ταμείου και εκ των οποίων η ΣΤ93 συνδικαλιστική οργάνωση είναι η αναιρεσείουσα της συνεκδικαζόμενης με αρ.

πινακίου 26 αίτησης αναίρεσης, όπως επίσης, έχει εκτεθεί προηγουμένως. Εξάλλου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν υπέρ των εφεσιβλήτων- ανακοπτόντων πρόσθετη παρέμβαση οι ήδη υπό στοιχείο Γ 64 έως Γ 90 αναιρεσίβλητοι. Επίσης η ήδη Δ 91 αναιρεσίβλητη, συνδικαλιστική οργάνωση άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ανακοπτόντων- εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων με στοιχείο Α1 έως Α8 και υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων Β9 έως Β63- προσθέτως παρεμβάντων υπέρ των ανακοπτόντων.

Τέλος, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ήδη υπό στοιχείο Β9 έως Β63 αναιρεσίβλητοι άσκησαν επικουρική αντέφεση για την περίπτωση της ευδοκίμησης της εναντίον τους έφεσης του Ταμείου.

Η έφεση, οι πρόσθετες παρεμβάσεις και η επικουρική αντέφεση συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Εφετείου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ταμείου και ήδη αναιρεσείοντος (πιν….) και τις πρόσθετες υπέρ του εκκαλούντος Ταμείου παρεμβάσεις, ενώ αντιθέτως το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 20-9-2018 (αρ.

κατ. 6764/2017) πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχείο Γ64 έως Γ90 ήδη αναιρεσιβλήτων. Σύμφωνα με την συνοπτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 1-3-2015 για την τροποποίηση του καταστατικού, η οποία είχε συγκληθεί κατόπιν της από 4-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, με θέμα ημερήσιας διάταξης την επικαιροποίηση - εκκαθάριση του μητρώου των μελών του Ταμείου και κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση - εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου προς την Γενική Συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, κατ' άρθρο 9 παρ.1 περ.

ι αυτού, ήταν άκυρη, διότι, κατά τις παραδοχές, το Διοικητικό Συμβούλιο είχε ελλιπή σύνθεση, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του καταστατικού, λόγω της απώλειας της ιδιότητας του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου δύο, ( από τα εννέα ) μελών αυτού και ειδικότερα, του Ι. Β. και του Α. Ν., οι οποίοι είχαν απωλέσει αυτομάτως την ιδιότητα αυτή κατά το άρθρο 2 παρ. 3 περ.

β του τότε ισχύοντος καταστατικού, διότι έπαυσαν να είναι μέλη του Ταμείου, πριν από τη θεμελίωση από αυτούς δικαιώματος για σύνταξη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην κατά λειτουργία αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΑΠ Ολ 30/1995, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017, ΑΠ 1095/2013, ΑΠ 256/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο λόγο της από 3-7-2018 (αρ. κατ. 531/2018) αίτησης αναίρεσης (πινάκιο …) και με τον συναφή 3ο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το κύριο σκέλος αυτού, καθώς επίσης με τον συναφή πανομοιότυπο λόγο των προσθέτων παρεμβάσεων υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν αρχικά, εφόσον το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), το αναιρεσείον- προσθέτον λόγους αναίρεσης Ταμείο και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, αν και δεν είχε υλική αρμοδιότητα για να εκδικάσει την έφεση κατά της εκκαλουμένης υπ' αρ. 2258/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ των ήδη αναιρεσιβλήτων, που απευθυνόταν εναντίον της υπ' αρ. 324/2015 διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την μεταγενέστερη υπ' αρ. 353/2015 διαταγή του ίδιου Ειρηνοδίκη), με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου, διότι, κατά τα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον Ταμείο, ο λόγος της ανακοπής περί ακυρότητας της από 17-2-2015 απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος Ταμείου και της με βάση αυτήν από 1-3-2015 απόφασης της ΓΣ αυτού, για την τροποποίηση του καταστατικού του, λόγω έλλειψης απαρτίας, μπορούσε να προσβληθεί μόνον με την ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, καθόσον, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Ταμείου, οι ανωτέρω αποφάσεις του ΔΣ και της ΓΣ αυτού, ήταν έγκυρες, διότι η από 17-2-2015 απόφαση του ΔΣ αυτού είχε καταστεί απρόσβλητη, επειδή δεν είχε προσβληθεί εντός έξη μηνών με την ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, που ασκείται ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, εντούτοις, το Εφετείο καθ' υπέρβαση της καθ' ύλην αρμοδιότητος αυτού ερεύνησε την έφεση, την οποία απέρριψε επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η από 16-7-2015 ανακοπή και ακυρώθηκε η υπ' αρ. 324/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών περί έγκρισης του τροποποιημένου καταστατικού του Ταμείου, κατόπιν παραδοχής του σχετικού 3ου λόγου της ανακοπής περί της ακυρότητας των ανωτέρω αποφάσεων του ΔΣ και της ΓΣ του αναιρεσείοντος Ταμείου για την τροποποίηση του καταστατικού του.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το Εφετείο επιλαμβανόμενο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της εκκαλουμένης υπ' αρ. 2258/2016 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ των ήδη αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την υπ' αρ. 324/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, (όπως αντικαταστάθηκε με την υπ' αρ. 353/2015 μεταγενέστερη διάταξη του ίδιου Ειρηνοδίκη), με την οποία είχε γίνει δεκτή η τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου, είχε υλική αρμοδιότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 740 παρ.1 και 787 του ΚΠολΔ, να ερευνήσει τους λόγους της έφεσης, αναφορικά με την εγκυρότητα της από 17-2-2015 απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος Ταμείου και της με βάση αυτήν εκδοθείσας από 1-3-2015 απόφασης της ΓΣ του αναιρεσείοντος Ταμείου και ειδικότερα, εάν η απόφαση του ΔΣ είχε ληφθεί με ελλιπή σύνθεση λόγω απώλειας της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ από δύο (από τα εννέα) μέλη αυτού, ζήτημα, που αποτελούσε τον 3ο λόγο της ανακοπής του άρθρου 787 ΚΠολΔ, την οποία άσκησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως μέλη του Ταμείου, που είχαν προς τούτο έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής αυτής, αντικείμενο της οποίας ήταν η ακυρότητα της διαταγής του Ειρηνοδίκη περί εγκρίσεως του τροποποιημένου καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα άρθρα 740 και 787 ΚΠολΔ και αρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι το Μονομελές Εφετείο, κατ' άρθρο 19 ΚΠολΔ.

Επομένως δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ και οι σχετικοί αναιρετικοί ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008).Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 1465/2018,ΑΠ 371/2008).

Με τον συναφή 3ο πρόσθετο λόγο της ένδικης από 3-7-2018 αίτησης αναίρεσης (πινάκιο …) του αναιρεσείοντος Ταμείου, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού και τον πανομοιότυπο λόγο των προσθέτων υπέρ αυτού παρεμβάσεων, το προσθέτον λόγους αναίρεσης Ταμείο και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την από 13-3-2017 έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου και να επικυρώσει την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 16-7-2015 ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων -αναιρεσιβλήτων, κατά ουσιαστική παραδοχή του 3ου λόγου αυτής, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, διότι η από 17-2-2015 απόφαση του ΔΣ του Ταμείου περί τροποποίησης του καταστατικού είχε καταστεί απρόσβλητη, εφόσον δεν είχε προσβληθεί εντός έξη μηνών με την ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 του ΑΚ και συνεπώς η ανακοπή αυτή θα έπρεπε να έχει κηρυχθεί ως απαράδεκτη.

Και οι ανωτέρω συναφείς αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 787 ΚΠολΔ αρμόδιος για την έκδοση της διαταγής για την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού του Ταμείου ήταν ο Ειρηνοδίκης της περιφέρειας της έδρας του Ταμείου. Στην ένδικη περίπτωση κατά της ανωτέρω υπ'αρ. 324/2015 διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών (όπως αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα με την υπ' αρ. 353/2015 διαταγή του ίδιου Ειρηνοδίκη), με την οποία εγκρίθηκε κατά τα προεκτεθέντα η τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου, παραδεκτά οι ανακόπτοντες - αναιρεσίβλητοι, μέλη του Ταμείου και έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, άσκησαν την ανακοπή του άρθρου 787 παρ.2 ΚΠολΔ, ζητώντας την ακύρωση της ανωτέρω διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία είχε επικυρωθεί το τροποποιημένο από 24-4-2015 καταστατικό του Ταμείου, για τους λόγους που ανέφεραν στην ανακοπή, (που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπείται επιτρεπτά, κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων ήταν η παράνομη μεταβολή του σκοπού του Ταμείου, η μη τήρηση των διατάξεων απαρτίας κατά την ψήφιση της τροποποίησης, που αποτελούσε τον 3ο λόγο της ανακοπής αυτής, η συμμετοχή στη ΓΣ του Ταμείου ατόμων που δεν ήταν μέλη, ο παράνομος χαρακτήρας ορισμένων διατάξεων του καταστατικού κλπ.

