Supreme Court dismisses appeal on tax fraud conviction, ruling the crime is punishable and not exempt from prosecution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing and accepting fictitious tax documents totaling over €150,000. The appellant argued the crime was exempt from prosecution under Article 66(5) of Law 4174/2013, claiming the acts involved only his own company. The court rejected this, finding the appellant was convicted of acts committed as a hidden merchant for a different company, which does not meet the exemption criteria. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 474(4), 476, 498 of the Code of Criminal Procedure; Article 66(5) of Law 4174/2013: The crime of issuing and accepting fictitious tax documents is punishable and not exempt from prosecution when the defendant acted as a hidden merchant for a third party, as the exemption applies only to acts committed by the defendant in their own capacity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 733/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Καϊμακάμη, για αναίρεση της απόφασης 1632α, 1758, 2068/2024 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζον την κατηγορία το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Διονύσιο Κολοβό.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 7685/2024 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 20.12.2024 πρόσθετους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΙΙ) Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς κρίση : 1) η με αρ. πρωτ. 7685/ 2024 αίτηση του Α. Α. του Π. για αναίρεση της υπ' αρ. 1632α,1758α, 2068/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακ/των] Αθηνών ,με την οποία κρίθηκε ένοχος του αδικήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω του ποσού των (150.000) ευρώ, η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ,στις 1/11/2024, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από την καταχώριση [14-10-2024] καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω Εφετείου και 2) το από 20-12-2024 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αυθημερόν, από τον αναιρεσείοντα, συντασσομένης επ' αυτού σχετικής εκθέσεως ,κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, ήτοι νομότυπα και εμπρόθεσμα ,κατά τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3 , 474 παρ.2Α και 4 , 504 παρ.1, 505 παρ.1 α' και 509 παρ.1 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, πρέπει να συνεκδικαστούν ,ως συναφείς, και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των αναιρετικών λόγων τους.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.4, 476 και 498 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση, κατά το άρθρο 486 παρ.1 ΚΠΔ, Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, στο άρθρο 487 του ΚΠΔ ,όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης [16-4-2024] της προσβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι " η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα, κατά το προηγούμενο άρθρο, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση.
Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου, με αναφορά στο κατηγορητήριο, και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με αυτό, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου (Ολ.
ΑΠ 9/2005).
Περαιτέρω, η έφεση του Εισαγγελέα στερείται της επιβαλλόμενης από την άνω διάταξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ` αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν συνεκτιμήθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της έφεσης, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα (ΑΠ 181/2019). Όταν η εισαγγελική έφεση δεν έχει την κατά τα προεκτεθέντα απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 632/2022, ΑΠ 939/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά συνεδρίασης, προκύπτει ότι το δικάσαν, σε δεύτερο βαθμό,Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών με την παρεμπίπτουσα υπ' αρ. 2068 /2024 απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, ο συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου , περί απαραδέκτου της ασκηθείσας με αρ. 920/2019 εφέσεως της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών κατά της υπ.αρ. 2852/2019 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και δέχθηκε τυπικώς την έφεση αυτής, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα της αξιόποινης της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των (200.000) ευρώ, και αφού του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 περ.
β' και ε' του ΠΚ, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, με τριετή αναστολή. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, με αριθμό 920/2019, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του ,εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, λόγου της υπό κρίση αναίρεσης, αναφέρεται ότι η εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών κατά της με αρ. 2852/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών , με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Α.
Α. του Π., και ήδη αναιρεσείων, της αξιόποινης πράξης της έκδοσης και αποδοχής φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω του ποσού των (200.000) ευρώ, που ο ως άνω κατηγορούμενος τέλεσε στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 3/9/2009 έως 10/1/2012, διαλαμβάνοντας στην έκθεσή της κατά λέξει τα εξής:"...Η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε αθώο των ανωτέρω κατηγορούμενο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων αποδεικτικών στοιχείων και πραγματικών περιστατικών, ενώ θα έπρεπε, να κηρύξει ένοχο αυτόν για την παραπάνω πράξη της έκδοσης και αποδοχής φορολογικών στοιχείων για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ.
