Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling due to defendant's non-appearance and baseless fraud claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court's decision on debt restructuring, citing the defendant's failure to appear in court. The defendant had previously alleged fraud and abuse of rights but offered no evidence to support these claims. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appeal bond to be returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(2), 573(1), 576(2)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the respondent fails to appear without valid representation, and the appeal is dismissed if the alleged grounds of fraud lack factual basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 734 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 734/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Β. του Π., κατοίκου ... και 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2011 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. …61Ε'/18-7-2018 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου με έδρα το Πρωτοδικείο Σάμου, Ε. Χ. του Α., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27-12-2017 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-2-2019) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Μ. Β.. Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).
Επί της από 12-12-2011 αιτήσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου κατά της αναιρεσείουσας και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε.", με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτές χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 43/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σάμου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση. Μετά από εφέσεις της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 115/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις. Κατά της απόφασης αυτής η εκ των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση "των οφειλών τους" και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μην περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 του Π.Κ.
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Ειδικότερα, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 153/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ.ΑΠ 18/1998).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ό λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 43/1990).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο, με το να κρίνει απορριπτέα την ένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης (πιστώτριας Τράπεζας με την επωνυμία "...
Α.Ε." και ήδη ευρισκόμενης υπό ειδική εκκαθάριση) περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/1010, 330 του Α.Κ. και 27 του Π.Κ., αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι παραπάνω διατάξεις, δηλαδή αξιώνοντας τον άμεσο δόλο του αιτούντος και συγκεκριμένα την εκ μέρους του εξαπάτηση των υπαλλήλων των πιστωτριών Τραπεζών, με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων και την απόκρυψη των υποχρεώσεών του κατά τη λήψη των δανείων, ενώ για την παραδοχή της άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο την ως άνω ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο χρόνος και τρόπος πρότασής της, ούτε ότι επαναφέρθηκε και με ποιο τρόπο ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου από την εκκαλούσα πιστώτρια Τράπεζα, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτή και νόμιμη.
Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της έφεσης και των προτάσεων ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου της εκκαλούσας και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (δεν προσκομίζονται οι προτάσεις αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ουδόλως προκύπτει ότι η εν λόγω πιστώτρια προέβαλε την κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος οφειλέτη - πρώτου των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών του και μάλιστα οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο του.
Αντίθετα, εντελώς αόριστα, κάνει λόγο περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αιτούντος και περί δόλιας απόκρυψης στοιχείων που αφορούν την πραγματική οικονομική του κατάσταση, κατά παράβαση του άρθρου 10 του ίδιου ως άνω νόμου. Επί των ισχυρισμών αυτών το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση του: "Τέλος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας στην υπό στοιχείο Β' έφεση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και δολιότητας από την πλευρά του αιτούντος - εφεσιβλήτου πρέπει να απορριφθεί διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές...
Επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους... πραγματικά γεγονότα, όμως που ουδόλως προβάλλονται από την εκκαλούσα...".
Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της κρίσεως του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου επί της αιτήσεως του α' αναιρεσιβλήτου, δοθέντος μάλιστα ότι η β' αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλλει σχετικό ισχυρισμό (του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010) που όφειλε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνακόλουθα οι σχετικές προς θεμελίωση του υπό κρίση λόγου αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του νόμου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 34/29-12-2017 αίτηση της ... Α.Ε., για αναίρεση της 115/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