Επομένως, η ένδικη ανακοπή, που σκοπούσε με πλείονες λόγους αυτής την ακυρότητα της διαταγής του Ειρηνοδίκη περί έγκρισης του τροποποιημένου καταστατικού του Ταμείου, ασκήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του αναιρεσείοντος Ταμείου και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011 ) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση, προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα, το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1010/2015).

Με τον 7ο λόγο της από 3-7-2018 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ταμείου (πινάκιο …) και τον πανομοιότυπο λόγο των προσθέτων υπέρ αυτού παρεμβάσεων, το αναιρεσείον και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τις υπ' αρ. 4344/2016 και 4345/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), οι οποίες απέρριψαν αντίστοιχες αιτήσεις αναστολής για την ακυρότητα της από 1-3-2015 απόφασης της ΓΣ του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια των πανελλαδικών αρχαιρεσιών αυτού, καθώς επίσης τις υπ' αρ. 3149/2017 και 1242/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι σχετικές ακυρωτικές αγωγές κρίνοντας (οι ανωτέρω αποφάσεις), με ισχύ δεδικασμένου, ότι η από 1-3-2015 απόφαση της ΓΣ του αναιρεσείοντος Ταμείου ήταν έγκυρη, όπως και η συνακόλουθη αυτής πανελλαδική ψηφοφορία, που διεξήχθη από 16-3-2015 έως 3-4-2015, παρά το νόμο δέχθηκε, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις.

Επίσης, με τον συναφή 2ο πρόσθετο λόγο της ένδικης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ταμείου (πινάκιο 24), κατά το κύριο Γ σκέλος αυτού και τον πανομοιότυπο λόγο των προσθέτων υπέρ του Ταμείου παρεμβάσεων, το προσθέτον λόγους αναίρεσης Ταμείο και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 3187/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη και εκδόθηκε επί αιτήσεως μελών του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά των οποίων είχε ασκηθεί κύρια παρέμβαση άλλων μελών του αναιρεσείοντος Ταμείου, με αίτημα τον διορισμό προσωρινής διοίκησης λόγω παραίτησης τακτικών μελών του ΔΣ του Ταμείου, η οποία με ισχύ δεδικασμένου δέχθηκε, ότι δεν υπήρχε έλλειψη διοίκησης μέχρι την εξάντληση του πίνακα των αναπληρωματικών μελών του Ταμείου και μέχρι την ανάδειξη νέων μελών αυτού, με τα οποία το ΔΣ μπορούσε κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του καταστατικού να ασκεί τα καθήκοντά του επί ένα μήνα μέχρι τις νέες αρχαιρεσίες.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι λόγω της αοριστίας αυτών, καθόσον δεν εξειδικεύονται τα ονόματα των διαδίκων στις ανωτέρω αποφάσεις, από τις οποίες κατά τα υποστηριζόμενα απορρέει δεδικασμένο, ώστε να ερευνηθεί εάν συντρέχει η ταυτότητα διαδίκων, που αποτελεί προϋπόθεση για την ίδρυση δεδικασμένου, με την επί πλέον επισήμανση, ότι αναφορικά με τις υπ' άρ. 4344 και 4345/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ο σχετικός 7ος λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 695 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων έχουν προσωρινή ισχύ και δεν κωλύουν την κύρια δίκη για την εκ νέου εξέταση του θέματος, που κρίθηκε, ούτε την έκδοση διαφορετικής κρίσης περί αυτού (ΑΠ 891/2011, ΑΠ 618/2003).

Το άρθρο 93 παρ. 1 του ΑΚ, που έχει ευρύτερη εφαρμογή σε όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με σωματειακή μορφή και κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (ΑΠ 433/2009) , ορίζει ότι η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου και αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του, που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου.

Κατά δε τα άρθρα 95 και 96 ΑΚ, εξουσία συγκλήσεως της συνελεύσεως του σωματείου έχει κατ` αρχήν η διοίκηση του σωματείου και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η μειοψηφία των μελών, μετά από προηγούμενη εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που τα μέλη του σωματείου κληθούν σε γενική συνέλευση άνευ τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και από αναρμόδια πρόσωπα ή όργανα, η τοιαύτη συγκέντρωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως γενική συνέλευση, δηλαδή είναι νομικά ανύπαρκτη και οι αποφάσεις αυτές δεν δύναται να θεωρηθούν ως αποφάσεις του συλλογικού τούτου οργάνου, αλλά είναι απολύτως άκυρες, την ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβάλει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δεν χρήζουν προσβολής προς ακύρωση κατά το άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνελεύσεως, η οποία συγκλήθηκε νόμιμα, αντίκειται όμως στο νόμο ή το καταστατικό (ΑΠ 1601/2002).

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η γενική αναγνωριστική αγωγή, κατ` άρθρο 70 ΚΠολΔ, η οποία είναι κατ` αρχήν απρόθεσμη και μπορεί να ασκηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση του σωματείου λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος δεν είναι απλώς ακυρώσιμη, (επί της οποίας ισχύει η σύντομη αποσβεστική προθεσμία των έξη μηνών (ΑΠ 433/2009), αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (βλ.

ΑΚ 180). Τέτοιες αποφάσεις είναι και εκείνες, οι οποίες δεν περιεβλήθησαν τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή αποφάσεις προδήλως κατά το φαινόμενο μόνον τέτοιες ή αυτές που εκδόθηκαν πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία ή εμφανίζουν αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της τυχόν εκφρασθείσης με αυτές δικαιοπρακτικής βουλήσεως, κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (ΑΠ 1506/2018, ΑΠ 819/2007).

Επίσης, από την ερμηνεία του άρθρου 101 του ΑΚ προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του σωματείου, ακόμη και αν είναι ακυρώσιμες, εντούτοις παράγουν όλα τα συνδεόμενα με αυτές αποτελέσματα, το δε διοικητικό συμβούλιο του σωματείου έχει την υποχρέωση για την εκτέλεση τους. Για την ακύρωση ελαττωματικής απόφασης Γενικής Συνέλευσης σωματείου απαιτείται αγωγή κάθε μέλους, που δεν συνήνεσε ή τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του σωματείου και δικάζεται με την τακτική διαδικασία, ενώ είναι απαράδεκτη η υποβολή αιτήματος ακυρώσεως κατ' ένσταση ή παρεμπιπτόντως (ΑΠ 663/1992).

Μέχρι την έκδοση της κατά τα ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, που κηρύσσει άκυρη την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία έχει διαπλαστική ισχύ, η τελευταία παράγει όλα τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, επομένως πρόκειται στην πραγματικότητα για ακυρώσιμη και όχι για άκυρη απόφαση παρά την διατύπωση του άρθρου 101 του ΑΚ που την αποκαλεί "άκυρη".

Για την ακύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης σωματείου κατά το ως άνω άρθρο 101 του ΑΚ, αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του καταστατικού και μη ουσιωδών (ΑΠ 433/2009 ). Δηλαδή η προσβολή πλήττει βασικά τις αποφάσεις οι οποίες είναι ελαττωματικές, γιατί παραβιάσθηκαν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες αναφέρονται, είτε στο περιεχόμενο των αποφάσεων, είτε στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων από τη γενική συνέλευση.

Το παραπάνω άρθρο αναφέρεται σε ενδοσωματειακές παρανομίες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν αμέσως τη γενικότερη έννομη τάξη και αυτό γιατί οι διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού, που ρυθμίζουν τη διαδικασία για τη λήψη από τη γενική συνέλευση των αποφάσεων δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά έχουν τεθεί από το νόμο για την εξασφάλιση της ακώλυτης ζωής του σωματείου με σκοπό την ελεύθερη και γνήσια έκφραση της βούλησης των μελών του, για το σχηματισμό της απόφασης της γενικής συνέλευσης, πράγμα που αποτελεί συμφέρον όλων των μελών του.

Για το λόγο αυτό και ο νόμος, χωρίς να απαιτεί την ad hoc επίκληση και απόδειξη εννόμου συμφέροντος, δίδει στα μέλη του σωματείου το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσουν την κήρυξη της ακυρότητας των ενδοσωματειακών παράνομων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Περαιτέρω, το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του, έχει δε συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα.

Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων. Επομένως δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Γι` αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων (ΑΠ 497/2019).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 150/2015).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ι. Περαιτέρω και αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους της από 3-7-2018 (αρ.κατ. 531/2018) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ταμείου - ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ, με αριθμό πινακίου … και τους από 4-7-2019 (αρ. κατ. 58/2019) πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς επίσης αναφορικά με τις από 21-9-2020 και 7-10-2020 πρόσθετες υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου παρεμβάσεις με πανομοιότυπους λόγους, όπως η αίτηση αναίρεσης (πιν….) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ερευνούν την ουσιαστική βασιμότητα της υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής :

Με τον 2ο κύριο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ταμείο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεση του Ταμείου, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε κατ'ουσίαν την ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων κατά της διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών περί έγκρισης του τροποποιημένου καταστατικού του Ταμείου, την οποία ακύρωσε κρίνοντας, ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 4-2-2015 για την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης την 1-3-2015, για την τροποποίηση του καταστατικού ήταν άκυρη, διότι το αναιρεσείον Ταμείο εστερείτο νόμιμης διοίκησης μετά την έκπτωση δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που είχαν εκλεγεί με απόφαση της αρχαιρεσιακής Γενικής Συνέλευσης στις 2-5-2012 με τριετή θητεία, η οποία έληγε στις 2-5-2015 και κατά τις παραδοχές, δεν είχε προσβληθεί με ακυρωτική αγωγή εντός έξη μηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 69 και 101 ΑΚ κατά την υπαγωγή σ'αυτές των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και τα περιστατικά αυτά πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε ευθέως με μη υπαγωγή και τις οποίες, εάν το Εφετείο εφάρμοζε, θα κατέληγε στο ορθό αποδεικτικό πόρισμα, ότι η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου εξακολουθούσε να είναι εννεαμελής και ότι η απόφαση αυτού της 4-2-2015 περί τροποποίησης του καταστατικού είχε ληφθεί από Διοικητικό Συμβούλιο με νόμιμη σύνθεση.

Με τον συναφή 4ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ταμείο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι δήθεν οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της 4-2-2015 και της 17-2-2015 περί σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης για την τροποποίηση του καταστατικού ήταν άκυρες, διότι δήθεν ελήφθησαν από Διοικητικό Συμβούλιο με ελλιπή σύνθεση, χωρίς συγχρόνως να προσβληθούν με την ακυρωτική αγωγή εντός έξη μηνών, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 93 παρ.1, 95 και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, αναφορικά με την νόμιμη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου, με θέμα την τροποποίηση του καταστατικού του.

Επίσης, με τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πανομοιότυπο με αυτόν 1ο λόγο της από 21-9-2020 πρόσθετης παρέμβασης, το αναιρεσείον -προσθέτον λόγους αναίρεσης Ταμείο και το προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνον αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου της 1-3-2015 περί τροποποίησης του καταστατικού του Ταμείου ήταν άκυρη, διότι η Γενική Συνέλευση άσκησε τη λειτουργική της αρμοδιότητα κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, που ήταν άκυρη λόγω δήθεν ελλιπούς σύνθεσης, καθώς επίσης, με το να δεχθεί ότι η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης της 1-3-2015 είχε ληφθεί με έγκυρη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 4-2-2015, με αντικείμενο την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης για την επικαιροποίηση -εκκαθάριση του μητρώου των μελών του αναιρεσείοντος Ταμείου, κατά την οποία δεν είχε απωλεσθεί ακόμη η ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, από τους Ι.

Β. και Α. Ν., παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 69, 93 και 101 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, εάν με την από 4-2-2015 απόφαση του ΔΣ συνεκλήθη νόμιμα ή όχι από το αρμόδιο όργανο η Γενική Συνέλευση του Ταμείου της 1-3-2015 με θέμα την τροποποίηση του καταστατικού ή εάν αυτή συνεκλήθη κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του ΔΣ, οπότε δήθεν υπήρχε έλλειψη διοίκησης στο Ταμείο και η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης ήταν δήθεν άκυρη.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο διέλαβε αντιφατική και ασαφή αιτιολογία, διότι Α) ενώ δέχτηκε, ότι η από 4-2-2015 πρόσκληση του ΔΣ είχε ως αντικείμενο και την τροποποίηση του καταστατικού και ότι στα θέματα της ημερήσιας διάταξης της ΓΣ της 1-3-2015, που συγκλήθηκε με την ανωτέρω πρόσκληση, αναφερόταν και η πρόταση -εισήγηση του ΔΣ για την τροποποίηση του καταστατικού, εντελώς αντιφατικά δέχτηκε σε άλλο σημείο της απόφασής του, ότι η σχετική απόφαση του ΔΣ για την τροποποίηση του καταστατικού δεν περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη της 4-2-2015, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές...< στην με αριθμό …/…-2-2015 πρόσκληση του Προέδρου του ΔΣ για τη συνεδρίαση του ΔΣ, στις 4-2-2015, αναφέρεται πλην της σύγκλησης της τακτικής Γενικής Συνέλευσης και η επικαιροποίηση -εκκαθάριση του μητρώου των μελών, η προκήρυξη αρχαιρεσιών κλπ.>...

αλληλοαναιρώντας έτσι την προηγούμενη παραδοχή του, ότι η τροποποίηση του καταστατικού περιλαμβανόταν στα θέματα της ημερήσιας διάταξης της 4-2-2015. Β) ενώ δέχτηκε ότι η τροποποίηση του καταστατικού αποφασίστηκε από το ΔΣ στις 17-2-2015, σε άλλο σημείο της απόφασής του δέχθηκε, με εντελώς αντιφατική αιτιολογία, ότι το ζήτημα τούτο αναγραφόταν ως θέμα ημερήσιας διάταξης στις 4-2-2015 και Γ) ενώ δέχθηκε ότι στην από 4-2-2015 πρόσκληση αναφερόταν ως θέμα ημερήσιας διάταξης η τροποποίηση όλων των άρθρων του καταστατικού, σε άλλο σημείο της απόφασής του εντελώς αντιφατικά δέχτηκε, ότι το περιεχόμενο των άρθρων του καταστατικού δεν είχε αποφασιστεί και ότι για το λόγο αυτό ακολούθησε 2η πρόσκληση στις 17-2-2015.

Με τον επίσης συναφή, 2ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α σκέλος αυτού και τον πανομοιότυπο λόγο της από 21-9-2020 πρόσθετης παρέμβασης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι, μετά την έκπτωση, από τη ιδιότητα του μέλους του ΔΣ, του Ι.

Β. και του Α. Ν., στις 4-2-2015, υπήρχε δήθεν έλλειψη διοίκησης του Ταμείου και ότι η απόφαση δήθεν του ΔΣ στις 17-2-2015 για την εισήγηση των τροποποιήσεων του καταστατικού προς την Γενική Συνέλευση, στις 1-3-2015, ήταν απόλυτα άκυρη, διότι είχε ληφθεί από όργανο, που δεν είχε νόμιμη σύνθεση, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 173-174,180 και 200 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και Β) τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 69, 92, 95, 97 παρ. 2 και 101 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τα οποία η θητεία των ανωτέρω δύο μελών του ΔΣ έληγε στις 2-5-2015 και ουδέποτε η εκλογή τους είχε προσβληθεί, ενώ επίσης είχαν εκλεγεί και εννέα αναπληρωματικά μέλη με τριετή επίσης θητεία, κατά την αρχαιρεσιακή Γενική Συνέλευση της 2-5-2012, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο εάν είχε εφαρμόσει θα κατέληγε στο ορθό αποδεικτικό πόρισμα ότι κατά την συνεδρίαση της 4-2-2015 και 17-2-2015 το Διοικητικό Συμβούλιο είχε νόμιμη σύνθεση.

Με το επίσης, συναφές Β' επικουρικό σκέλος του ανωτέρω 2ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης και του ομοίου περιεχομένου συναφούς λόγου της ως άνω πρόσθετης παρέμβασης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, με το να δεχθεί Α) ότι μετά τις 4-2-2015 υπήρχε έλλειψη νόμιμης διοίκησης στο Ταμείο, που δήθεν καθιστούσε άκυρη την απόφαση του ΔΣ στις 17-2-2015 και ταυτόχρονα, με το να δεχθεί σε άλλο σημείο της απόφασής του, με εντελώς αντίθετη αιτιολογία, ότι δεν υπήρχε ανάγκη διορισμού προσωρινής διοίκησης, διότι στις αρχαιρεσίες της 2-5-2012 είχαν εκλεγεί εννέα αναπληρωματικά μέλη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, εάν υπήρχε έλλειψη νόμιμης διοίκησης στις 4-2-2015, που καθιστούσε αναγκαίο τον διορισμό προσωρινής διοίκησης ή δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη, διότι τυχόν έλλειψη μελών του ΔΣ μπορούσε να καλυφθεί από τα αναπληρωματικά μέλη που είχαν εκλεγεί και Β) διέλαβε επίσης αντιφατική αιτιολογία ως προς τον χαρακτηρισμό της απόφασης του ΔΣ στις 4-2-2015, αναφορικά με την έγκριση του επικαιροποιημένου μητρώου μελών, την οποία άλλοτε εμφανίζει ως απόφαση διαγραφής 2181 μελών του Ταμείου, άλλοτε ως απόφαση εκκαθάρισης του μητρώου και άλλοτε ως απόφαση αυτοδίκαιης έκπτωσης του Ι.

Β. και του Α. Ν. από την ιδιότητά τους ως μελών του ΔΣ και έτσι με τις αντιφατικές και ασαφείς ως άνω αιτιολογίες δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 69 ΑΚ, που παραβίασε εκ πλαγίου καθιστώντας την απόφασή του αναιρετέα.