Ειδικότερα, προς υποστήριξη της εφέσεώς μας, εκθέτουμε τα κατωτέρω : Από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του παραπάνω Δικαστηρίου, μάρτυρα εφοριακού ελεγκτή Λ. Α. σε συνδυασμό και με τα λοιπά περιεχόμενα στην παρούσα δικογραφία, αποδεικτικά στοιχεία, κυρίως δε την από 26/4/2013 έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε.
Π .Δ. Αττικής, προκύπτει ευθέως και αποδεικνύεται με πληρότητα ότι, ο ανωτέρω κατηγορούμενος τέλεσε στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 3/9/2009 έως και 10/1/2012, τη διωκόμενη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων καθώς και της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 200.000€, όπως αναλυτικότερα περιγράφεται στο συνταχθέν εις βάρος του κατηγορητήριο.
Συγκεκριμένα προέκυψε ότι, ο κατηγορούμενος ως ασκώντας την ουσιαστική διαχείριση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MULTIVIEW (ΜΟΥΛΤΙΒΙΟΥ) ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" αποδέχτηκε από την εταιρεία "STARCAT Α.Ε.", 517 εικονικά τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν στο σύνολο τους ανύπαρκτες συναλλαγές συνολικής καθαρής αξίας 20.406.680 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 4.451.631,4 ευρώ, ο παραπάνω κατηγορούμενος με την ίδια ως άνω ιδιότητά του, εξέδωσε και παρέδωσε στην εταιρεία "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ", 534 εικονικά τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν στο σύνολο τους συναλλαγές συνολικής καθαρής αξίας 20.630.345 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 4.500.468,35 ευρώ.
Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τις παραδοχές αυτές που ως αποδεικτικά μέσα, ασκούν θετική και ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτής για καταδικαστική κρίση, τα οποία δεν αναιρέθηκαν, ούτε ακυρώθηκαν κατά την αποδεικτική τους αξία, από ουσιαστικό και βάσιμο υπερασπιστικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου.
Εν προκειμένω δεν εκτιμήθηκαν ορθά, κατά την πραγματική αποδεικτική έννοια και σημασία τους, αλλά αντιθέτως εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου, εφοριακού - ελεγκτή Λ. Α. καθώς και από την από 26/4/2013 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ και συγκεκριμένα : 1) Ότι, η εταιρεία "MULTIVIEW" είχε αποκλειστικό προμηθευτή την εταιρεία "STARCAT Α.Ε.", η οποία ήταν ανύπαρκτη συναλλακτικά και είχε ως διαχειριστές ανθρώπους εθισμένους σε ναρκωτικές ουσίες. 2) Ότι, η εταιρεία "MULTIVIEW" είχε αποκλειστικό πελάτη την εταιρεία "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε.". 3) Ότι, στην κατά τα ανωτέρω αποκλειστικό πελάτη της επίδικης εταιρείας "MULTIVIEW", ήτοι στην "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ" κατά το χρονικό διάστημα από 8/1/2001 μέχρι την 3/11/2011 ο ανωτέρω κατηγορούμενος, είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2010 μέχρι και 3/11/2011 παράλληλα και την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. 4) Ότι, ο Χ.
Γ., ο οποίος είχε το ρόλο του εισπράκτορα για τις τραπεζικές συναλλαγές των εταιρειών του ομίλου "Media System", στην από 20/9/2012 ένορκη εξέτασή του, ενώπιον των ελεγκτών του Σ.Δ.Ο.Ε. (βλ. σελ. 45 της έκθεσης ελέγχου) δήλωσε ότι : "Τον κ. Π. τον έχω δεί τρείς φορές στην ζωή μου σε εκδηλώσεις της εταιρείας (πίτες), ήξερα ότι είναι το μεγάλο αφεντικό.
Τώρα τελευταία έχω μάθει ότι είναι άρρωστος και έγει αναλάβει ο Α. Α.". 5) Ότι, όπως κατέθεσε ο ανωτέρω Γ. Χ. ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. αλλά και εγγράφως επιβεβαιώνει η τράπεζα "ALFA BANK" (βλ. σελ 47 της έκθεσης ελέγχου), η επίδικη εκδότρια των εικονικών τιμολογίων "MULTIVIEW" και η αποδέκτρια αυτών "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ", αντιμετωπίζονταν ως μια ενιαία οντότητα με αποτέλεσμα την ανακύκλωση πληρωμών των υποτιθέμενων μεταξύ τους συναλλαγών (βλ.
