Legislator Case Law & Legislation
734/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against indictment for lack of reasoning, upholding detailed factual findings.

Case Number 734/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision to remand her for trial on charges of joint robbery and attempted bodily harm. The appellant argued the indictment lacked specific reasoning regarding the facts and evidence, while the prosecution contended the document fully detailed the circumstances and legal basis for the charges. The court rejected these claims, affirming that the indictment clearly outlined the factual matrix and legal grounds for the prosecution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Code of Criminal Procedure and 139 of the Code of Criminal Procedure; The indictment must contain specific and detailed reasoning regarding the facts and evidence, but a decision is valid if it clearly and logically presents the factual circumstances and legal basis for the prosecution without contradictions.

Keywords

AI generated
indictment reasoning requirement criminal appeal dismissal specific factual findings joint criminal enterprise robbery and bodily harm annulment request rejection legal basis for prosecution

Cited Legislation

AI generated
Article 473(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482(1) and (3) of the Code of Criminal Procedure
Article 93(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 252/2004
Case 2200/2002
Case NG/762
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 734 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 734/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 186/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1221/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 503/9-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω κατ΄ά. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ΄ αρ. 16/29-6-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1, δυνάμει της από 27-6-2006 εξουσιοδότησής της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Ταουξή, κατά του υπ΄ αρ. 186/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η υπ΄ αρ. 137/2005 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ΄ αρ. 1110/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Πειραιά για ηθική αυτουργία σε ληστεία από κοινού και σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, καθώς και κλοπή κατ΄εξακολούθηση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.

Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 29-6-2006 δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αρ. 16/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα της επιδόθηκε την 20-6-2006 και είναι τυπικά δεκτή.

Με το υπό κρίση ένδικο μέσο η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας την οποία θεμελιώνει σε 4 κατ΄ιδίαν αιτιάσεις. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ΄ά. 93 παρ. 3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ΄αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002, Π.Χ.

ΝΓ/762). Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ.

ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση (Ολομ. Α.Π. 1227/1979, Π.Χ. Λ/253), που μνημονεύει όλα κατ΄ είδος τ΄ αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής:

α) Την 10η - 11η Απριλίου 2003 στον Πειραιά προκάλεσε (η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη) σε δύο μη διακριβωθέντες ως προς την ταυτότητα δράστες την απόφαση: 1) να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της ληστείας εις βάρος του δικηγόρου Πειραιώς Ψ1, όταν ο τελευταίος θα εισήρχετο μετά της κατηγορουμένης στο επί της οδού .....

δικηγορικό του γραφείο. Ειδικώτερον η κατηγορουμένη, η οποία εφήμερη ερωτική σχέση με τον -χειριζόμενο τις επαγγελματικές αυτής και του συζύγου της- ως άνω δικηγόρο Πειραιώς και εγνώριζε από την προηγουμένη ημέρα ότι την 11η Απριλίου 2003 ο προαναφερόμενος δικηγόρος θα μετέβαινε σε πελάτη του στο .... προς είσπραξη δικηγορικής αμοιβής χρηματικού ποσού 3.000 Ευρώ, δια φορτικότητος και πειθούς, καθώς και δια της υποσχέσεως καταβολής προς αυτούς μη διαπιστωθέντος ως προς το ύψος χρηματικού ποσού, έπεισε δύο γνωστούς σε αυτήν άνδρες, των οποίων η ταυτότητα δεν έχει ακόμη διακριβωθεί, να εισέλθουν εντός του δικηγορικού γραφείου του προαναφερομένου δικηγόρου από την θύρα εισόδου, την οποίαν η ίδια επίτηδες θα άφηνε ανοικτή αμέσως μετά την είσοδο σε αυτό εκείνης και του ως άνω δικηγόρου φίλου της, και να αφαιρέσουν παρανόμως από την του, δι΄ ασκήσεως σωματικής βίας (ακόμη και δια επικινδύνων κτυπημάτων), καθώς και δι' απειλών ενωμένων με κίνδυνο σώματος και ζωής, την χρηματική αμοιβή, την οποίαν εκείνος κατά την μετάβαση στο δικηγορικό γραφείο θα είχε ήδη εισπράξει από τον πελάτη του, καθώς και οποιοδήποτε άλλο χρηματικό ποσό ή άλλο αντικείμενο αξίας έφερε επ' αυτού.

Ακολούθως περί ώρα 15:15 της 11ης Απριλίου 2003, κατά την οποίαν ο προαναφερόμενος δικηγόρος εισήλθε στο δικηγορικό του γραφείο συνοδευόμενος υπό της κατηγορουμένης, η τελευταία άφησε επίτηδες ανοικτή την θύρα εισόδου του διαμερίσματος του δικηγορικού γραφείου του θύματος και οι δύο άγνωστοι δράστες (συναυτουργοί) εισήλθαν εντός του δικηγορικού γραφείου, όπου -εις εκτέλεσιν της υπό της κατηγορουμένης προς αυτούς προκληθείσης αποφάσεως και δοθείσης εντολής- διά της υπερτέρας αυτών σωματικής βίας έρριψαν τον προαναφερόμενο δικηγόρο επί του πατώματος και, αφού έκαμψαν την αντίσταση του δια πολλαπλών ισχυρών και επικινδύνων πληγμάτων, τα οποία κατέφεραν επί της κεφαλής, επί των χειρών και επί του σώματος αυτού με ένα μεγάλο σφυρί (βαριοπούλα) και με τον μεταλλικό όγκο ενός περιστρόφου, καθώς και δι' απειλών κατά της ζωής του με την πρόταξη του περιστρόφου κατ' αυτού, αφαίρεσαν παρανόμως από την κατοχή του (από το σακκάκι του) ένα κλειστό φάκελλο, ο οποίος εμπεριείχε την πράγματι παρ' αυτού εισπραχθείσα δικηγορική αμοιβή χρηματικού, όμως, ποσού 1.300 Ευρώ και όχι 3.000 Ευρώ, όπως η κατηγορουμένη αρχικώς ενόμιζε, το πορτοφόλι του, το οποίον εμπεριείχε χρηματικό ποσόν 1.700 Ευρώ, καθώς και το κινητό του τηλέφωνο εργοστασιακού τύπου "Έρικσσον" και αξίας 180 Ευρώ, διά να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως μετά της κατηγορουμένης, η οποία καθ΄ όλην τη διάρκεια της ληστείας παρίστανε τη λιπόθυμη, 2) να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του προαναφερομένου δικηγόρου προς εξασφάλιση της επιτυχούς εκβάσεως της εις βάρος του σχεδιασθείσης ληστείας.