Με τον επίσης συναφή 5ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ταμείο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η απόφαση του ΔΣ στις 4-2-2015, επί του 5ου θέματος της ημερήσιας διάταξης για την έγκριση του επικαιροποιημένου μητρώου των μελών, που είχε διαπιστωτικό χαρακτήρα, ήταν δήθεν άκυρη, διότι τα δύο ως άνω μέλη του ΔΣ των οποίων η θητεία έληγε στις 2-5-2015, είχαν δήθεν απωλέσει την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ, παραβίασε ευθέως με μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, διότι τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τα οποία η εκλογή των ανωτέρω δύο μελών δεν είχε προσβληθεί με την ακυρωτική αγωγή εντός έξη μηνών, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο το Εφετείο δεν εφάρμοσε.

Με τον επίσης συναφή 6ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ταμείο ψέγει την προσβαλλόμενη για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 93 ΑΚ με μη εφαρμογή, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης στις 1-3-2015 περί της τροποποίησης του καταστατικού ήταν άκυρη, διότι δήθεν η Γενική Συνέλευση άσκησε τη λειτουργική της αρμοδιότητα κατόπιν της άκυρης και διαπιστωτικού χαρακτήρα απόφασης του ΔΣ, λόγω της ελλιπούς σύνθεσης αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη, σύμφωνα με την οποία η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο του Ταμείου με αποφασιστική αρμοδιότητα για την τροποποίηση του καταστατικού.

Με τον συναφή, προς τον ανωτέρω 6ο κύριο λόγο, 4ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον με όμοιο περιεχόμενο συναφή ισάριθμο λόγο της από 21-9-2020 πρόσθετης παρέμβασης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι η από 17-2-2015 απόφαση του ΔΣ για την εισήγηση- τροποποίηση του καταστατικού είναι δήθεν άκυρη και ότι δήθεν συμπαρασύρει την εξαρτώμενη από αυτήν απόφαση της καταστατικής Γενικής Συνέλευσης για την τροποποίηση του καταστατικού, που επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 324/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, διότι δήθεν η Γενική Συνέλευση αποφάσισε μετά την από 17-2-2015 άκυρη εισήγηση του ΔΣ, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 93,95,97,99 και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως με μη υπαγωγή, αν και τα ανωτέρω περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, σύμφωνα με τους οποίους οι αποφάσεις του ΔΣ, το οποίο εισηγείται προς την Γενική Συνέλευση, έχουν γνωμοδοτικό χαρακτήρα, χωρίς να την δεσμεύουν, ούτε η εισήγηση του ΔΣ αποτελεί προϋπόθεση του κύρους των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, η οποία ως το ανώτατο όργανο του Ταμείου αποφασίζει κυριαρχικά για την τροποποίηση του καταστατικού του.

Τέλος, με τον συναφή 8ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ταμείο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με το να δεχθεί, ότι η απόφαση του ΔΣ στις 4-2-2015 για την σύγκληση της ΓΣ στις 1-3-2015 περί της επικαιροποίησης εκκαθάρισης του μητρώου των μελών, που ήταν δήθεν άκυρη λόγω έλλειψης νόμιμης σύνθεσης του ΔΣ μετά την έκπτωση των δύο ως άνω μελών αυτού, που, κατά τις παραδοχές, είχαν εκλεγεί με την αρχαιρεσιακή απόφαση της 2-5-2012 με τριετή θητεία, είχε διαπιστωτικό χαρακτήρα και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ...<σημαίνει ότι δεν επισύρει αυτοτελείς έννομες συνέπειες,....

πλην όμως η διαπιστωτική πράξη είναι αναγκαία όπως και η γνωστοποίησή της σ' αυτόν, που αφορά για την επέλευση του ως άνω νομικού αποτελέσματος>....εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 93, 95, 96, 101 ΑΚ τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατική αιτιολογία, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα περί του χαρακτήρα της απόφασης (στις 4-2-2015) του ΔΣ, ως διαπιστωτικού, χωρίς δηλαδή την έννομη συνέπεια της αυτόματης απώλειας της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ ή εάν η διαπιστωτική απόφαση του ΔΣ προσδίδει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, στην ένδικη υπόθεση, την αυτόματη απώλεια της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ ή εάν για το ζήτημα τούτο αρμόδια να αποφασίσει είναι η Γενική Συνέλευση ως το ανώτατο καταστατικό όργανο και έτσι με τις αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας ή όχι της απόφασης του ΔΣ στις 4-2-2015 με ελλιπή ή με νόμιμη σύνθεση αυτού και συνακόλουθα της εγκυρότητας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης στις 1-3-2015 για την τροποποίηση του καταστατικού.

ΙΙ. Περαιτέρω, αναφορικά με τους κατ' ιδίαν αναιρετικούς λόγους της συνεκδικαζόμενης από 16-9-2019 (αρ.κατ.800/2019) αίτησης αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 26, που επίσης ερευνούν την ουσιαστική βασιμότητα της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης (πιν.26) η αναιρεσείουσα συνδικαλιστική οργάνωση, προσθέτως κατ' έφεση παρεμβαίνουσα υπέρ του Ταμείου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η απόφαση του ΔΣ του Ταμείου στις 4-2-2015 για την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης την 1-3-2015 περί επικαιροποίησης -εκκαθάρισης του μητρώου των μελών του Ταμείου, καθώς επίσης η απόφαση του ΔΣ στις 17-2-2015, όταν εγκρίθηκε η πρόταση -εισήγηση του ΔΣ προς την Γενική Συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, ήταν δήθεν άκυρες λόγω έλλειψης νόμιμης εννεαμελούς διοίκησης του ΔΣ, μετά την δήθεν έκπτωση των δύο ως άνω μελών αυτού, στις 4-2-2015 και τη μη αναπλήρωσή τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 69 και 101 του ΑΚ, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τα οποία, κατά της αρχαιρεσιακής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, στις 2-5-2012, κατά την οποία εκλέχθηκαν ως μέλη του εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου, ο Α. Ν. και Ι. Β., με τριετή θητεία, που έληγε στις 2-5-2015 ουδέποτε ασκήθηκε ακυρωτική αγωγή και συνεπώς, τα ανωτέρω δύο μέλη ουδέποτε απώλεσαν την ιδιότητα αυτή, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε ευθέως με μη εφαρμογή.

Επίσης με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης (πιν.26) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η από 17-2-2015 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ήταν άκυρη, διότι δήθεν ελήφθη από Διοικητικό Συμβούλιο με ελλιπή σύνθεση, μετά την έκπτωση των δύο ως άνω μελών του και ότι η απόφαση αυτή συμπαρέσυρε την από 1-3-2015 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου περί τροποποίησης του καταστατικού του (που επικυρώθηκε με την 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 353/2015 μεταγενέστερη διαταγή αυτού), διότι δήθεν η Γενική Συνέλευση άσκησε τη λειτουργική της αρμοδιότητα για την τροποποίηση του καταστατικού, κατόπιν της άκυρης ως άνω δήθεν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, που αποτελούσε δήθεν προαπαιτούμενο αυτής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 93 και 99 ΑΚ, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τα οποία, κατά το άρθρο 9 παρ.1 περ.

ι του καταστατικού το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου δεν έχει αποφασιστική αρμοδιότητα για την τροποποίηση του καταστατικού του, αλλά η κυριαρχική εξουσία για την τροποποίηση του καταστατικού ανήκει στην Γενική Συνέλευση αυτού, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους συναφείς ως άνω αναιρετικούς λόγους ζητήματα της εγκυρότητας των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου για την τροποποίηση του καταστατικού του την 1-3-2015, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 23/7/1979 ιδρύθηκε το εκκαλόν αλληλοβοηθητικό σωματείο με έδρα την Αθήνα και επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (συντομογραφικά "ΤΑ.Π.Ι.Λ.Τ.-Α.Τ.") και αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 2843/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), το δε καταστατικό του καταχωρήθηκε νόμιμα στο δημόσιο βιβλίο σωματείο του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 8905 ειδ 2488/14-10- 1983, Ακολούθησαν τρεις (3) τροποποιήσεις του καταστατικού του, ήτοι με την υπ' αριθμ. 43/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την υπ' αριθμ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 353/2015 διαταγή του ιδίου, και με την υπ' αριθμ. 341/2016 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, και αντίστοιχες καταχωρήσεις στο δημόσιο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντες αριθμούς 8905Ειδ2488/13-3-1991, 8905Ειδ2488/29-6-2015 και 8905Ειδ2488/10-11-2016.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 353/2015 διαταγή του ιδίου, κατόπιν της από 12/5/2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 22019/307/2015 αίτησης του ως άνω σωματείου επικυρώθηκε το από 24/4/2015 τροποποιημένο καταστατικό του και διατάχθηκε η δημοσίευση περίληψης με τα ουσιώδη στοιχεία των διατάξεων του καταστατικού, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, σε μία εφημερίδα, που εκδίδεται στην Αθήνα και στο δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)-Τομέας Ασφάλισης Νομικών (TAN) και την εγγραφή των τροποποιήσεων στο δημόσιο βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών.