σελ. 48 του ελέγχου). Συγκεκριμένα, ο Γ. Χ. παραλάμβανε τις επιταγές της "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ" σε διαταγή της "MULTIVIEW" εισέπραττε μετρητά, ώστε εικονικά να φαίνεται η εξόφληση με τραπεζικό παραστατικό και στη συνέχεια προέβαινε σε επανατοποθέτηση των χρημάτων σε λογαριασμούς ξένους προς την "MULTIVIEW" αναλόγως την περίπτωση (βλ.
σελ. 48 της έκθεσης ελέγχου). 6) Ότι, μέρος των χρημάτων που διακινήθηκαν κατά τα ως άνω, ώστε εικονικά να φαίνεται η εξόφληση της επίμαχης εταιρείας "MULTIVIEW" από την "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ" με τραπεζικό παραστατικό, κατατέθηκαν σε λογαριασμούς του κατηγορουμένου Α. Α. και συγκεκριμένα ποσό 312.200 ευρώ. Δηλαδή, τα χρήματα που υποτίθεται πως προορίζονταν για την εξόφληση της οικονομικής υποχρέωσης της ανώνυμης εταιρείας "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM ΑΕ" προς την επίμαχη εταιρεία "MULTIVIEW" εντοπίστηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό του Διευθύνοντος Συμβούλου της οφειλέτριας εταιρείας.
Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω παραδοχές και υπό το πρίσμα των δεδομένων που αυτές συνθέτουν, φρονούμε ότι, εν προκειμένω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, της παρούσης δικογραφίας, δύναται να υποστηριχθεί βάσιμα και πειστικά η απουσία ή έστω η έγερση οιασδήποτε αμφιβολίας, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, αναφορικά με την ύπαρξη άμεσου δόλου (α1 βαθμού) τέλεσης του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του Νόμου 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ. 1 του Νόμου 3220/2004 και 3 παρ. 2 του Νόμου 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως, "1.
Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται :
α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής....".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, που συνιστά μία από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η νόθευση γνησίων φορολογικών στοιχείων.
Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή και για μέρος αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση ή αποδοχή των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνησίων στοιχείων.
Ήδη, δια του άρθρου 8 του Νόμου 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 129/17-10-2015), αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις με την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5, που προστέθηκε στο Νόμο 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κ.λ.π.", με την οποία προβλέπεται αντίστοιχη ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους (σε βαθμό πλημμελήματος) για την έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση ευνοϊκότερης ρυθμίσεως ως προς την ποινή για τον κατηγορούμενο, κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως, προεκτεθείσες διατάξεις (ΑΠ 43/2018, ΑΠ 926/2016 Νόμος).
Τέλος, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ : "1...2...3. Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. 4...".
Για τους παραπάνω λόγους εκκαλούμε την υπ' αριθμόν 2852/2019 απόφαση Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και ζητούμε την κήρυξη του ως άνω κατηγορουμένου Α. Α. του Π., ως ένοχο της πράξεως της έκδοσης και αποδοχής φορολογικών στοιχείων για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ".
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η έφεση της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 487 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλειες της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την ως άνω ένδικη πράξη , η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένη κατά την εκκαλούσα Εισαγγελέα κρίση.
Ειδικότερα, εκτίθεται σαφώς τι προέκυψε κατά την κρίση της εκκαλούσας Εισαγγελέως από ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας ,αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου) που έλαβε υπόψη του το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφερόμενη σε όλα τα περιστατικά που τέθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου αυτού, περιγράφεται ο δόλος του κατηγορουμένου υπό την έννοια της πλήρους γνώσης του της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και της θέλησής του να προβεί στην έκδοση και αποδοχή αυτών και διατυπώνεται ότι εκ των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας δεν δύναται να υποστηριχθεί βάσιμα και πειστικά η απουσία, ή έστω η έγερση οιασδήποτε αμφιβολίας, του άμεσου δόλου του κατηγορούμενου τέλεσης του αδικήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω του ποσού των (200.000) ευρώ.
Επίσης, εκτίθενται αιτιολογημένοι συλλογισμοί για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την ως άνω αξιόποινη πράξη φοροδιαφυγής και αντικρούονται αιτιολογημένα οι συλλογισμοί της εκκαλούμενης αθωωτικής απόφασης του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί ύπαρξης αμφιβολιών αναφορικά με την ενοχή του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος.