Ειδικότερα η κατηγορουμένη έπεισε τους προαναφερομένους φυσικούς αυτουργούς να κτυπήσουν, ακόμη και με επικίνδυνο τρόπο, αποδεχόμενη μάλιστα και την πρόκληση σωματικής βλάβης δυναμένης να επιφέρει στον ως άνω δικηγόρο Πειραιώς κίνδυνο δια την ζωή του ή βαρεία σωματική βλάβη, εφ' όσον τούτο εκρίνετο αναγκαίο προς τον σκοπό κάμψεως της αντιστάσεως του θύματος και αφαιρέσεως των επ' αυτού φερομένων χρημάτων.

Όταν, ακολούθως, την 11η Απριλίου 2003 και περί ώρα 15:15 οι δύο άγνωστοι δράστες εισήλθαν εντός του δικηγορικού γραφείου του θύματος από την επί τούτου εκ μέρους της κατηγορουμένης διατηρηθείσα ανοικτή θύρα εισόδου του διαμερίσματος προς το σκοπό διαπράξεως της ληστείας και το θύμα όρμηξε προς τον ένα εξ αυτών, εκείνοι δια να κάμψουν την αντίσταση του και να ολοκληρώσουν ανενόχλητοι την εις βάρος του ληστεία, όπως ακριβώς τους είχε καθοδηγήσει η κατηγορουμένη η οποία κατά την διάρκεια της προαναφερομένης πράξεως παρίστανε την λιπόθυμη, έρριψαν βιαίως αυτόν επί του πατώματος και άρχισαν να κτυπούν αυτόν ανηλεώς επί της κεφαλής και επί των έμπροσθεν της κεφαλής και προς προφύλαξιν αυτής τεθέντων χειρών του, καθώς και επί του σώματος αυτού δια μεγάλου σφυριού (βαριοπούλας) και δια του μεταλλικού σώματος ενός περιστρόφου, τα οποία έφεραν μεθ' αυτών.

Επροξένησαν δε σε αυτόν μετωπιαίο θλαστικό τραύμα κεφαλής χειρουργικώς συρραφέν, ινιακό - βρεγματικό θλαστικό τραύμα κεφαλής χειρουργικώς συρραφέν, άλλα τρία τραύματα επί του ινιακού και του βρεγματικού τμήματος του τριχωτού της κεφαλής χειρουργικώς συρραφέντα, οίδημα και εκδορά δεξιού οφθαλμού, θλαστικό τραύμα πτερυγίου δεξιού ωτός χειρουργικώς συρραφέν, θλαστικά τραύματα και πολλαπλές εκδορές δεξιάς άκρας χειρός και δακτύλων, εφ' ής ετοποθετήθη νάρθηκας και τολύπιον γάζης, θλαστικό τραύμα αριστεράς άκρας χειρός και κάταγμα παραμέσου δακτύλου και ονυχοφόρου φάλαγγος, εφ' ών ετοποθετήθη νάρθηκας, και κακώσεις περιοχής ισχύος, ένεκα των οποίων ο πολιτικώς ενάγων αισθανόταν ζάλη, κεφαλαλγία και δυσκινησία.

Η υπό των δύο αγνώστων δραστών εις βάρος του θύματος επενεχθείσα σωματική βλάβη ετύγχανε επικίνδυνη, διότι τα (δια των προαναφερομένων θλώντων οργάνων) επανειλημμένα ισχυρά κτυπήματα επικεντρώθηκαν επί του ευαίσθητου σημείου της κεφαλής και ηδύναντο να προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαρεία σωματική βλάβη στον παθόντα, ο οποίος απέσχε της εργασίας του επί δύο μήνες από του τραυματισμού του, β) Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 6ης και 14ης Μαρτίου 2003, στον Πειραιά, με περισσότερες της μιας πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αφαίρεσε από την κατοχή του δικηγόρου, Ψ1, προς τον σκοπόν παρανόμου ιδιοποιήσεως τα εις την αποκλειστική του κυριότητα ανήκοντα και εντός του δικηγορικού του γραφείου επί της οδού .....

ευρισκόμενα (ξένα ολικώς προς την κατηγορουμένη) κινητά πράγματα, ως ακολούθως: Ι) μεταξύ 6ης και 8ης Μαρτίου 2003 αφαίρεσε παρανόμως από την κατοχή του ως άνω δικηγόρου προς τον ως άνω σκοπό το χρηματικό ποσόν των 4.200 Ευρώ, το οποίον εκείνος εφύλλαττε εντός φακέλλου τοποθετημένου μεταξύ άλλων φακέλλων εις το κάτω μέρος της βιβλιοθήκης, II) την 8η Μαρτίου 2003 αφαίρεσε παρανόμως από την κατοχή του ως άνω δικηγόρου προς τον ίδιον σκοπό το χρηματικό ποσόν των 1, 800 ευρώ, το οποίο ο ως άνω δικηγόρος είχε θέσει και εφύλαττε στο εντός του δικηγορικού του γραφείου εναποτεθέν σακάκι του, καθώς και το κινητό του τηλέφωνο - ηλεκτρονικό υπολογιστή εργοστασιακού τύπου "ΝΟΚΙΑ 9210" και αξίας 900 ευρώ, το οποίον ο πολιτικώς ενάγων είχε αφήσει επί του επίπλου του γραφείου του, και III) την 14η Μαρτίου 2003 αφαίρεσε παρανόμως από την κατοχή του ως άνω δικηγόρου προς τον άνω σκοπό το χρηματικό ποσόν των 40 ευρώ, το οποίον ο ως άνω κάτοχος εφύλαττε εντός του σακακιού του.

Ο εγκαλών Ψ1 τυγχάνει δικηγόρος Πειραιά και διατηρεί γραφείο στον Πειραιά επί της οδού ..... Κατά τις αρχές του έτους 2002 η εκκαλούσα Χ1 επισκέφθηκε το γραφείο του εγκαλούντος και του ανέθεσε υπόθεση, που αφορούσε το κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων του συζύγου της ...., που βρισκόταν στον .... και το οποίο λειτουργούσε η ίδια.Παρότι και ο εγκαλών και η εκκαλούσα ήταν έγγαμοι, δημιουργήθηκε ερωτικός δεσμός μεταξύ τους ενώ παράλληλα αναπτύχθησαν και φιλικές σχέσεις μεταξύ των οικογενειών τους.