Το καταστατικό του εκκαλούντος, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την υπ' αριθμ. 43/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) και πριν την τροποποίησή του με τις ανωτέρου διατάξεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προέβλεπε, στο άρθρο 4, οτι διοικείται από εννεαμελές δ.σ., που εκλέγεται κάθε τριετία από τη γ.σ.

των μελών του με μυστική ψηφοφορία (παρ.1) και ότι εκτός των τακτικών μελών εκλέγονται και ισάριθμα αναπληρωματικά, με σειρά επιτυχίας, τα οποία αναπληρώνουν τα τακτικά, σε περίπτωση εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως από το δ.σ. (παρ. 3 εδαφ. α'). Επίσης, υπήρχε πρόβλεψη για την περίπτωση που προκύψει κενό σε θέση τακτικού μέλους μετά την εξάντληση του πίνακα των αναπληρωματικών μελών με διενέργεια νέων αρχαιρεσιών εντός μηνός για πλήρωση των κενών θέσεων των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του δ.σ.( άρθρο 4 παρ. 3 εδαφ.

β'). Από το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.9 του καταστατικού, που ρύθμιζε τις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των μελών του δ.σ ανά τριετία και όριζε ότι στον πίνακα-ψηφοδέλτιο θα αναγράφονται σε χωριστή στήλη οι υποψήφιοι για το δ.σ., οι προερχόμενοι από εν ενεργεία μέλη του σωματείου (άρθρο 10παρ.9 στοιχείο β), προκύπτει ανενδοιάστως ότι μέλη του δ.σ του εν λόγω σωματείου μπορούν να είναι μόνο .μέλη του, κάτι που δεν αμφισβητείται, άλλωστε, από κάποιο διάδικο μέρος.

Στις αρμοδιότητες του δ.σ. του εκκαλούντος σωματείου περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ως άνω καταστατικού, μεταξύ άλλων, η λήψη απόφασης και η εισήγηση αρμόδια για τροποποίηση ή συμπλήρωση του καταστατικού ( περ. ι), η συγκρότηση έκτακτων επιτροπών από μέλη του για προπαρασκευή, γνωμοδότηση ή διαχείριση και απόφαση σε ζητήματα, που υπάγονται στις αρμοδιότητες και καθορίζουν ακριβώς τις αρμοδιότητες αυτού ( περ.

ια στοιχ.3), και η ετήσια λογοδοσία με σύνταξη σχετικής έκθεσης, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κεφάλαιο διοικητικό, στο οποίο γίνεται αναφορά στα μέλη του σωματείου ( παρ.3). Εξάλλου, το δ.σ. βρίσκεται, κατά το άρθρο 5παρ.13 του ως άνω καταστατικού, σε απαρτία εάν είναι παρόντα τουλάχιστον πέντε (5) μέλη, στα οποία περιλαμβάνονται ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος, και λαμβάνει τις αποφάσεις με απλή πλειοψηφία των παρόντων και με τρεις (3) ψήφους τουλάχιστον.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παραπάνω καταστατικού η γ.σ. των μελών του εκκαλούντος σωματείου διακρίνεται σε τακτική και σε έκτακτη. Η τακτική πραγματοποιείται υποχρεωτικά μία φορά κάθε έτος και μέσα σε ένα πεντάμηνο το πολύ από τη λήξη του οικονομικού έτους, όπου τίθεται για έγκριση και έλεγχο από τα μέλη ο διοικητικός απολογισμός του δ.σ,, ο οικονομικός απολογισμός του έτους, που τελείωσε, και ο προϋπολογισμός του επομένου, η έκθεση της εξελεγκτικής επιτροπής, αλλά και κάθε άλλο θέμα που υποβάλλεται από το δ.σ., καθώς επίσης αποφασίζει και για κάθε άλλο θέμα που υποβάλλεται από το δ.σ. (παρ.1).

Επίσης, η γ.σ. εκλέγει κάθε τριετία τα μέλη του δ.σ. ( παρ.2).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με την από 10/3/2012 απόφαση της γ.σ. του εκκαλούντος διενεργήθησαν αρχαιρεσίες για την ανάδειξη μελών του δ.σ. και της εξελεγκτικής επιτροπής από 28/3/2012 έως 6/4/2012. Συγκεκριμένα, στις 28/3/2012 και στις 6/4/2012 διενεργήθησαν αρχαιρεσίες στο λεκανοπέδιο Αττικής, από 6/4/2012 έως 5/4/2012 στη Θεσσαλονίκη και από 2/4/2012 έως 3/4/2012 στην Πάτρα, στη Λάρισα, στο Βόλο και στο Ηράκλειο.

Οι αρχαιρεσίες ολοκληρώθηκαν στιις 2/5/2012, εξελέγησαν δε εννέα τακτικά και εννέα αναπληρωματικά μέλη του δ.σ όπως προέβλεπε το άρθρο 4 παρ.1 του καταστατικού, ήτοι εξελέγησαν ως τακτικά μέλη οι Ε. Π., Δ. Τ., Ι. Λ., Α. Μ., Χ. Α., Ι. Β., Α. Ν., Μ. Χ. και Κ. Ξ. και ως αναπληρωματικά μέλη οι Ι. Τ., Α. Κ.-Λ., Χ. Δ., Ν. Κ., Γ. Τ., Ν. Α., Μ.

Β., Ν. Κ. και Α. Κ. (βλ. το από 2/5/2012 πρακτικό αποτελεσμάτων ψηφοφορίας του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ της Εφορευτικής Επιτροπής και τις ανακοινώσεις No 10 και Νο 11 της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής). Κατά της εκλογής των ανωτέρω δεν ασκήθηκε αγωγή ακύρωσης (βλ, το αρ. πιστοποιητικού …/2017 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής προσβολής αρχαιρεσιών σωματείου του Πρωτοδικείου Αθηνών).

Στη συνέχεια, το δ.σ. του εκκαλούντος συγκροτήθηκε σε σώμα, αποτελούμενο από τα τακτικά μέλη του και Πρόεδρο τον Ε. Π., με τριετή θητεία, ήτοι από 2/5/2012 έως 2/5/2015: Με την από 30/6/2014 απόφαση του το ως άνω δ.σ αποφάσισε να γίνει η επικαιροποίηση-εκκαθάριση του μητρώου των μελών του βάσει του άρθρου 2παρ.3περ.β' του καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο χάνουν αυτοδικαίως την ιδιότητά του μέλους του όσοι χάνουν την ιδιότητα του υπαλλήλου πριν τη θεμελίωση δικαιώματος για σύνταξη και ανέθεσε σε επιτροπή τη σχετική εργασία, Η απόφαση αυτή ενέπιπτε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στις αρμοδιότητές του, ως σχετική με την υποχρέωση ετήσιας λογοδοσίας.

Για το σκοπό με πράξη του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του δ.σ. συγκροτήθηκε τετραμελής επιτροπή, η οποία παρέδωσε το πόρισμά της στις 31/7/2014. Στη συνέχεια, έγινε επαλήθευση του πορίσματος από τις αρμόδιες υπηρεσίες του εκκαλούντος. Κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2015 πρόσκλησης, του Προέδρου του Ε. Π. το δ.σ.

συνεδρίασε στις 4/2/2015.-Στα θέματα της ημερησίας διάταξης περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η σύγκληση τακτικής γ.σ. για το έτος 2015 ( No 4 θέμα της ημερησίας διάταξης) και η έγκριση του επικαιροποιημένου μητρώου μελών ενόψει της επικείμενης γ.σ ( No 5 θέμα της ημερήσιας διάταξης). Κατά τη συνεδρίαση της 4ης/2/2015 ήταν παρόντα και τα εννέα (9) μέλη του δ.σ.

χώρησε συζήτηση και, αρχικώς, ελήφθη απόφαση για τη σύγκληση της τακτικής γ.σ με επτά (7) ψήφους υπέρ και δύο (2) κατά. Ειδικότερα, αποφασίσθηκε να - πραγματοποιηθεί καταρχάς η γ.σ στις 24/2/2015 και, σε περίπτωση που δεν υπάρξει απαρτία, να γίνει πρώτη επαναληπτική γ.σ. στις 27/2/2015, σε περίπτωση δε μη επίτευξης εκ νέου απαρτίας, αποφασίσθηκε να γίνει δεύτερη επαναληπτική γ.σ.

στις 1/3/2015. Στη συνέχεια, ελήφθη απόφαση για επικαιροποίη ση-εκκαθάριση του μητρώου μελών με την ίδια πλειοψηφία. Βάσει της απόφασης αυτής έπαυαν να είναι μέλη και διαγράφονταν από το μητρώο μελών του εκκαλούντος, όπως υποδηλώνει ο όρος "εκκαθάριση", 2.181 άτομα μεταξύ των οποίων και τα τακτικά μέλη του δ.σ.

Ι. Β. και Α. Ν.. Ενόψει των παραπάνω, η από 4/2/2015 απόφαση για τη σύγκληση της γ.σ. ελήφθη νόμιμα από το νομίμως συγκροτηθέν δ.σ. και με τη νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία δοθέντος ότι η απόφαση αυτή προηγήθηκε έστω και ελάχιστα χρονικά της απόφασης περί επικαιροποίησης-εκκαθάρισης του μητρώου ίων μελών του εκκαλούντος, διότι κατά τη λήψη της οι Ι.

