Legislator Case Law & Legislation
734/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award, remands case for re-evaluation of lawyer's severance compensation.

Case Number 734/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the public employment organization against the First Instance Court's decision regarding a lawyer's severance pay. The Court found the lower court erred in calculating the compensation by including an unentitled position allowance and incorrectly applying the termination clause to a voluntary resignation. Consequently, the appeal was upheld in part, the first-instance judgment was annulled, and the case was remanded for a new trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 1093/1980; Art. 94 of the Lawyers Code (Law 3026/1954): The court established that severance pay for lawyers is calculated based on actual salary increases and that termination clauses apply only to dismissal, not voluntary resignation.

Keywords

AI generated
lawyer severance pay voluntary resignation severance calculation error termination clause application labor law appeal remand for retrial public employment organization

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 1093/1980
Art. 63A, para. 6 of Law 3026/1954
Art. 94, para. 1, last clause of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Art. 10, para. 1 of Law 3790/1957
CPC Art. 559, para. 1
CPC Art. 577, para. 1
CPC Art. 577, para. 3
CPC Art. 580, para. 3, clause a
CPC Art. 179
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 734 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 734/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Εστίας" (ΟΕΕ), που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Έλενας Ηλιοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Φ., κατοίκου ..., δικηγόρου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 234/2014 εν μέρει οριστική και η 249/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων κατ’ αυτής, η 307/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../23-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 20-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../23-6-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 307/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεων κατά της 249/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-7-2012 (με αριθμό κατάθεσης ...8-2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 (ΦΕΚ Α’ 270/1980) προστέθηκε στο ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" άρθρο με αριθμό 63 Α, με την παράγραφο 6 του οποίου ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ.1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης, άμα τη συμπληρώσει 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των, λυομένης αυτοδικαίως της συμβάσεώς των.

Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτως αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ.1 του άρθρου 94 του παρόντος Κώδικος αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Στη συνέχεια, με το άρθρο 16 του ν. 1366/1983 (ΦΕΚ Α’ 81/1983) αντικαταστάθηκε ολόκληρο το πιο πάνω άρθρο 63 Α και ειδικότερα με την παρ.5 αυτού ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013), αλλά εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση, ν.δ. 3026/1954, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζεται ότι "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ.4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) [...], ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι’ έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεως μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ’ ανώτατον όριον.

Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην, λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ’ υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς του δημόσιου τομέα, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα του.

Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/ 1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα παραπεμπτική διάταξη του άρθρου 63 Α παρ.6 του Κώδικα Δικηγόρων αναφέρεται ρητώς το δικαίωμα τού υποχρεωτικώς αποχωρήσαντος δικηγόρου για απόληψη της κατά νόμο αμοιβής, μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 αυτού αποζημίωσης, στην επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 1366/1983, που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 63 Α και δη στην παρ.5 αυτού, δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα, στη δε διάταξη στην οποία γίνεται η παραπομπή (άρθρο 94 παρ.1 εδ.

τελευταίο του ν.δ. 3026/ 1954), ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στον δικηγόρο. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 570/1986).

Δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων αυτών ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε λόγο, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 23/2018).

3. Περαιτέρω, για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, είτε αυτή οφείλεται λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής από τον εντολέα του δικηγόρου είτε λόγω παραίτησης του ίδιου του δικηγόρου και οικειοθελούς αποχώρησής του, λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.

Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια, μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, ο δε κατά τον τρόπο αυτό προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό κάθε παροχής που χορηγείται σταθερά) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατ’ άρθρο 94 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης.

Εξ άλλου, με τη με αριθμό οικ. 2/... (ΦΕΚ Β’ 498/28-2-2012) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης- Οικονομικών- Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 4024/2011 και ισχύει από 1-11-2011, καθορίζονται οι αποδοχές δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011.