Επιπλέον αιτιολογία, για το παραδεκτό της ανωτέρω έφεσης της Εισαγγελέως, δεν ήταν αναγκαία, και επομένως το δικάσαν Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Αθηνών, που με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα υπ.αρ. 2068/2024 απόφασή του απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και προχώρησε, μετά ταύτα, στην εξέταση της ουσίας της ένδικης υποθέσεως και στην καταδίκη αυτού, δεν υπερέβη την εξουσία του ,ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης ,από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του ΚΠΔ ,με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει για υπέρβαση εξουσίας την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, είναι αβάσιμος.
IΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις, αναφέρονται περιοριστικά και αφορούν μόνο : α) στην παράλειψη υποβολής ή στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17 παρ. 1), β) στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18 παρ. 1) και γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 παρ. 1).
Ειδικότερα κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του ανωτέρω Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν.3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή:
α) φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €), και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατό πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000,00 €). Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (19 του Ν. 2523/1997), το αδίκημα που προβλέπεται με αυτό είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, ενώ κατά την παράγραφο 3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο ,όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
Περαιτέρω, εικονικό, κατά την παράγραφο 4, είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Εικονικό είναι ,επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε, για τους σκοπούς του ανωτέρω νόμου, ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Περαιτέρω, με το Ν. 4174/2013 θεσπίστηκε ο "Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων", ενώ με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015 με τίτλο "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις", τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α' του Ν.4174/2013 αναριθμήθηκαν σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμήθηκε σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμήθηκαν σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82, προστέθηκε δε νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο με τον τίτλο "ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ", με το άρθρο 71 δε καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19, 20 και 21 του Ν.2523/1997.
Ήδη με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν.4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" (ΦΕΚ 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο) -που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης [16-4-2024] της προσβαλλόμενης απόφασης- οι ανωτέρω διατάξεις του Ν.4174/2013 καταργήθηκαν, ως προς το αδίκημα δε της έκδοσης και αποδοχής των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην παράγραφο 5 του άρθρου 66 του ανωτέρω Ν.4987/2022 ορίζονται τα εξής: "'Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται ,επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό είναι ,επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. (...)", όμοιου δε περιεχομένου ήταν και η ταυτάριθμη διάταξη του Ν.4174/2013, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015, με μόνη διαφοροποίηση ως προς την ποινική κύρωση για την έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, ειδικότερα δε την προσθήκη στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4987/2022, όταν η αξία των ανωτέρω εικονικών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), της απειλής χρηματικής ποινής, διαζευκτικά, κατ' άρθρο 57 του ισχύοντος ΠΚ, με την ποινή φυλάκισης, όταν δε υπερβαίνει το ανωτέρω όριο την απειλή ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξης έως έξι (6) έτη, αντί της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που προέβλεπε η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ.
β' στοιχ. β` του Ν.4174/2013. Η παραπάνω διαφοροποίηση ως προς την ποινική κύρωση ουσιαστικά δεν υπάρχει, αφού οι απειλούμενες ποινές τόσο στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013, όσο και σε εκείνες του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4987/2022, κατ' αποτέλεσμα είναι ίδιες, έγινε δε προφανώς αφού λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 463 του ισχύοντος ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 (Φ.Ε.Κ. 246/10-12-2021, τεύχος πρώτο), κατά τις οποίες "2.
Όπου σε ειδικούς απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα. 3. Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της", κατά δε το άρθρο 83 περ.
δ' του ισχύοντος ΠΚ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), " Όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: (...) δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, (...)", διατάξεις από τις οποίες με σαφήνεια συνάγεται ότι πράξη της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, όταν η αξία τους υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), και υπό την ισχύ του Ν.4987/2022 διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της, όπως και κατά την ισχύ του Ν.4174/2013 (βλ.
αιτιολογική έκθεση του Ν.4987/2022). Από την σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή τη νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων απαιτείται, αντικειμενικά μεν έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νόθευσης της μη γνησιότητας αυτών, περαιτέρω δε τη θέληση του δράστη να προβεί στην έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στην αποδοχή από αυτόν εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, χωρίς να απαιτείται σκοπός του (δράστη) για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία πράξη ως αυτουργός ή συμμέτοχος, η οποία, στην περίπτωση αυτή, συρρέει φαινομενικά με τις πράξεις που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1 έως 4 του ίδιου, ως άνω, άρθρου και τυποποιούνται ως φορολογικά αδικήματα (ΑΠ 1782/2019).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν.4174/2013 ,και ήδη του Ν. 4987/2022 [δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος, φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) κ.λ.π.],οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προγενέστερης δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν.2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 37/2017, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 507/2023).