Β. και Α. Ν. ήταν ακόμη ενεργά μέλη του εκκαλούντος και, επομένως, νομίμως έλαβαν μέρος σίη συνεδρίαση ως τακτικά μέλη του δ.σ., το οποίο, συνεδρίασε και αποφάσισε για το θέμα αυτό εγκύρως σε πλήρη σύνθεση. Οι ανωτέρω έπαυσαν να είναι μέλη του δ.σ. του εκκαλούντος με τη λήψη της επόμενης απόφασης περί επικαιροποίησης- εκκαθάρισης του μητρώου.

Η επικαιροποίηση αυτή έγινε, όπως προεκτέθηκε, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 παρ.3 περιπτ. β' του τότε καταστατικού του εκκαλούντος, ήτοι λόγω απώλειας της ιδιότητας του μέλους του. Δεδομένου ότι μέλη του δ.σ. του εκκαλούντος δύναται να είναι μόνο μέλη του με την απώλεια της ιδιότητας αυτής οι Ι. Β. και Α.

Ν. απώλεσαν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη πριν την ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, την ιδιότητα του τακτικού μέλους του δ.σ. στις 4/2/2015 μετά τη λήψη της παραπάνω απόφασης, αφού όντας παρόντες κατά τη λήψη της έλαβαν αμέσως γνώση αυτής (άρθρα 167, 168 του ΑΚ). Και ναι μεν το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το πότε ακριβώς αυτοί απώλεσαν την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου, πλην όμως, κατά την κρίση του αυτό δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση.

Και τούτο διότι: Καταρχάς ουδείς των διαδίκων αμφισβητεί ειδικώς ότι οι ανωτέρω είχαν απωλέσει πριν τις 4/2/2015 την υπαλληλική τους ιδιότητα προτού θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Ως εκ τούτου συνάγεται ότι αυτοί πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 2παρ.3περιπτ. β! του καταστατικού του εκκαλούντος.

Επίσης, ναι μεν η απώλεια ιδιότητας του μέλους του εκκαλούντος αποτελεί λόγο που συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια της ιδιότητας μέλους του δ.σ. και η τυχόν έκδοση σχετικής απόφασης του τελευταίου έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει οτι δεν επισύρει αυτοτελείς έννομες συνέπειες, πλην όμως η διαπιστωτική αυτή πράξη είναι αναγκαία, όπως και η γνωστοποίησή της σε αυτόν που αφορά για την επέλευση του ως άνω νομικού αποτελέσματος, ήτοι τη λύση της σχέσης σωματείου-μέλους και την έκπτωση του μέλους του δ.σ., για λόγους ασφάλειας δικαίου, προκειμένου να μην ανατρέπονται καταστάσεις που ήδη δημιουργήθηκαν από την μέχρι τότε δραστηριότητα του μέλους, που απώλεσε την ιδιότητα, ανατροπή που θέτει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία του σωματείου, αλλά και να υφίσταται ένα σταθερό χρονικό σημείο από το οποίο το μέλος να δύναται να ασκήσει τα δικαιώματά του περί δικαστικής προστασίας ενόψει των προθεσμιών που θέτουν οι οικείες διατάξεις (πχ.

άρθρα 88 και 101 του ΑΚ) δεδομένου ότι γίνεται δεκτό ότι η αυτοδίκαιη απώλεια της ιδιότητας μέλους ενός σωματείου λόγω μεταγενέστερης απώλειας μιας προϋπόθεσης δεν αποτελεί πειθαρχική ποινή για να είναι αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση του διαγραφέντος μέλους, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω διαγραφή των Ι.

Β. και Α. Ν. λόγω απώλειας της ιδιότητας του μέλους του εκκαλούντος, εάν και σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού χαρακτηρίζεται αυτόματη, ανέπτυξε τις έννομες συνέπειες της μετά τη λήψη της από 4/2/2015 απόφασης του δ.σ. περί επικαιροποίησης- εκκαθάρισης του μητρώου μελών του, έκτοτε δε, αφού αυτοί έλαβαν αμέσως γνώση αυτής ως συμμετέχοντες στο δ.σ, απώλεσαν την ιδιότητα τους ως μέλη του δ.σ.

και όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο, για το λόγο δε αυτό δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ουδείς στράφηκε δικαστικώς κατά της εκλογής τους, καθώς αυτή έγινε νόμιμα δοθέντος ότι τότε και για ένα εξάμηνο από τη λήψη της δεν είχε γίνει διαπίστωση της απώλειας της ιδιότητάς τους ως μέλη του εκκαλούντος και επικαιροποίηση του μητρώου των μελών του.

Ούτε έπρεπε να γίνει ανάκληση από τη γ.σ,, κατ' άρθρο 94 του ΑΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλόν, αφού αρκούσε η ως άνω διαπιστωτική πράξη, καθώς η απώλεια της ιδιότητας του μέλους από τους παραπάνω οφείλεται σε ένα τυχαίο γεγονός (απώλεια προσωπικής ιδιότητας) και όχι σε παραβίαση εκ μέρους τους κάποιας υποχρέωσης.

Στη συνέχεια, το δ.σ. κάλεσε με την από 4/2/2015 πρόσκληση του τα μέλη του εκκαλούντος να λάβουν μέρος στην τακτική γ.σ., που αποφασίσθηκε από αυτό την ίδια ημέρα. Στην πρόσκληση αναφέρονταν ότι η πρώτη συνεδρίαση θα γίνονταν στις 24/2/2015 και εάν δεν υπήρχε απαρτία θα γίνονταν δεύτερη συνεδρίαση στις 27/2/2015. Σε περίπτωση δε μη απαρτίας προβλέπονταν μία τελευταία συνεδρίαση με τα ίδια θέματα ημερησίας διάταξης στις 1/3/2015, ενώ στα θέματα ημερήσιας διάταξης της (γ.σ.) αναφέρονταν η πρόταση -εισήγησή του δ.σ.

για τροποποίηση του καταστατικού του. Με άλλα λόγια με την ανωτέρω πρόσκληση το δ.σ. του εκκαλούντος συγκαλούσε την τακτική γ.σ. με αντικείμενο και την τροποποίηση του καταστατικού του. Το ως άνω θέμα εμπίπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. περιπτ. ι' του τότε καταστατικού, στην αρμοδιότητα του δ.σ.

του εκκαλούντος, πλην όμως η σχετική απόφαση του δ.σ. δεν περιλαμβάνονταν στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασής του, που έλαβε χώρα στις 4/2/2015, καθώς ως θέματα στην υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-2-2015 πρόσκληση του Προέδρου του δ.σ. για τη συνεδρίαση της 4ης/2/2015 αναφέρονταν, πλην της σύγκλισης της τακτικής γενικής συνέλευσης καν, της επικαιροποίησης-εκκαθάρισης του μητρώου μελών, όπως ήδη προεκτέθηκε, η προκήρυξη αρχαιρεσιών, η εκλογή Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής, ο διοικητικός απολογισμός της χρονικής περιόδου από 5/10/2003 έως την ημέρα της γ.σ., ο οικονομικός απολογισμός και η έγκριση των ισολογισμών των οικονομικών ετών 2013 και 2014 οι εκθέσεις της Εξελεγκτικής Επιτροπής για τα ίδια οικονομικά έτη και η έγκριση αυτήν, την επικύρωση των αποφάσεων του δ.σ.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η έγκριση της πρότασης-εισήγησης του δ.σ. του εκκαλούντος προς τη γ.σ. για την τροποποίηση του καταστατικού του εκκαλούντος και η αποστολή της στα μέλη του αποφασίσθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι στις 17/2/2015 κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. 31570/13-2-2015 πρόσκλησης του" Προέδρου του, στην οποία το πρώτον αναφέρεται ως θέμα ημερησίας διάταξης, οι Ε.

Π., Δ. Τ., Α. Μ., Μ. Χ., Ι. Λ., Κ. Ξ. και Χ. Α. συνεδρίασαν ως δ.σ. και ενέκριναν την πρόταση-εισήγηση προς τη γ.σ. για την τροποποιήση όλων των άρθρων του καταστατικού και την αποστολή του σχεδίου καταστατικού στα μέλη του εκκαλούντα. Η ως άνω συνεδρίαση και η λήψη απόφασης για εισήγηση- τροποποίηση του καταστατικού του εκκαλούντος δεν ήταν νόμιμη, διότι ελήφθη από ένα δ.σ.

όχι σε πλήρη σύνθεση, αφού είχε από τις 4/2/2015 μειωθεί ο -αριθμός των μελών του κάτω από τον προβλεπόμενο στο καταστατικό αριθμό μελών μετά την έκπτωση των Ι. Β. και Α. Ν., στο δε τότε καταστατικό του εκκαλούντος δεν περιλαμβάνονταν διάταξη σύμφωνα με την οποία μπορούσε αυτό (δ.σ.) να λειτουργεί και να αποφασίζει ως συλλογικό όργανο εγκύρως και νομίμως, έστω και εάν ο αριθμός των μελών του μειωθεί κάτω από τον προβλεπόμενο από το καταστατικό αριθμό, εφόσον τα εναπομείναντα μέλη του συγκροτούν τη νόμιμη ή την καταστατική απαρτία ( βλ.