Η εκκαλούσα κατά το Σεπτέμβριο του 2002, αφού διέκοψε τον ως άνω δεσμό της με τον εγκαλούντα, συνήψε ερωτικό δεσμό με τον Ζ1, εφοπλιστή, ο οποίος διήρκεσε μέχρι τον Ιανουάριο του 2003, διέμενε δε κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα στο σκάφος του τελευταίου. Κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 2002 η εκκαλούσα επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο γραφείο του και εκμεταλλευόμενη την ερωτική διάθεση εκείνου γι' αυτή, του ζήτησε οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει ληξιπρόθεσμα χρέη αυτής και του συζύγου της παριστώντας του ψευδώς ότι δήθεν είχε στο όνομα της προθεσμιακό γραμμάτιο της Τράπεζας City Bank, αξίας 30, 000 ευρώ, λήξεως 15-4-2003, Ο εγκαλών την 29-10-2002 επείσθη και έδωσε σ' αυτήν ως άτοκο δάνειο χρηματικό ποσό 9.300 ευρώ, το οποίο θα επιστρεφόταν την 15-4-2003.

Προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου, ο εγκαλών έλαβε από την εκκαλούσα την υπ' αρ...... τραπεζική επιταγή της Eurobank, η οποία είχε εκδοθεί λευκή από το σύζυγο της ..... και συμπληρώθηκε ως προς τα λοιπά στοιχεία από αυτή με τη συναίνεση του, με ποσόν 9,300 ευρώ, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 15-4-2003, λήπτη τον εγκαλούντα και οπισθογράφησης δικής της.

Παράλληλα προς απόδειξη της συνάψεως και χορηγήσεως του ως άνω δανείου συνετάγη και υπεγράφη από τον εγκαλούντα και την εκκαλούσα ιδιωτικό συμφωνητικό, από 29-10-2002, όπου αποτυπώθηκε η ως άνω συμφωνία. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα ζητήθηκε από την εκκαλούσα και το σύζυγο της και δεύτερο άτοκο δάνειο, το οποίο ο εγκαλών τους έδωσε κατά το μήνα, Δεκέμβριο 2002, αφενός με την κατάθεση την 3-12-2002 ποσού 10.600 ευρώ στην Τράπεζα Eurobank προς κάλυψη τεσσάρων τραπεζικών επιταγών του συζύγου της εκκαλούσας και αφετέρου με την καταβολή, συνολικά 3600 ευρώ για την εξόφληση μέρους οφειλών των ως άνω οφειλετών του σε τρίτους χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να συνταχθεί ιδιωτικό συμφωνητικό.

Τον Ιανουάριο του 2003 η εκκαλούσα διέκοψε την ερωτική σχέση με τον Ζ1 και επανασυνδέθηκε ερωτικά με τον εγκαλούντα, ο οποίος συνέταξε και κατέθεσε για λογαριασμό της την υπ' αρ. κατάθ. 1675/24-2-2003 αγωγή αυτής κατά του Ζ1. Κατά το Μάρτιο 2003 η εκκαλούσα άρχισε να παραμένει στο ως άνω δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος αρκετές ώρες, δήθεν για την εκμάθηση ηλεκτρονικού υπολογιστή, πράγματι όμως, για να έχει την ευκαιρία ν' αφαιρέσει από εκεί πράγματα του εγκαλούντος και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Ειδικότερα., κατά το χρονικό διάστημα από 6-8/3/2003, η εκκαλούσα αφήρεσε το ποσόν των 44200 ευρώ, που ο εγκαλών φύλασσε σε φάκελο τοποθετημένο ανάμεσα σε άλλους φακέλους στην βιβλιοθήκη του, πράγμα που είχε αυτή εντοπίσει, ενώ την 8-3-2003 αφήρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα ένα κινητό τηλέφωνο-ηλεκτρονικό υπολογιστή, τύπου "ΝΟΚΙΑ 9210", αξίας 900 ευρώ, που βρισκόταν στο γραφείο του και που κατ' εκείνη την ημέρα (Σάββατο), κανείς άλλος δεν είχε εισέλθει σ' αυτό.

Ο εγκαλών ζήτησε εξηγήσεις για τις παραπάνω πράξεις της εκκαλούσας κι αυτή ανέφερε, πως πιθανόν να μπήκε κάποιο τρίτο πρόσωπο στο γραφείο και να τα αφήρεσε. Ο εγκαλών από 2-4-2003 έως και 8-4-2003 παραστάθηκε σε υποθέσεις της εκκαλούσας και του συζύγου της ενώ την 7-4-2003 οι δύο τελευταίοι ήλθαν στο γραφείο του εγκαλούντος, προκειμένου να τον συμβουλευτούν για την πληρωμή ενός ρολογιού ανδρικού, τύπου "Cartier", αξίας 3, 800 ευρώ, το οποίο, την 29-10-2005 η εκκαλούσα είχε αγοράσει από το επί της οδού .....κοσμηματοπωλείο της Φ1 και είχε δωρίσει στον Ζ1 κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους σχέσεως έχοντας παραδώσει στην ως άνω πωλήτρια ισόποση με το τίμημα, μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως του συζύγου της, υπ' αρ.....

της Eurobank, η οποία κατά την ημερομηνία εκδόσεως, 27-12-2002 και την ημερομηνία εμφανίσεως της ήταν ακάλυπτη, με αποτέλεσμα η άνω καταστηματάρχης να οχλεί συνεχώς την εκκαλούσα και να ζητά ακόμη και την επιστροφή του ρολογιού, προκειμένου να μη ζημιωθεί κατά το παραπάνω μεγάλο ποσό. Κατά τη συζήτηση στο γραφείο του εγκαλούντος για το παραπάνω θέμα η εκκαλούσα πρότεινε να βάλουν ανθρώπους να κτυπήσουν τον Ζ1, για να επιστρέψει το ρολόι.

Ο σύζυγος της τότε είπε, πως γνώριζε ένα καλό παιδί "το ....", που μπορούσε να το κάνει, ο εγκαλών όμως τους απέτρεψε από την υλοποίηση τέτοιων πρακτικών. Την 9-4-2003, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα πάλι στο γραφείο του, οπότε ο τελευταίος τους υπενθύμισε, ότι πλησιάζει η ημερομηνία, που θα πρέπει να του εξοφλήσουν τα δύο άτοκα δάνεια, που τους χορήγησε.