Η ρύθμιση αυτή ,όμως, προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν.4174/2013 και ήδη του Ν.4987/2022, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για την τέλεση ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έστω έχει ασκηθεί και εκκρεμεί εναντίον του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις.
Ωστόσο, δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάστηκε, ούτε ασκήθηκε σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 160/2022), για μείζονα δε λόγο δεν ισχύει στις περιπτώσεις που με την χρήση των εν λόγω εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν τελείται αξιόποινη πράξη, λόγω του ύψους του φόρου που δεν πληρώθηκε ή δεν αποδόθηκε ή επιστράφηκε αχρεωστήτως [ποσό κατώτερο των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α.
ή ειδικό φόρο ακινήτων (Ε.Φ.Α.), και ποσό κατώτερο των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος (άρθρο 66 παρ. 3 του Ν.4987/2022, όμοια δε ήταν και η ρύθμιση της αντίστοιχης διάταξης του Ν.4174/2013].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ.4 του Ν. 5104/2024 [που σύμφωνα με το άρ. 117 παρ.1 αυτού ισχύει από 19/4/2024 ] "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις"[ΦΕΚ Α'-58/19-4-2024] "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ.1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται : α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται ,επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό είναι ,επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία ,στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο....)".
Επισημαίνεται ότι τόσο η ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β` στοιχ. β`, η οποία προστέθηκε στο Ν.4174/2013 "Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις", κατά το μέρος που ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) .... και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, όταν το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (200.000,00 €), όσο και η μεταγενέστερη ρύθμιση του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4987/2022, κατά το μέρος που ορίζει ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) ... και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, είναι επιεικέστερες της προϊσχύσασας διάταξης , σύμφωνα με την οποία, για την σε βαθμό κακουργήματος δίωξη της συγκεκριμένης πράξης, η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €), εξ αυτών δε επιεικέστερη είναι η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ.
β` στοιχ. β` του Ν. 4987/2022, η οποία ρητά προβλέπει για την ανωτέρω κακουργηματική πράξη της φοροδιαφυγής ,που ενδιαφέρει εν προκειμένω, φυλάκιση τουλάχιστον (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη (ΑΠ 624/2023, ΑΠ 1530/2022). Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 19 παρ.1 του Ν. 2523/1997 ,όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 παρ.24 του Ν. 2873/2000, 40 παρ.1 του Ν. 3220/2004, 21 παρ.1 περ.
ι' του Ν. 2948/2001 και 3 παρ.2 περ.β'του Ν. 3943/2011, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης φοροδιαφυγής [από 3-9-2009 έως 10-1-2012] και προβλέπουν για την κακουργηματική πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων , ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, προς τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 66 παρ.5 εδ.β' στοιχ.
β' του Ν. 4987/2022 [που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης (16-4-2024) της προσβαλλόμενης απόφασης] και προς τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ.4 του Ν. 5104/2024 (ισχύοντος από 19/4/2024 και εφεξής), οι οποίες προβλέπουν για τις ως άνω κακουργηματικές πράξεις ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξης έως έξι (6) έτη και ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη αντίστοιχα, συνάγεται ότι ευμενέστερες και εφαρμοστές ,εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, είναι αυτές του άρθρου 66 παρ.5 εδ.
β' στοιχ. β' του Ν. 4987/2022 που προβλέπουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξης έως έξι (6) έτη.
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος φοροδιαφυγής απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από τον δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών, και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικοί φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης ( ΑΠ 150/2022, ΑΠ 137/2017).
III. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης . Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε β' βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Η εταιρεία με την επωνυμία " MULTIVIEW" είχε αποκλειστικό προμηθευτή την εταιρεία "STARCAT Α.Ε", η οποία ήταν ανύπαρκτη συναλλακτικά.