ΕφΑΘ 2326/2004 ΔΕΕ 2004.912). Και ναι μεν είχαν εκλεγεί μαζί με τα εννέα (9) τακτικά μέλη του δ.σ. του εκκαλούντος και εννέα (9) αναπληρωματικά τοιαύτα, πλην όμως δεν είχαν κληθεί δύο (2) από αυτά κατά σειρά επιτυχίας να αναπληρώσουν τα δύο (2) έκπτωτα μέλη. Επομένως, μόνο η εκλογή αναπληρωματικών μελών δεν ασκεί επιρροή στη λήψη της ως άνω απόφασης, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, που προεκτέθηκε πριν από την ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, απαιτείται πρόσκληση αυτών και αποδοχή του διορισμού τους, προκειμένου να καταστεί ενεργός η σχέση τους ως μέλη του δ.σ.

με το εκκαλούντα σωματείο. Κατά συνέπεια, από τις 4/2/2015 το εκκαλόν στερείτο νόμιμης διοίκησης λόγω έλλειψης των απαιτουμένων από το καταστατικό του για τη διοίκηση φυσικών προσώπων ενεργούντων από κοινού ως συλλογικό όργανο, καθώς τα εναπομείναντα μέλη Ε. Π., Δ. Τ., Α. Μ., Μ. Χ., Ι. Λ., Κ. Ξ. και Χ. Α. μετά την έκπτωση των Ι.

Β. και Α. Ν. λόγω διαγραφής, δεν αρκούσαν για τη σύμφωνα με το καταστατικό νόμιμη συγκρότηση του δ.σ του εκκαλούντος και δεν μπορούσαν έως την αναπλήρωση των ανωτέρω από τα εκλεγέντα την 2η/'5/2012 αναπληρωματικά μέλη να λάβουν νομίμως και εγκύρως οποιαδήποτε απόφαση ενέπιπτε στο κύκλο των αρμοδιοτήτων του δ.σ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η απόφαση και η εισήγηση για την τροποποίηση του καταστατικού, δοθέντος ότι δεν ήταν αναγκαίος και απαιτούμενος ο διορισμός προσωρινής διοίκησης του πριν την εξάντληση των δυνατοτήτων, που προέβλεπε το άρθρο 4 παρ.3εδαφ.

β' του τότε ισχύοντος καταστατικού (αναπλήρωση από αναπληρωματικά μέλη με σειρά επιτυχίας και διενέργεια νέων αρχαιρεσιών εντός μηνός μετά την εξάντληση του πίνακα των αναπληρωματικών μελών για πλήρωση των κενών θέσεων των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του δ.σ.). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται στην κρίση του για ύπαρξη νόμιμης ή μη αναπλήρωσης των Ι.

Β. και Α. Ν. μετά την έκπτωσή τους από το προσωρινό δεδικασμένο, που παράγεται από τις υπ' αριθμ. 4344/2016 και 4345/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί αιτήσεων αναστολών κατ' άρθρο 102 του ΑΚ, δεδομένου ότι το από τη σαφή γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 695 του ΚΠολΔ, από την οποία συνάγεται η έννοια του προσωρινού δεδικασμένου, προκύπτει ότι αυτό περιορίζεται στο πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων με την έννοια ότι δεσμεύει το δικαστήριο, που καλείται να δικάσει άλλη αίτηση αναστολής μεταξύ των ίδιων διαδίκων και δεν δεσμεύει το δικαστήριο την κύρια δίκη.

Κατά συνέπεια, η από 17/2/2015 απόφαση του δ.σ. για εισήγηση-τροποποίηση του καταστατικού του εκκαλούντος πάσχει, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, που εκτέθηκε πριν από την ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, από απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 174, 180 του ΑΚ), αφού ελήφθη από πρόσωπα, που ήταν τυπικά και ουσιαστικά αναρμόδια προς τούτο εξαιτίας του κενού διοίκησης που είχε προκύψει από τη διαγραφή των Α.

Ν. και Ι. Β. χωρίς αναπλήρωση τους. Η ως άνω απόλυτη ακυρότητα, μολονότι η σύγκληση της καταστατικής γ.σ. των μελών του εκκαλούντος είχε αποφασισθεί από νόμιμη διοίκηση, συμπαρασύρει την εξαρτώμενη από αυτή απόφαση της καταστατικής γ.σ.. για την τροποποίηση του καταστατικού, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή- διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 353/2015 διαταγή του ιδίου, αφού εμφανίζει στενό σύνδεσμο με αυτή (απόφαση τροποποίησης) και την επηρεάζει ουσιαστικά, διότι η γ.σ.

των μελών του εκκαλούντος άσκησε τη λειτουργική αρμοδιότητά της για τροποποίηση του καταστατικού κατόπιν της από 17/2/2015 απόφασης-εισήγησης, που, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. ί περιπτ. ι' του τότε ισχύοντος καταστατικού, αποτελούσε προαπαιτούμενο της, δεδομένου ότι ναι μεν στην από 4/2/2015 πρόσκληση σε γ.σ. αναφέρονταν ως θέμα της ημερησίας διάταξης η τροποποίηση όλων των άρθρων του καταστατικού του εκκαλούντος, πλην όλως το περιεχόμενο των τροποποιήσεων δεν είχε ακόμη αποφασισθεί, για το λόγο δε αυτό ακολούθησε και δεύτερη πρόσκληση των μελών του με τη αποστολή της από 17/2/2015 απόφασης-εισήγησης και του σχεδίου του υπό τροποποίηση καταστατικού, το οποίο τέθηκε σε ψηφοφορία στην επίδικη καταστατικά γ.σ. "...

Ενόψει των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκανε δεκτό ως ουσία βάσιμο τον τρίτο λόγο της τριτανακοπής κατά το πρώτος σκέλος του με το οποίο οι τριτανακόπτοντες επικαλούνται μη νόμιμη και έγκυρη λήψης απόφασης στις 17/2/2015 για τροποποίηση του καταστατικού του εκκαλούντος συνεπεία της έλλειψης νόμιμης διοίκησης του μετά την έκπτωση δύο (2) μελών του δ.σ.

στις 4/2/2015 και τη μη αναπλήρωσή τους από νομίμως εκλεγέντα αναπληρωματικά μέλη κατόπιν επικαιροποίησης του μητρώου των μελών του με διαγραφή 2.181 ατόμων, και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 353/2015 διαταγή του ιδίου, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη, αλλά και ελλιπή αιτιολογία, δεν έσφαλε και ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επίσης εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι έφεσης"...

Επομένως, αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος για διερεύνηση, πρέπει να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εφεσίβλητου με γενικό αριθμό κατάθεσης 6764/22-9-2017 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 469/22-9-2017, να απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση έφεση και να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του εκκαλούντος με γενικούς αριθμούς κατάθεσης 3467 και 3470/16-5-2017 και ειδικούς αριθμούς κατάθεσης 258 και 260/16-5-2017, μετά δε την απόρριψη της έφεσης παρέλκει η έρευνα της επικουρικής αντέφεσης, που άσκησαν οι υπό στοιχεία "9" έως "63" εφεσίβλητοι, διότι δεν πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία ασκήθηκε"...

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος- προσθέτοντος λόγους αναίρεσης Ταμείου, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που, κατά ουσιαστική παραδοχή του 3ου λόγου της ανακοπής, δέχθηκε την ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων - αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αρ. 324/2015 διαταγής του Ειρηνοδίκη Αθηνών (όπως αντικαταστάθηκε με την μεταγενέστερη υπ' αρ. 353/2015 διαταγή του ίδιου Ειρηνοδίκη Αθηνών), με την οποία έγινε δεκτή η τροποποίηση του καταστατικού και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, της 1-3-2015 για την τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου, η οποία είχε συγκληθεί κατόπιν της από 4-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, με θέμα ημερήσιας διάταξης την επικαιροποίηση -εκκαθάριση του μητρώου των μελών και κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η πρόταση- εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου προς την Γενική Συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, όπως όριζε η διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 περ.ι του τότε ισχύοντος καταστατικού (που είχε εγκριθεί το έτος 1991) ήταν άκυρη, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές, το Διοικητικό Συμβούλιο είχε ελλιπή σύνθεση, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του καταστατικού, που απαιτούσε εννεαμελή σύνθεση, επειδή δύο μέλη και ειδικότερα, ο Ι.