Ο ως άνω σύζυγος αποκάλυψε στον εγκαλούντα, ότι η εκκαλούσα δε διέπετε κανένα προθεσμιακό γραμμάτιο, από τη ρευστοποίηση του οποίου θα τον εξοφλούσε, και ο τελευταίος του επισήμανε, πως έπρεπε να καταθέσει μέχρι τις 15-4-2003 στο λογαριασμό από τον οποίο θα πληρώνονταν τα 9, 300 ευρώ της υπ'αρ. .... τραπεζικής επιταγής της Eurobank.

Την 10-4-2003 η εκκαλούσα πληροφορήθηκε από τον εγκαλούντα, πως την επομένη θα επισκεπτόταν στο .... έναν πελάτη του, προκειμένου να εισπράξει 3.000 ευρώ για δικηγορική του αμοιβή. Εκείνη τότε συνέλαβε το σχέδιο να επωφεληθεί αυτών των χρημάτων, αφού είχε εκείνο το χρονικό διάστημα ανάγκη η ίδια και ο σύζυγος της λόγω των χρεών τους, πείθοντας με πειθώ και φορτικότητα δύο τουλάχιστον πρόσωπα να διαπράξουν ληστεία σε βάρος του εγκαλούντος και να του αφαιρέσουν το ως άνω ποσό, που επρόκειτο να εισπράξει.

Ειδικότερα, την 11-4-2003 η εκκαλούσα συνόδευσε τον εγκαλούντα στην καφετέρια του πελάτη του στο ..... . Εκεί δέχθηκε πολλές κλήσεις στο κινητό της τηλέφωνο και έδειχνε ταραγμένη, ενώ ο σύζυγος της, της έστειλε μήνυμα στο κινητό, ότι βρισκόταν στο κατάστημα "...." πλησίον του γραφείου του εγκαλούντος με τρεις φίλους του.

Ο Φ2, αδελφός του πελάτη του εγκαλούντος, που ήταν στην ως άνω καφετέρια, στην μαρτυρική ανακριτική του εξέταση μεταξύ άλλων κατέθεσε, ότι η εκκαλούσα δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα στο κινητό της, στα οποία απαντούσε με μισόλογα, συγκεκριμένα δε σε ένα από αυτά την άκουσε να απαντά με τις επόμενες φράσεις: "μη βιάζεσθε, θα σας τηλεφωνήσω εγώ δεν τελειώσαμε ακόμη, μετά θα πάμε στο γραφείο".

Επίσης, ρώτησε τον ανωτέρω μάρτυρα αν η αμοιβή, που επρόκειτο να εισπραχθεί, ανήρχετο στο ποσόν των 3.000 ευρώ. Τελικά, ο ιδιοκτήτης της καφετέριας και πελάτης του εγκαλούντος του παρέδωσε έναν κλειστό φάκελο με την αμοιβή του τελευταίου, Η εκκαλούσα τότε επέδειξε μεγάλη σπουδή, για να αποχωρήσουν από εκεί, ενώ αργότερα ο ως άνω μάρτυρας Φ2 πληροφορήθηκε, πως ο φάκελος είχε 1.300 ευρώ και όχι 3.000.

Κατά τις 15:15 ώρα της ίδιας ημέρας (11-4-2003) ο εγκαλών και η εκκαλούσα έφθασαν στο γραφείο του πρώτου. Εκείνος άνοιξε με το κλειδί του και πέρασε πρώτος εντός του γραφείου και οδηγήθηκε στην κουζίνα του χώρου, ενώ η εκκαλούσα μπήκε τελευταία και έμεινε στο δωμάτιο της εισόδου, ενώ άφησε τη θύρα της εισόδου ανοικτή οπότε και μπήκαν δυο δράστες με σκοπό να διαπράξουν ληστεία, στον έναν από τους οποίους απευθυνόμενη η εκκαλούσα είπε: "άει γαμήσου" Ο εγκαλών ακούγοντας τη φράση ήλθε στο χώρο του γραφείου, όπου αρχικά αντελήφθη έναν άνδρα να ορμά κατ' αυτού και να του καταφέρει πλήγματα κυρίως στην κεφαλή με ένα μεγάλο σφυρί (βαριοπούλα), ενώ την ίδια στιγμή αντελήφθη και δεύτερο άτομο, που κρατούσε περίστροφο στραμμένο εναντίον του.

Ακολούθως, οι δύο δράστες έρριψαν στο πάτωμα τον εγκαλούντα και συνέχισαν τον κτυπούν με αποτέλεσμα να τραυματισθεί τόσο στο κεφάλι όσο και στα χέρια, ενώ έρεε πολύ αίμα από τα τραύματα του, ο ένας δε των δραστών τον εξύβριζε "μαλάκα" και τον απειλούσε να τον σκοτώσει. Οι δράστες αφαίρεσαν βίαια από το σακάκι του το πορτοφόλι του, που είχε 1.700 ευρώ, το φάκελο με την αμοιβή των 1.300 ευρώ και το κινητό τηλέφωνο του, τύπου "Εricsson" αξίας 180 ευρώ.

Μετά ο ένας των δραστών, που ήταν ξανθός, έκοψε το καλώδιο του τηλεφώνου και έδεσε με αυτό τα πόδια του εγκαλούντος. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου οι δράστες ήταν ταραγμένοι και κάποια στιγμή μιλώντας μεταξύ τους ελληνικά ανέφεραν το όνομα τρίτου προσώπου, που αποκαλούσαν "....". Ένας εκ των δύο, μάλιστα, κάποια στιγμή μιλώντας στο κινητό είπε, ότι όλα έβαιναν καλώς.

Όταν οι δράστες αποχώρησαν, ο εγκαλών απεγκλωβίσθη, ενώ η εκκαλούσα καθ' όλη τη διάρκεια της ληστείας ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα παριστάνοντας τη λιπόθυμη-. Στην συνέχεια με τη μεσολάβηση της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και το ΕΚΑΒ, ο εγκαλών δε και η εκκαλούσα διεκομίσθηκαν στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά.

Ο εγκαλών είχε υποστεί σοβαρά τραύματα, που μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη (βλ. την υπ' αρ. ... Ιατροδικαστική Έκθεση και το υπ' αρ. ... Πιστοποιητικό του Τζανείου Νοσοκομείου) λόγω των μέσων με τα οποία επλήγη (βαριοπούλα, κοντάκι του πιστολιού) και λόγω του μέρους που επλήγη (κυρίως κεφαλή).