Η εταιρία" MULTIVEW" είχε αποκλειστικό πελάτη την εταιρεία " SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε", στην κατά τα ανωτέρω δε, αποκλειστικό πελάτη της επίδικης εταιρείας "MULTIVIEW", κατά το χρονικό διάστημα από 8/1/2001 μέχρι τις 3/11/2011, ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2010 μέχρι και 3/11/2011, παράλληλα και την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου.
Ειδικότερα, ο Γ. Χ., ο οποίος είχε τον ρόλο του εισπράκτορα για τις τραπεζικές συναλλαγές των εταιρειών του ομίλου "Media System", στην από 20/9/2012 ένορκη εξέταση του ενώπιον των ελεγκτών του Σ.Δ.Ο.Ε, δήλωσε τα εξής: "Τον κ.Π. τον έχω δει τρις φορές στη ζωή μου σε εκδηλώσεις της εταιρείας (πίτες), ήξερα ότι είναι το μεγάλο αφεντικό.
Τώρα τελευταία έχω μάθει ότι είναι άρρωστος και έχει αναλάβει ο Α. Α.. Όπως δε κατέθεσε ο ανωτέρω Γ. Χ. ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε, αλλά και εγγράφως επιβεβαιώνει η τράπεζα "ALPHABANK" (βλ. σελ 47 της έκθεσης ελέγχου, η επίδικη εκδότρια των εικονικών τιμολογίων " MULTIVIEW" και η αποδέκτρια αυτών "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε" σε διαταγή της "MULTIVIEW", εισέπραττε μετρητά, ώστε εικονικά να φαίνεται η εξόφληση με τραπεζικό παραστατικό και στη συνέχεια προέβαινε σε επανατοποθέτηση των χρημάτων σε λογαριασμούς ξένους προς τη "MULTIVIEW" ανάλογα με την περίπτωση.
Περαιτέρω, μέρος των χρημάτων που διακινήθηκαν κατά τα ως άνω, ώστε εικονικά να φαίνεται η εξόφληση της επίμαχης εταιρείας "MULTIVIEW" από την "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε" με τραπεζικό παραστατικό, κατατέθηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του κατηγορουμένου και ειδικότερα το ποσό των 312.200 ευρώ. Δηλαδή τα χρήματα που υποτίθεται ότι προορίζονταν για την εξόφληση της οικονομικής υποχρέωσης της ανώνυμης εταιρείας "SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε" προς την επίμαχη εταιρεία MMULTIVIEW", εντοπίστηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό του Διευθύνοντος Συμβούλου της οφειλέτριας εταιρείας.
Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορουμένο - αναιρεσείοντα του αδικήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των (200.000) ευρώ, και αφού του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 περ. β' και ε' του ΠΚ, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο, του ότι: Κατά τους ακόλουθους τόπους και χρόνους, τέλεσε αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-2009 έως και 10-1-2012, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος αφενός μεν εξέδωσαν ως εκδότες εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφετέρου αποδέχθηκαν ως λήπτες εικονικά φορολογικά στοιχεία, αμφότερα, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000,00 ευρώ.
Ειδικότερα, Α) ο μεν πρώτος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MULTIVIEW (ΜΟΥΛΤΙΒΙΟΥ) ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "MULTIVIEW (ΜΟΥΛΤΙΒΙΟΥ)", με αντικείμενο εργασιών "Διαφήμιση" και έδρα επί της οδού ..., στην Αθήνα (Α.Φ.Μ. ...), ο δε δεύτερος, ως υποκρυπτόμενος έμπορος υπό του συγκατηγορουμένου του, Πρόεδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας, και εν τοις πράγμασι ασκών την ουσιαστική διαχείριση αυτής, εξέδωσαν και παρέδωσαν στην εταιρεία SPECIAL SYSTEM MEDIA SYSTEM Α.Ε, ως εκδότες, πεντακόσια τριάντα τέσσερα (534) τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, συνολικής καθαρής αξίας 20.630.345 ΕΥΡΩ (4.133.395,00 + 5.669.150,00 + 10.633.320,00 + 194.480,00), πλέον ΦΠΑ συνολικού ποσού 4.500.468,35 ΕΥΡΩ (785.345,05 + 1.224.729,30 + 2.445.663,60 + 44.730,40), και συγκεκριμένα:
α) για τη χρήση του 2009 εξέδωσαν τα ακόλουθα εκατόν δύο (102) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 4.133.395,00 ευρώ, πλέον 785.345,05 ευρώ Φ.Π.Α., προς την εταιρεία με την επωνυμία "SPECIAL SYSTEM (πρώην MEDIA SYSTEM ΑΕ)" (Α.Φ.Μ. ...), β) για τη χρήση του 2010 εξέδωσαν τα ακόλουθα εκατόν σαράντα επτά (147) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 5.669.150,00 ευρώ, πλέον 1.224.729,30 ευρώ Φ.Π.Α., προς την εταιρεία με την επωνυμία "SPECIAL SYSTEM (πρώην MEDIA SYSTEM ΑΕ)" (Α.Φ.Μ. ...), γ) για τη χρήση του 2011 εξέδωσαν τα ακόλουθα διακόσια εβδομήντα εννέα (279) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 10.633.320,00 ευρώ, πλέον 2.445.633,60 ευρώ Φ.Π.Α., προς την εταιρεία με την επωνυμία "SPECIAL SYSTEM (πρώην MEDIA SYSTEM ΑΕ)" (Α.Φ.Μ. ...) και δ) για τη χρήση του 2012 εξέδωσαν τα ακόλουθα έξι (6) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 194.480,00 ευρώ, πλέον 44.730,40 ευρώ Φ.ΠΑ.