Β. και Α. Ν., είχαν απωλέσει την ιδιότητα του μέλους του Ταμείου αυτομάτως, λόγω απώλειας της ιδιότητας του υπαλλήλου, πριν να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης, όπως όριζε το άρθρο 2 παρ. 3 περ. β του τότε καταστατικού και ότι συνακόλουθα, κατόπιν τούτου είχαν απωλέσει την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ. Πέραν τούτων το Εφετείο δέχθηκε επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, ότι τα άνω δύο μέλη του ΔΣ είχαν εκλεγεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου, κατά τις αρχαιρεσίες της 2-5-2012 με τριετή θητεία, η οποία έληγε στις 2-5-2015 και ότι κατά της εκλογής αυτής δεν ασκήθηκε η ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 του ΑΚ, δηλαδή εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των έξη μηνών από την απόφαση της αρχαιρεσιακής ως άνω Γενικής Συνέλευσης.

Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 69,93 και 101 ΑΚ, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες επομένως παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με εσφαλμένη υπαγωγή, διότι διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές η από 2-5-2012 εκλογή των δύο ως άνω μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά την αρχαιρεσιακή Γενική Συνέλευση της 2-5-2012, δεν είχε προσβληθεί με την ακυρωτική αγωγή εντός έξη μηνών, η απόφαση αυτή περί της εκλογής τους ανέδυε αποτελέσματα έναντι πάντων και συνεπώς αυτοί εξακολουθούσαν να διατηρούν την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου έως τη λήξη της θητείας τους, δηλαδή έως 2-5-2015.

Συνακόλουθα, το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του, τόσο στις 4-2-2015, όσο και στις 17-2-2015, δεν είχε ελλιπή σύνθεση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, αλλά εννεαμελή σύνθεση, όπως απαιτούσε το άρθρο 4 παρ.1 του καταστατικού, σε συνδυασμό με το άρθρο 92 ΑΚ και νομίμως το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε την απόφασή του για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης την 1-3-2015 για την τροποποίηση του καταστατικού, η οποία είναι το κυρίαρχο προς τούτο καταστατικό όργανο του Ταμείου, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του καταστατικού και είναι σύμφωνη με το άρθρο 93 του ΑΚ.

Εξάλλου, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου αποφασίζει και εισηγείται την τροποποίηση του καταστατικού, όπως επίσης, ρητά ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 περ.ι του καταστατικού. Η απόφαση αυτή έχει γνωμοδοτικό-διαπιστωτικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Εκτός των ανωτέρω όμως, το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνέπειες της από 4-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου περί της απώλειας της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ από τα ανωτέρω δύο μέλη αυτού (Ι.Β.

και Α.Ν.), την οποία, όπως προεκτέθηκε χαρακτηρίζει ως έχουσα διαπιστωτικό χαρακτήρα, που δεν επισύρει, κατά τις παραδοχές ...<αυτοτελείς έννομες συνέπειες>... ενώ, σε άλλο σημείο της απόφασής του, με εντελώς αντιφατική αιτιολογία, που αλληλοαναιρεί την προηγούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχεται ότι η ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (4-2-2015) επιφέρει ...<ως νομικό αποτέλεσμα>...

τη λύση της σχέσης σωματείου -μέλους και στη συνέχεια, την έκπτωση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου....<αναπτύσσοντας έννομες συνέπειες>....που επιφέρουν την απώλεια της ιδιότητας του μέλους του ΔΣ. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφή και εν μέρει αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της νομότυπης σύγκλησης του ΔΣ με θέμα ημερήσιας διάταξης την τροποποίηση του καταστατικού, κατά τη συνεδρίαση της 4-2-2015 ή της 17-2-2015, ζήτημα ουσιώδες για τη διαπίστωση της νόμιμης σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης στις 1-3-2015, σύμφωνα με το άρθρο 11 του καταστατικού, κατά το οποίο στην πρόσκληση για Γενική Συνέλευση πρέπει να αναφέρεται (μεταξύ άλλων) και το θέμα που θα συζητηθεί, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πρώτη χρονικά απόφαση του ΔΣ, στις 4-2-2015, για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης ήταν έγκυρη, διότι μέχρι τότε δεν είχε απωλεσθεί ακόμη η ιδιότητα του μέλους των ανωτέρω δύο μελών του ΔΣ και ότι επακολούθησε χρονικά δεύτερη απόφαση για την επικαιροποίηση -εκκαθάριση του μητρώου των μελών στις 17-2-2015, που ήταν άκυρη λόγω της ελλιπούς τότε σύνθεσης του ΔΣ.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι η από 4-2-2015 πρόσκληση του ΔΣ είχε ως αντικείμενο και την τροποποίηση του καταστατικού και ότι στα θέματα της ημερήσιας διάταξης της Γενικής Συνέλευσης, την 1-3-2015, που συγκλήθηκε με την ανωτέρω πρόσκληση αναφερόταν και η πρόταση-εισήγηση του ΔΣ για την τροποποίηση του καταστατικού, σε άλλο σημείο της απόφασής του δέχτηκε ότι η σχετική απόφαση-εισήγηση του ΔΣ, στις 4-2-2015, για την τροποποίηση του καταστατικού δεν περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη, καθόσον, κατά τις παραδοχές, στην υπ' αρ.

…./…-2-2015 πρόσκληση του Προέδρου του ΔΣ για τη συνεδρίαση του ΔΣ στις 4-2-2015 αναφερόταν ...<πλην της σύγκλησης της τακτικής ΓΣ και η επικαιροποίηση -εκκαθάριση του μητρώου των μελών....η προκήρυξη αρχαιρεσιών...>..,χωρίς δηλαδή από τις ανωτέρω παραδοχές, να προκύπτει με σαφήνεια, εάν στην ημερήσια διάταξη των θεμάτων της συνεδρίασης του ΔΣ, στις 4-2-2015, περιλαμβανόταν ή όχι η τροποποίηση του καταστατικού.

Επίσης, σε άλλο σημείο της απόφασής του το Εφετείο δέχεται ότι η τροποποίηση του καταστατικού αποφασίστηκε από το ΔΣ στις 17-2-2015 και σε άλλο σημείο, ότι στην από 4-2-2015 πρόσκληση αναφερόταν ως θέμα ημερήσιας διάταξης η τροποποίηση όλων των άρθρων του καταστατικού, το περιεχόμενο των οποίων αποφασίστηκε στις 17-2-2015.

Με τις ασαφείς και εν μέρει αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 93 και 95 του ΑΚ αναφορικά με τη νόμιμη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης στις 1-3-2015. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις των ερευνώμενων συναφών αναιρετικών λόγων, που προαναφέρθηκαν, του αναιρεσείοντος Ταμείου - προσθέτοντος λόγους αναίρεσης (πινάκιο …) και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων, με πανομοιότυπους αναιρετικούς λόγους με την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς επίσης οι αιτιάσεις (1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι) της αναιρεσείουσας συνδικαλιστικής οργάνωσης (πινάκιο …) πρέπει να γίνουν δεκτές και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής, που αφορά την νόμιμη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, την 1-3-2015 και της απόφασης αυτής για την τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου κατόπιν των από 4-2-2015 και 17-2-2015 αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης (πιν…. και πιν….) και των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 24 και των ομοίων λόγων των υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου προσθέτων παρεμβάσεων, οδηγεί στην παραδοχή αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, των προσθέτων λόγων της αναίρεσης του Ταμείου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσεων, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων αυτών, που επίσης αποβλέπουν στην παραδοχή των αναιρέσεων και την ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης και πλήττουν το ίδιο ως άνω κεφάλαιο αυτής.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης με αριθμό πινακίου 24, παρέλκει η έρευνα του 1ου κύριου λόγου αυτής κατά το Α' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ και του Β' σκέλους εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, του 1ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά το Β' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173-200 ΑΚ), του 2ου πρόσθετου λόγου, κατά το επικουρικό σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ, καθώς και των πανομοιότυπων με την αναίρεση, με αριθμό πινακίου … και τους πρόσθετους λόγους αυτής, λοιπών αναιρετικών λόγων των προσθέτων παρεμβάσεων.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί περαιτέρω και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν για την άσκηση κάθε συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

Βδ ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν εξ ολοκλήρου μεταξύ όλων των διαδίκων, που παραστάθηκαν νόμιμα στη δίκη και κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 179 σε συνδυασμό 173 ΚΠολΔ, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων, που εφαρμόστηκαν, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 3-7-2018 (αρ. κατ. 531/2018) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ταμείου, με τον διακριτικό τίτλο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, με τους από 4-7-2019 (αρ. κατ. 58/2019) πρόσθετους λόγους αυτής, (με αριθμό πινακίου …) με την υπέρ του αναιρεσείοντος Ταμείου από 21-9-2020 (αρ. κατ. 22/2020) πρόσθετη παρέμβαση και με την από 7-10-2020 με τις προτάσεις πρόσθετη υπέρ του Ταμείου παρέμβαση και όλα τα ανωτέρω δικόγραφα με την από 16-9-2019 (αρ. κατ. 800/2019) αίτηση αναίρεσης (με αριθμό πινακίου …), που απευθύνονται κατά της υπ' αρ. 2724/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας).

Αναιρεί την υπ' αρ. 2724/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας) κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για να συζητηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν για την άσκηση κάθε συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΚΑΙ

Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων νόμιμα διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