Η εκκαλούσα δεν υπέστη καμιά σωματική βλάβη αφού δεν προσκόμισε κανένα σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό και δε ζήτησε να εξετασθεί από ιατροδικαστή, δεν έδωσε δε μετά το συμβάν σημεία ζωής, ούτε τηλεφώνησε για να μάθει για την πορεία της υγείας του εγκαλούντος, παρά μόνο μετά από οκτώ ημέρες για να του ζητήσει το αυτοκίνητο του, πράγμα που της αρνήθηκε, ενώ της γνώρισε, ότι τη θεωρεί ηθικό αυτουργό των ως άνω σε βάρος του πράξεων.

Την 18-4-2003 ο εγκαλών εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την ως άνω τραπεζική επιταγή εκδόσεως του συζύγου της εκκαλούσας, αυτή όμως βρέθηκε ακάλυπτη, ενώ στην πληρώτρια Τράπεζα Eurobank, είχε προσκομισθεί η υπ' αρ. .... βεβαίωση του.... Αστυνομικού Τμήματος ...., με την οποία βεβαιούνταν ότι την 24-12-2002 ο σύζυγος της εκκαλούσας είχε δηλώσει απώλεια δύο επιταγών του και συγκεκριμένα εκείνης που είχε λήπτη τον εγκαλούντα και εκείνης που είχε δοθεί στο προαναφερθέν κοσμηματοπωλείο, απ' όπου η εκκαλούσα είχε αγοράσει το ρολόι "Cartier", (βλ, την από 21-4-2003 υπεύθυνη δήλωση της Φ1).

Aκολούθως, ο εγκαλών ακολούθησε τη δικαστική οδό για να επιτύχει την είσπραξη της ως άνω επιταγής. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι καμιά σχέση δεν έχει με τις διωκόμενες πράξεις, για τις οποίες με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμπεται για να δικασθεί, ουδόλως απεδείχθησαν. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, πως τις τέλεσε.

Ειδικότερα: Καμία σωματική βλάβη δεν της προξένησαν οι δράστες της ληστείας και καμία απειλή δεν της απηύθυναν. Φέρονται ως κλαπείσες οι συγκεκριμένες προαναφερθείσες δύο επιταγές. Η τσάντα της εκκαλούσας και το κινητό της τηλέφωνο, το οποίο είχε βάλει να φορτίζεται οι ληστές τα αφήνουν άθικτα. Η πόρτα του γραφείου δεν είναι παραβιασμένη, ούτε της κουζίνας οι δε δράστες δεν είναι μέσα κατά την είσοδο του εγκαλούντος και της εκκαλούσας στο γραφείο.

Τα κατατεθέντα από το μάρτυρα Φ2 δεικνύουν τη γνώση της εκκαλούσας για τα γεγονότα που είχαν σχεδιαστεί και θα ακολουθούσαν, καθώς και το ότι αυτή σχεδίασε να ακολουθήσει τον εγκαλούντα στη συγκεκριμένη συνάντηση με τον πελάτη του για την είσπραξη της αμοιβής του. Τα κατατεθέντα περιστατικά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως, που η εκκαλούσα πρότεινε και συγκεκριμένα τον αδελφό του συζύγου της ...., Δικηγόρο και τη φίλη της ....

βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση από την έκθεση τους από την ίδια και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, καθώς και στο εκκαλούμενο βούλευμα. Μετά τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δε μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας, ότι δεν τέλεσε τις ως άνω πράξεις και ότι το μένος του εγκαλούντος εναντίον της οφείλεται στο ότι θέλει να την εκδικηθεί και να την καταστρέψει επειδή θέλησε να διακόψει τις ερωτικές σχέσεις, που διατηρούσε μαζί του, αφού άλλωστε βρίσκονται μαζί μέχρι και την τέλεση της ληστείας από κοινού και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού.

ΣΤ) Όπως έχει πάγια νομολογηθεί σχετικά με την ηθική αυτουργία, πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση (ή το βούλευμα): α) ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο (φυσικό) αυτουργό την απόφαση τελέσεως αξιόποινης πράξης (Α.Π. 1232/98, Π.Χ. ΜΘ/677, Α.Π. 841, 863 και 883/92, Π.Χ. ΜΒ/677, 686 και 1173, Α.Π. 818/93, Π.Χ.

ΜΓ/653), β) καθώς και ο δόλος του ηθικού αυτουργού, που συνίσταται στη συνείδηση της πράξης, που προκαλεί στο φυσικό αυτουργό να εκτελέσει (ΑΠ 921/92, Π.Χ. ΜΒ/783), καθώς επίσης γ) και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο (ή δικαστικό συμβούλιο) συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός χρησιμοποίησε τον τρόπο και τα μέσα αυτά (ΑΠ 2043/92 και 896/94, Π.Χ.

ΜΒ/1191 και ΜΔ/930). Ζ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα εισαγγελική πρόταση και τις σκέψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος, δεν αναφέρονται ούτε ο τρόπος ούτε τα μέσα πρόκλησης από την αναιρεσείουσα ως ηθικό αυτουργό των προαναφερθέντων εγκλημάτων στους μη διακριβωθέντες (αγνώστους) δράστες των παραπάνω εγκλημάτων και μάλιστα δεν μνημονεύονται ούτε καν οι στερεότυπες και συνήθεις εκφράσεις "με πειθώ και φορτικότητα ή παραινέσεις" κ.λ.π.

Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω, ο 1ος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η) Ο 2ος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄απορριφθεί, διότι η (τυχόν) εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί λόγο εφέσεως και όχι αναιρέσεως. Ομοίως είναι αβάσιμοι και πρέπει ν΄απορριφθούν ο 3ος και ο 4ος λόγος αναίρεσης, διότι εστιάζονται επί ουσιαστικών εκτιμήσεων, κατά βάση αρνητικών της κατηγορίας, που είναι και αυτές εκτός αναιρετικού ελέγχου, γιατί υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας στρέφονται κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου Εφετών.

Θ) Τέλος το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει ν΄απορριφθεί διότι έχει αναπτύξει την αίτησή της για αναίρεση διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις της επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.