Στην παρ.1 της εν λόγω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι καταβάλλεται ως βασικός μισθός, στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε’ βαθμού, στους δικηγόρους στο Εφετείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ’ βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β’ βαθμού, επιπλέον δε καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από της εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και επιδόματα εορτών και οικογενειακή παροχή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 του ν. 4024/2011.

Ακόμη, στην παρ.2 αυτής, ορίστηκε ότι "Για τους δικηγόρους οι οποίοι συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής με τους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προ της 1-11-2011, εφόσον από την εφαρμογή της παρούσας προκύπτει διαφορά σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της, εφαρμόζεται η παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011".

Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:

α) Εφόσον η μηνιαία αύξηση είναι μέχρι του ποσού των πενήντα (50) ευρώ, αυτή καταβάλλεται άμεσα με την έναρξη εφαρμογής του νέου μισθολογίου. β) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη του ποσού των πενήντα (50) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατό (100) ευρώ, η αύξηση καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών.

γ) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των εκατό (100) ευρώ, καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στους υπηρετούντες με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ κλπ δικηγόρους, από 1-11-2011 και εφεξής, εφόσον στις μηνιαίες αποδοχές τους, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ κατ’ αντιστοιχία προς τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων, προκύψει διαφορά (αύξηση) σε σχέση με τις αποδοχές τους τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ, τότε η αύξηση αυτή καταβάλλεται τμηματικά, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, με τον οποίο θεσπίσθηκε το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 24/2018).

4. Έτι περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στην παρ.3 της ως άνω ΚΥΑ Οικ.2 .../28-2-2012, οι δικηγόροι, που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας δικαιούνται επίδομα θέσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4024/2011. Ως επίδομα θέσης καταβάλλεται: α) σε προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων διοίκησης ποσό 900 ευρώ, β) σε προϊσταμένους διευθύνσεων διοίκησης ποσό 400 ευρώ, γ) σε προϊσταμένους τμημάτων διοίκησης ποσό 250 ευρώ και δ) σε προϊσταμένους παιδικών σταθμών ποσό 100 ευρώ.

Με το άρθρο 1 "Βασική Διάρθρωσις" του π.δ. 2/1977 (ΦΕΚ 5/Β/1977) "Περί Οργανώσεως και Λειτουργίας του Οργανισμού Εργατικής Εστίας" καθορίστηκε η λειτουργία του γραφείου νομικού συμβούλου ως αυτοτελούς γραφείου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 24α του ν. 3762/ 2009, που ρύθμιζε θέματα του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και ειδικότερα την παρ.4α "Το αυτοτελές Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ) μετονομάζεται σε Νομική Υπηρεσία του ΟΕΕ".

Από τη διατύπωση, όμως, της ως άνω διάταξης συνάγεται με σαφήνεια ότι στην εν λόγω ρύθμιση δεν γίνεται επανακαθορισμός του επιπέδου της νομικής υπηρεσίας του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και δεν αναβαθμίζεται η νομική υπηρεσία σε Τμήμα ή Διεύθυνση, διότι αν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη θα το όριζε ρητά.

Αντιθέτως, από τη διατύπωση προκύπτει ότι η εν λόγω υπηρεσία εξακολουθεί και μετά την προαναφερθείσα διάταξη, να αποτελεί αυτοτελές γραφείο και ότι αυτό το αυτοτελές γραφείο μετονομάζεται σε νομική υπηρεσία. Αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη του συγκεκριμένου επιδόματος δεν αποτελεί απλά η ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως προϊσταμένου σε κάποιο γραφείο, αλλά η ιδιότητά του ως προϊσταμένου σε νομική υπηρεσία που συνιστά Διεύθυνση, Υποδιεύθυνση ή Τμήμα κάποιου φορέα στους οποίους εφαρμόζεται η εν λόγω ΚΥΑ, δηλ.

σημασία κατά το νόμο για τη λήψη του επιδόματος έχει η διάρθρωση της νομικής υπηρεσίας.

Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη εξαιρεί από τη λήψη του παραπάνω επιδόματος "τα αυτοτελή γραφεία διοίκησης", για τα οποία μέχρι 31-10-2011 προβλεπόταν από τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3205/2003 το "επίδομα θέσης ευθύνης".

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 307/2017 απόφασή του, όπως απ’ αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι δικηγόρος, διορισθείς στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το από 13-7-1966 διάταγμα. Ότι με την από 18-8-1967 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προσελήφθη ως δικηγόρος, με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια, μηνιαία αντιμισθία και ανέλαβε υπηρεσία την 11-9-1967.

Ότι απολύθηκε την 6-9-1974 και επαναπροσλήφθηκε την 30-9-1974, με την κατά νόμο πάγια μηνιαία αντιμισθία, αναλαμβάνοντας εκ νέου υπηρεσία την 1-10-1974 και υπηρετώντας έκτοτε ανελλιπώς μέχρι την 17-2-2012, οπότε και υπέβαλε την παραίτησή του, υπό την ιδιότητα του προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας του παραπάνω Οργανισμού, στην οποία είχε διοριστεί με την ...1-4-2011 απόφαση του προέδρου του ΔΣ του ΟΕΕ, ενώ ήδη με την ...31-7-1989 απόφαση του ιδίου οργάνου τού είχαν ανατεθεί καθήκοντα προϊσταμένου του τότε γραφείου νομικού συμβούλου του Οργανισμού.

Ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του από την πρόσληψή του μέχρι την 17-2-2012, οπότε, έχοντας συμπληρώσει συνεχή απασχόληση σαράντα τεσσάρων (44) ετών, τεσσάρων (4) μηνών και δεκαοκτώ (18) ημερών, παραιτήθηκε, έκτοτε δε λύθηκε η κατά τα ανωτέρω υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης εντολής. Ότι ο ΟΕΕ καταργήθηκε από 14-2-2012, δυνάμει του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012, το δε πάσης φύσεως προσωπικό μεταφέρθηκε με την ίδια σχέση εργασίας στον ΟΑΕΔ (άρθρο 35 παρ.6, 7 του ν. 4144/2013), ο οποίος ως καθολικός διάδοχος υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ΟΕΕ, ενώ κατά το μεταβατικό διάστημα λειτουργίας του τελευταίου είχε ορισθεί Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή.

Ότι με την ...21-2-2012 απόφαση της προέδρου του ΔΣ του ΟΕΕ, η οποία εγκρίθηκε με την 3576/337/2012 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος από την ημερομηνία της παραίτησής του (17-2-2012). Ότι κατά την αποχώρησή του από τον καταργηθέντα ΟΕΕ, ο ενάγων δικαιούταν την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, ανερχόμενη σε τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.

Ότι στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη αποζημίωση, συμπεριλαμβάνεται η πάγια αντιμισθία και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα. Ότι, στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την ΚΥΑ οικ. 2/17132/ 0022/28-2-2012, η οποία εφαρμόζεται αναδρομικά από 1-11-2011, κατά την αποχώρηση του ενάγοντος προέκυπτε διαφορά στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές αυτού σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβανε κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της ΚΥΑ, η οποία έπρεπε να προσμετρηθεί στο σύνολό της.

Ότι με βάση τα δεδομένα αυτά, το συνολικό ύψος της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του ενάγοντος, με βάση την οποία πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη από τον τελευταίο αποζημίωση, ανέρχεται στο ποσό των 3.077,97 ευρώ (ήτοι 1.906 € βασικός μισθός Β’ μισθολογικού κλιμακίου + 833,64 € χρονοεπίδομα + 88,33 € αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2011 + 250 € επίδομα θέσης ) και συνεπώς ο ενάγων θα έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση το ποσό των 92.339,10 ευρώ (ήτοι 3.077,97 € Χ 30 μήνες).

