Supreme Court allows appeal against labor court decision for failure to consider sworn certificates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Labor Court's decision, ruling that the lower court failed to consider specific sworn certificates submitted by the appellant. The appellant argued these documents proved the employer's dismissal was abusive, but the court found they were not referenced in the judgment. Consequently, the decision was annulled and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144; ΚΠολΔ 577 παρ.1; ΚΠολΔ 580 παρ.3: An appeal is admissible when a lower court fails to consider or evaluate specific evidence submitted by a party, necessitating a remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 734 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 734/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας- αναιρεσείουσας: Π. Κ. Χ., ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Καψόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ' ης η κλήση- αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 8466/30-12-2010. Εκδόθηκαν η 588/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης και αντέφεσης κατ' αυτής, η 1847/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης 268/2-5-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 162/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 29-3-2019 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 29-3-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 28-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης 268/2-5-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 1847/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της 162/2019 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η τότε διεξαχθείσα συζήτηση, διότι δεν προέκυψε κλήση του προσθέτως υπέρ της ενάγουσας παρεμβάντος σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων στην ...". Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 30-4-2013 (με αριθμό κατάθεσης 2286/30-4-2013) έφεσης της εναγομένης και της ασκηθείσας με τις από 23-3-2015 προτάσεις της ενάγουσας αντέφεσης, κατά της 588/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 21-12-2010 (με αριθμό κατάθεσης 8466/30-12-2010) αγωγής της ενάγουσας [με αντικείμενο αξιώσεις της από άκυρη καταγγελία της μεταξύ αυτής και της εναγομένης υφιστάμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου] και της πρόσθετης (υπέρ της ενάγουσας) παρέμβασης του ανωτέρω σωματείου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζήτησής της, κλήθηκε, κατ' άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, το ως άνω προσθέτως παρεμβάν σωματείο (σχετ. οι 5550Δ'/21-11-2019 και 5551Δ'/21-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Π.), πλην όμως δεν παραστάθηκε.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύει ειδικώς ή και να εξαίρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, δεν έπεται ότι αγνοούνται κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της απόφασης να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι έχουν συνεκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008).
Ειδικότερα, η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η δε έλλειψη της μνείας δεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 2258/2013).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μεταξύ άλλων, και "άπασες τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, κατά το άρθρο 671 εδ. α' ΚΠολΔ, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας (ενάγουσας- εφεσίβλητης) ενώπιον του Εφετείου, αυτή είχε επικαλεσθεί τις 2161/2015 και 2162/2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Γ. και Σ. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχαν δοθεί ύστερα από κλήτευση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης- εκκαλούσας), για την πιστοποίηση των οποίων η αναιρεσείουσα επικαλείτο την 9867Γ'/20-3-2015 (ώρα 12:25) έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Β.
Π.. Από κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έπρεπε να μνημονεύονται ειδικά, με αναγραφή του αριθμού αυτών, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγιναν και της κλήτευσης της αντιδίκου, διότι δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων.
Προσέτι, ούτε από τις εν γένει παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ακόμη και εμμέσως, ότι συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενό τους, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, επρόκειτο να συμβάλει στην απόδειξη ουσιωδών περιστατικών, που καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος της εργοδότριας εταιρίας να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης καταχρηστική.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ληφθείσες (μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου) ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες είχε προσκομίσει προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών, είναι βάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1847/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2020. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