ΓΙ΄ ΑΥΤΟ

Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει εν μέρει δεκτή η υπ΄αρ. 16/2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1, δυνάμει της από 27-6-2006 εξουσιοδοτήσής της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Ταουξή, κατά του υπ΄ αρ. 186/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς για τον 1ο λόγο αναίρεσης κατ΄ά. 484 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ, απορριπτομένων των λοιπών. 2) Ν΄αναιρεθεί κατά τούτο το υπ΄αρ. 186/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές και 3) Ν΄απορριφθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας.

Αθήνα 17-10-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Παναγιώτης Καίσαρης

Αφού άκουσε

τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα της αναιρεσείουσας διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. αιτούμαι να εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον σας κατά την εκδίκαση της παρούσης αιτήσεώς μου προς παροχή διασαφήσεων ως προς τους λόγους της αναίρεσής μου... " παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να πραγματώσει ή να αποπειραθεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλή, απειλή, πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, με υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λ.π., β) διάπραξη από τον άλλον της άδικης πράξης στην οποία παρακινήθηκε και γ) δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) τη συνείδηση ότι παράγει σε κάποιο την ως άνω απόφαση, β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί, χωρίς να απαιτείται και ο καθορισμός αυτής μέχρι λεπτομερειών και γ) τη βούληση ή αποδοχή, όπως ο παρακινούμενος πραγματώσει ή αποπειραθεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινείται.

Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠοινΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την ύπαρξη αυτής της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το προσβαλλόμενο 186/2006 βούλευμά του, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Ο εγκαλών Ψ1 τυγχάνει δικηγόρος Πειραιά και διατηρεί γραφείο στον Πειραιά επί της οδού ..... Κατά τις αρχές του έτους 2002 η εκκαλούσα Χ1 επισκέφθηκε το γραφείο του εγκαλούντος και του ανέθεσε υπόθεση, που αφορούσε το κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων του συζύγου της ...., που βρισκόταν στον .... και το οποίο λειτουργούσε η ίδια.

Παρότι και ο εγκαλών και η εκκαλούσα ήταν έγγαμοι, δημιουργήθηκε ερωτικός δεσμός μεταξύ τους ενώ παράλληλα αναπτύχθησαν και φιλικές σχέσεις μεταξύ των οικογενειών τους. Η εκκαλούσα κατά το Σεπτέμβριο του 2002, αφού διέκοψε τον ως άνω δεσμό της με τον εγκαλούντα, συνήψε ερωτικό δεσμό με τον Ζ1, εφοπλιστή, ο οποίος διήρκεσε μέχρι τον Ιανουάριο του 2003, διέμενε δε κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα στο σκάφος του τελευταίου.

Κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 2002 η εκκαλούσα επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο γραφείο του και εκμεταλλευόμενη την ερωτική διάθεση εκείνου γι' αυτή, του ζήτησε οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει ληξιπρόθεσμα χρέη αυτής και του συζύγου της παριστώντας του ψευδώς ότι δήθεν είχε στο όνομα της προθεσμιακό γραμμάτιο της Τράπεζας City Bank, αξίας 30,000 ευρώ, λήξεως 15-4-2003, Ο εγκαλών την 29-10-2002 επείσθη και έδωσε σ' αυτήν ως άτοκο δάνειο χρηματικό ποσό 9.300 ευρώ, το οποίο θα επιστρεφόταν την 15-4-2003.

Προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου, ο εγκαλών έλαβε από την εκκαλούσα την υπ'αρ..... τραπεζική επιταγή της Eurobank, η οποία είχε εκδοθεί λευκή από το σύζυγο της .... και συμπληρώθηκε ως προς τα λοιπά στοιχεία από αυτή με τη συναίνεση του, με ποσόν 9,300 ευρώ, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 15-4-2003, λήπτη τον εγκαλούντα και οπισθογράφησης δικής της.

Παράλληλα προς απόδειξη της συνάψεως και χορηγήσεως του ως άνω δανείου συνετάγη και υπεγράφη από τον εγκαλούντα και την εκκαλούσα ιδιωτικό συμφωνητικό, από 29-10-2002, όπου αποτυπώθηκε η ως άνω συμφωνία. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα ζητήθηκε από την εκκαλούσα και το σύζυγο της και δεύτερο άτοκο δάνειο, το οποίο ο εγκαλών τους έδωσε κατά το μήνα, Δεκέμβριο 2002, αφενός με την κατάθεση την 3-12-2002 ποσού 10.600 ευρώ στην Τράπεζα Eurobank προς κάλυψη τεσσάρων τραπεζικών επιταγών του συζύγου της εκκαλούσας και αφετέρου με την καταβολή, συνολικά 3600 ευρώ για την εξόφληση μέρους οφειλών των ως άνω οφειλετών του σε τρίτους χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να συνταχθεί ιδιωτικό συμφωνητικό.

Τον Ιανουάριο του 2003 η εκκαλούσα διέκοψε την ερωτική σχέση με τον Ζ1 και επανασυνδέθηκε ερωτικά με τον εγκαλούντα, ο οποίος συνέταξε και κατέθεσε για λογαριασμό της την υπ' αρ. κατάθ. 1675/24-2-2003 αγωγή αυτής κατά του Ζ1. Κατά το Μάρτιο 2003 η εκκαλούσα άρχισε να παραμένει στο ως άνω δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος αρκετές ώρες, δήθεν για την εκμάθηση ηλεκτρονικού υπολογιστή, πράγματι όμως, για να έχει την ευκαιρία ν' αφαιρέσει από εκεί πράγματα του εγκαλούντος και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Ειδικότερα., κατά το χρονικό διάστημα από 6-8/3/2003, η εκκαλούσα αφήρεσε το ποσόν των 44200 ευρώ, που ο εγκαλών φύλασσε σε φάκελο τοποθετημένο ανάμεσα σε άλλους φακέλους στην βιβλιοθήκη του, πράγμα που είχε αυτή εντοπίσει, ενώ την 8-3-2003 αφήρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα ένα κινητό τηλέφωνο-ηλεκτρονικό υπολογιστή, τύπου "ΝΟΚΙΑ 9210", αξίας 900 ευρώ, που βρισκόταν στο γραφείο του και που κατ' εκείνη την ημέρα (Σάββατο), κανείς άλλος δεν είχε εισέλθει σ' αυτό.