Ότι η Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση τής 16-5-2012, αρχικά αποφάσισε ομόφωνα και ενέκρινε την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα, ανερχόμενης στο ποσό των 92,339,10 ευρώ. Ότι, στη συνέχεια, με την από 31-5-2012 απόφασή της, η ανωτέρω Επιτροπή τροποποίησε τη ληφθείσα κατά την 16-5-2012 απόφασή της και αποφάσισε ότι η δικαιούμενη από τον ενάγοντα αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 70.515,30 ευρώ (ήτοι, με πάγια, μηνιαία αντιμισθία 70.515,30 € : 30 μήνες = 2.350,51 €), υπολογίζοντας τις μηνιαίες μικτές αποδοχές αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/ 2011, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 της ΚΥΑ 2/.../28-2-2012, που ορίζει τον τρόπο καταβολής της αύξησης των αποδοχών [ήτοι, της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε τον τελευταίο μήνα πριν την ισχύ της ΚΥΑ (31-10-2011) και αυτών που διαμορφώθηκαν κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ (1-11-2011), τμηματικώς καταβαλλόμενης], όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ.

παραπάνω, αρ.3). Ότι το εναγόμενο μέχρι την 18-7-2012 (ημερομηνία σύνταξης της αγωγής) δεν είχε καταβάλει στoν ενάγοντα ολόκληρη τη δικαιούμενη αποζημίωση των 92.839,10 ευρώ, αλλά το ποσό των 63.685,46 ευρώ και μετά την αφαίρεση του ποσού των 6.829,84 ευρώ, ως προς το οποίο περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής (ποσό 1.051,53 € αφορά παρακρατηθέντα φόρο, 5.043,08 € αφορά υπόλοιπο προσωπικού δανείου, που ο ενάγων είχε λάβει από τον ΟΕΕ και το υπόλοιπο των 735,23 € αφορά τις ληφθείσες αποδοχές από 19-2-2012 έως τέλος Φεβρουαρίου 2012), οφείλεται το υπόλοιπο των 21.823,80 ευρώ.

Ότι λόγω μη καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης, το εναγόμενο οφείλει τις συμβατικές μηνιαίες αντιμισθίες του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την αποχώρησή του (17-2-2012) μέχρι την 18-7-2012, συνολικού ποσού 14.973,20 ευρώ (ήτοι 2.994,64 ευρώ Χ 5 μήνες), ήτοι ποσό από το οποίο θα επιδικασθεί το αιτούμενο των 12.911,88 ευρώ, διότι το άρθρο 94 παρ.1 εδ.

τελευταίο του ν.δ. 3026/1954 τυγχάνει εφαρμογής για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ενόψει του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού και στην περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης του δικηγόρου, λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και της θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης, καθώς και παραίτησής του λόγω διάλυσης του εντολέως ΝΠΔΔ.

6. Μετά τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η οφειλόμενη στον ενάγοντα διαφορά αποζημίωσης, για την αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω οικειοθελούς παραίτησης, έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις πλήρεις μηνιαίες αποδοχές του, όπως αυτές διαμορφώθηκαν βάσει της ΚΥΑ οικ. 2/.../28-2-2012, επί των οποίων αυτός κατοχύρωσε δικαίωμα από την αναδρομική εφαρμογή της ως άνω υπουργικής απόφασης (1-11-2011), ήτοι με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.994,64 ευρώ, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στους παραμένοντες στην υπηρεσία δικηγόρους με σύμβαση έμμισθης εντολής η αύξηση που προέκυψε ήταν καταβλητέα, για λόγους δημοσιονομικής πολιτικής, σταδιακά κατά τις διακρίσεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011.

Ότι σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις του τελευταίου αυτού άρθρου ουδόλως επηρεάζουν το ποσό της οφειλόμενης στον ενάγοντα αποζημίωσης και ότι λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημίωσης, του οφείλει το εναγόμενο τις συμβατικές μηνιαίες αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 17-2-2012 έως 18-7-2012, συνολικού ποσού 14.973,20 ευρώ (2.994,64 € Χ 5 μήνες), ποσό από το οποίο θα καταβληθεί το αιτούμενο των 12.911,88 ευρώ.

Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 249/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή και είχε επιδικασθεί αναγνωριστικά στον ενάγοντα το ποσό των 14.383,80 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης, ενώ κατά τα λοιπά η αγωγή είχε απορριφθεί) και, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και επιδίκασε στoν ενάγοντα αναγνωριστικά το ποσό των 21.823,80 ευρώ, ως υπόλοιπο αποζημίωσής του και το ποσό των 12.228,60 ευρώ για τις πάγιες αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 17-2-2012 έως 18-7-2012, αμφότερα με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής

7. Με την κρίση αυτή το Εφετείο: α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/ 2011 και της ΚΥΑ οικ. 2/.../28-2-2012, καθόσον για τον προσδιορισμό της δικαιούμενης από τον ενάγοντα αποζημίωσης, λόγω οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης για την αιτία αυτή, ενώ έκρινε ότι έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν βάσει της προαναφερόμενης ΚΥΑ, οι οποίες ήταν αυξημένες σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε αυτός τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ (1-11-2011), συνυπολόγισε στη μηνιαία αντιμισθία, για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, ολόκληρη τη μηνιαία αύξηση (838,64 ευρώ), παρόλο που, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω υπουργική απόφαση, προβλέπεται η καταβολή της αύξησης ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών και ως εκ τούτου στις μηνιαίες μικτές αποδοχές, κατά την αποχώρηση του ενάγοντος (9-2-2012), έπρεπε να συνυπολογισθεί μόνο το 1/3 της αύξησης, ενώ ταυτόχρονα υπολόγισε στις αποδοχές του ενάγοντος το επίδομα θέσης ύψους 250 ευρώ, που δεν το εδικαιούτο, κατά τα προαναφερθέντα.

Έτσι, το ποσό βάσει του οποίου έπρεπε να υπολογισθεί η αποζημίωση ανερχόταν σε 2.350,51 ευρώ και όχι σε 3.077,97 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο, συνυπολογίζοντας ολόκληρο το ποσό της μηνιαίας αύξησης καθώς και το ποσό των 250 ευρώ ως επίδομα θέσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται την αιτούμενη διαφορά αποζημίωσης ύψους 21.823,80 ευρώ.

Και β) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/ 1957, καθόσον η απόληψη της αμοιβής, που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, παρέχεται μόνο όταν η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής λυθεί με καταγγελία του εντολέα και όχι σε περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης, όπως εν προκειμένω.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος (μόνο, διότι ως προς την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης του ΔΣΑ δεν προσβάλλεται) που αποφάνθηκε επί των αντιθέτων εφέσεων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Μετά την αναίρεση, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ. α’ ), να απορριφθεί κατ’ ουσία η έφεση του ενάγοντος, να γίνει δεκτή κατ’ ουσία η έφεση του εναγομένου, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και, αφού ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή κατά το μέρος αυτό, να απορριφθεί αυτή τόσο ως προς το αίτημα περί καταβολής του ποσού των 21.823,80 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης, όσο και ως προς το αίτημα περί καταβολής των συμβατικών μηνιαίων αντιμισθιών του χρονικού διαστήματος από 17-2-2012 έως 18-7-2012, συνολικού ποσού 12.911,88 ευρώ ως ουσία αβάσιμη, διότι ο ενάγων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν δικαιούται τα παραπάνω ποσά. Τέλος, λόγω της πραγματικής δυσχέρειας ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 307/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατώντας και Δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ’ ουσία την από 18-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../30-11-2015 έφεση τoυ ενάγοντος.

Δέχεται κατ’ ουσία την από 20-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../25-11-2015 έφεση του εναγομένου.

Εξαφανίζει την 249/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην έκταση που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Απορρίπτει την από 18-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης ...8-2012 αγωγή ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