Ο εγκαλών ζήτησε εξηγήσεις για τις παραπάνω πράξεις της εκκαλούσας κι αυτή ανέφερε, πως πιθανόν να μπήκε κάποιο τρίτο πρόσωπο στο γραφείο και να τα αφήρεσε. Ο εγκαλών από 2-4-2003 έως και 8-4-2003 παραστάθηκε σε υποθέσεις της εκκαλούσας και του συζύγου της ενώ την 7-4-2003 οι δύο τελευταίοι ήλθαν στο γραφείο του εγκαλούντος, προκειμένου να τον συμβουλευτούν για την πληρωμή ενός ρολογιού ανδρικού, τύπου "Cartier", αξίας 3,800 ευρώ, το οποίο, την 29-10-2005 η εκκαλούσα είχε αγοράσει από το επί της οδού ....

κοσμηματοπωλείο της Φ1 και είχε δωρίσει στον Ζ1 κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους σχέσεως έχοντας παραδώσει στην ως άνω πωλήτρια ισόποση με το τίμημα, μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως του συζύγου της, υπ' αρ..... της Eurobank, η οποία κατά την ημερομηνία εκδόσεως, 27-12-2002 και την ημερομηνία εμφανίσεως της ήταν ακάλυπτη, με αποτέλεσμα η άνω καταστηματάρχης να οχλεί συνεχώς την εκκαλούσα και να ζητά ακόμη και την επιστροφή του ρολογιού, προκειμένου να μη ζημιωθεί κατά το παραπάνω μεγάλο ποσό.

Κατά τη συζήτηση στο γραφείο του εγκαλούντος για το παραπάνω θέμα η εκκαλούσα πρότεινε να βάλουν ανθρώπους να κτυπήσουν τον Ζ1, για να επιστρέψει το ρολόι. Ο σύζυγος της τότε είπε, πως γνώριζε ένα καλό παιδί "το ....", που μπορούσε να το κάνει, ο εγκαλών όμως τους απέτρεψε από την υλοποίηση τέτοιων πρακτικών.

Την 9-4-2003, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα πάλι στο γραφείο του, οπότε ο τελευταίος τους υπενθύμισε, ότι πλησιάζει η ημερομηνία, που θα πρέπει να του εξοφλήσουν τα δύο άτοκα δάνεια, που τους χορήγησε. Ο ως άνω σύζυγος αποκάλυψε στον εγκαλούντα, ότι η εκκαλούσα δε διέθετε κανένα προθεσμιακό γραμμάτιο, από τη ρευστοποίηση του οποίου θα τον εξοφλούσε, και ο τελευταίος του επισήμανε, πως έπρεπε να καταθέσει μέχρι τις 15-4-2003 στο λογαριασμό από τον οποίο θα πληρώνονταν τα 9,300 ευρώ της υπ'αρ. ....

τραπεζικής επιταγής της Eurobank. Την 10-4-2003 η εκκαλούσα πληροφορήθηκε από τον εγκαλούντα, πως την επομένη θα επισκεπτόταν στο ... έναν πελάτη του, προκειμένου να εισπράξει 3.000 ευρώ για δικηγορική του αμοιβή. Εκείνη τότε συνέλαβε το σχέδιο να επωφεληθεί αυτών των χρημάτων, αφού είχε εκείνο το χρονικό διάστημα ανάγκη η ίδια και ο σύζυγος της λόγω των χρεών τους, πείθοντας με πειθώ και φορτικότητα δύο τουλάχιστον πρόσωπα να διαπράξουν ληστεία σε βάρος του εγκαλούντος και να του αφαιρέσουν το ως άνω ποσό, που επρόκειτο να εισπράξει.

Ειδικότερα, την 11-4-2003 η εκκαλούσα συνόδευσε τον εγκαλούντα στην καφετέρια του πελάτη του στο ..... Εκεί δέχθηκε πολλές κλήσεις στο κινητό της τηλέφωνο και έδειχνε ταραγμένη, ενώ ο σύζυγος της, της έστειλε μήνυμα στο κινητό, ότι βρισκόταν στο κατάστημα "...." πλησίον του γραφείου του εγκαλούντος με τρεις φίλους του.

Ο Φ2, αδελφός του πελάτη του εγκαλούντος, που ήταν στην ως άνω καφετέρια, στην μαρτυρική ανακριτική του εξέταση μεταξύ άλλων κατέθεσε, ότι η εκκαλούσα δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα στο κινητό της, στα οποία απαντούσε με μισόλογα, συγκεκριμένα δε σε ένα από αυτά την άκουσε να απαντά με τις επόμενες φράσεις: "μη βιάζεσθε, θα σας τηλεφωνήσω εγώ δεν τελειώσαμε ακόμη, μετά θα πάμε στο γραφείο".

Επίσης, ρώτησε τον ανωτέρω μάρτυρα αν η αμοιβή, που επρόκειτο να εισπραχθεί, ανήρχετο στο ποσόν των 3.000 ευρώ. Tελικά, ο ιδιοκτήτης της καφετέριας και πελάτης του εγκαλούντος του παρέδωσε έναν κλειστό φάκελο με την αμοιβή του τελευταίου, Η εκκαλούσα τότε επέδειξε μεγάλη σπουδή, για να αποχωρήσουν από εκεί, ενώ αργότερα ο ως άνω μάρτυρας Φ2 πληροφορήθηκε, πως ο φάκελος είχε 1.300 ευρώ και όχι 3.000.

Κατά τις 15:15 ώρα της ίδιας ημέρας (11-4-2003) ο εγκαλών και η εκκαλούσα έφθασαν στο γραφείο του πρώτου. Εκείνος άνοιξε με το κλειδί του και πέρασε πρώτος εντός του γραφείου και οδηγήθηκε στην κουζίνα του χώρου, ενώ η εκκαλούσα μπήκε τελευταία και έμεινε στο δωμάτιο της εισόδου, ενώ άφησε τη θύρα της εισόδου ανοικτή οπότε και μπήκαν δυο δράστες με σκοπό να διαπράξουν ληστεία, στον έναν από τους οποίους απευθυνόμενη η εκκαλούσα είπε: "άει γαμήσου".

Ο εγκαλών ακούγοντας τη φράση ήλθε στο χώρο του γραφείου, όπου αρχικά αντελήφθη έναν άνδρα να ορμά κατ' αυτού και να του καταφέρει πλήγματα κυρίως στην κεφαλή με ένα μεγάλο σφυρί (βαριοπούλα), ενώ την ίδια στιγμή αντελήφθη και δεύτερο άτομο, που κρατούσε περίστροφο στραμμένο εναντίον του. Ακολούθως, οι δύο δράστες έρριψαν στο πάτωμα τον εγκαλούντα και συνέχισαν να τον κτυπούν με αποτέλεσμα να τραυματισθεί τόσο στο κεφάλι όσο και στα χέρια, ενώ έρρεε πολύ αίμα από τα τραύματα του, ο ένας δε των δραστών τον εξύβριζε "μαλάκα" και τον απειλούσε να τον σκοτώσει.

Οι δράστες αφαίρεσαν βίαια από το σακάκι του το πορτοφόλι του, που είχε 1.700 ευρώ, το φάκελο με την αμοιβή των 1.300 ευρώ και το κινητό τηλέφωνο του, τύπου "Εricsson" αξίας 180 ευρώ. Μετά ο ένας των δραστών, που ήταν ξανθός, έκοψε το καλώδιο του τηλεφώνου και έδεσε με αυτό τα πόδια του εγκαλούντος. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου οι δράστες ήταν ταραγμένοι και κάποια στιγμή μιλώντας μεταξύ τους ελληνικά ανέφεραν το όνομα τρίτου προσώπου, που αποκαλούσαν "....".

Ένας εκ των δύο, μάλιστα, κάποια στιγμή μιλώντας στο κινητό είπε, ότι όλα έβαιναν καλώς.

Όταν οι δράστες αποχώρησαν, ο εγκαλών απεγκλωβίσθη, ενώ η εκκαλούσα καθ' όλη τη διάρκεια της ληστείας ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα παριστάνοντας τη λιπόθυμη-. Στην συνέχεια με τη μεσολάβηση της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και το ΕΚΑΒ, ο εγκαλών δε και η εκκαλούσα διεκομίσθηκαν στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά.

Ο εγκαλών είχε υποστεί σοβαρά τραύματα, που μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη (βλ. την υπ' αρ..... Ιατροδικαστική Έκθεση και το υπ' αρ. .... Πιστοποιητικό του Τζανείου Νοσοκομείου) λόγω των μέσων με τα οποία επλήγη (βαριοπούλα, κοντάκι του πιστολιού) και λόγω του μέρους που επλήγη (κυρίως κεφαλή).

Η εκκαλούσα δεν υπέστη καμιά σωματική βλάβη αφού δεν προσκόμισε κανένα σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό και δε ζήτησε να εξετασθεί από ιατροδικαστή, δεν έδωσε δε μετά το συμβάν σημεία ζωής, ούτε τηλεφώνησε για να μάθει για την πορεία της υγείας του εγκαλούντος, παρά μόνο μετά από οκτώ ημέρες για να του ζητήσει το αυτοκίνητο του, πράγμα που της αρνήθηκε, ενώ της γνώρισε, ότι τη θεωρεί ηθικό αυτουργό των ως άνω σε βάρος του πράξεων.

Την 18-4-2003 ο εγκαλών εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την ως άνω τραπεζική επιταγή εκδόσεως του συζύγου της εκκαλούσας, αυτή όμως βρέθηκε ακάλυπτη, ενώ στην πληρώτρια Τράπεζα Eurobank, είχε προσκομισθεί η υπ' αρ. .... βεβαίωση του ... Αστυνομικού Τμήματος ..., με την οποία βεβαιούνταν ότι την 24-12-2002 ο σύζυγος της εκκαλούσας είχε δηλώσει απώλεια δύο επιταγών του και συγκεκριμένα εκείνης που είχε λήπτη τον εγκαλούντα και εκείνης που είχε δοθεί στο προαναφερθέν κοσμηματοπωλείο, απ' όπου η εκκαλούσα είχε αγοράσει το ρολόι "Cartier", (βλ, την από 21-4-2003 υπεύθυνη δήλωση της Φ1).

Aκολούθως, ο εγκαλών ακολούθησε τη δικαστική οδό για να επιτύχει την είσπραξη της ως άνω επιταγής.

Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι καμιά σχέση δεν έχει με τις διωκόμενες πράξεις, για τις οποίες με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμπεται για να δικασθεί, ουδόλως απεδείχθησαν. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, πως τις τέλεσε. Ειδικότερα :

• Καμία σωματική βλάβη δεν της προξένησαν οι δράστες της ληστείας και καμία απειλή δεν της απηύθυναν.

. Φέρονται ως κλαπείσες οι συγκεκριμένες προαναφερθείσες δύο επιταγές.

• Η τσάντα της εκκαλούσας και το κινητό της τηλέφωνο, το οποίο είχε βάλει να φορτίζεται οι ληστές τα αφήνουν άθικτα.

• Η πόρτα του γραφείου δεν είναι παραβιασμένη, ούτε της κουζίνας οι δε δράστες δεν είναι μέσα κατά την είσοδο του εγκαλούντος και της εκκαλούσας στο γραφείο.

• Τα κατατεθέντα από το μάρτυρα Φ2 δεικνύουν τη γνώση της εκκαλούσας για τα γεγονότα που είχαν σχεδιαστεί και θα ακολουθούσαν, καθώς και το ότι αυτή σχεδίασε να ακολουθήσει τον εγκαλούντα στη συγκεκριμένη συνάντηση με τον πελάτη του για την είσπραξη της αμοιβής του.

• Τα κατατεθέντα περιστατικά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως, που η εκκαλούσα πρότεινε και συγκεκριμένα τον αδελφό του συζύγου της ...., Δικηγόρο και τη φίλη της .... βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση από την έκθεση τους από την ίδια και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, καθώς και στο εκκαλούμενο βούλευμα.

Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1α, 380 παρ.1, 309-308 και 372 παρ.1α του ΠΚ τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου, επαρκώς δε αιτιολογείται ο τρόπος της πρόκλησης της απόφασης στους άγνωστους δράστες να διαπράξουν κατά του εγκαλούντος τις πράξεις της ληστείας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, σε αντίθεση με τις παραδοχές του βουλεύματος, ότι και η ίδια τραυματίσθηκε από τους δράστες της ληστείας σε βάρος του εγκαλούντος, ο τρίτος λόγος με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών είχε ο ίδιος αφήσει ανοικτή την πόρτα του γραφείου του και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται αρνητικοί ισχυρισμοί για την κλοπή, στρεφόμενοι κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου για προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης και παροχή διασαφήσεων.

Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2006 αίτηση της άνω αναιρεσείουσας για αναίρεση του 186/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2007. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