προς την εταιρεία με την επωνυμία "SPECIAL SYSTEM (πρώην MEDIA SYSTEM ΑΕ)> (Α.Φ.Μ. ...), όπως τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία παρατίθενται αναλυτικά κατά είδος, αριθμό, ημερομηνία, καθαρή αξία. αξία Φ.ΠΑ και συνολική αξία στους ακόλουθους πέντε (5) πίνακες, όπου και αθροίζονται ξεχωριστά για τη χρήση του έτους 2009, για τη χρήση του έτους 2010, για τη χρήση του έτους 2011 και για τη χρήση του έτους 2012:
Β)Επιπρόσθετα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο μεν πρώτος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MULTIVIEW (ΜΟΥΛΤΙΒΙΟΥ) ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "MULTIVIEW (ΜΟΥΛΤΙΒΙΟΥ)", με αντικείμενο εργασιών "Διαφήμιση" και έδρα επί της οδού ..., στην Αθήνα (Α Φ. Μ. ...), ο δε δεύτερος, ως υποκρυπτόμενος έμπορος υπό του συγκατηγορουμένου του, Πρόεδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας, και εν τοις πράγμασι ασκών την ουσιαστική διαχείριση αυτής, αποδέχτηκαν ως λήπτες πεντακόσια δέκα επτά (517) τιμολόγια από την εταιρεία STARCAT ΑΕ με ΑΦΜ ..., τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, συνολικής καθαρής αξίας 20.406.680 ΕΥΡΩ (4.086.075,00 + 6.003.185.00 + 10.317.420), πλέον ΦΠΑ συνολικού ποσού 4.451.631,4 ευρώ (776.354,25 + 1.302.270,55 + 2.373.006.60), τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, και συγκεκριμένα, τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία:
α) για τη χρήση του 2009 έλαβαν τα ακόλουθα ενενήντα εννέα (99) εικονικά φορολογικά στοιχεία ως προς τη συναλλαγή. συνολικής καθαρής αξίας 4.086.075,00 ευρώ. πλέον 776.354,25 ευρώ Φ.Π.Α, από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "STARCAT ΑΕ." (ΑΦ.Μ. ...), β) για τη χρήση του 2010 τα ακόλουθα εκατόν πενήντα οκτώ (158) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 6.003.185,00 ευρώ, πλέον 1.302.270,55 ευρώ Φ.Π.Α, με εκδότρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "STARCAT ΑΕ." (ΑΦ.Μ. ...) και γ) για τη χρήση του 2011 τα ακόλουθα διακόσια εξήντα (260) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 10.317.420,00 ευρώ, πλέον 2.373.006,60 ευρώ Φ.Π.Α., με εκδότρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "STARCAT Α.Ε " (ΑΦ.Μ. ...), όπως τα εικονικά αυτά στοιχεία παρατίθενται αναλυτικά κατά αριθμό, ημερομηνία έκδοσης, καθαρή αξία, αξία Φ.Π.Α και συνολική αξία στους ακόλουθους τέσσερις (4) πίνακες, όπου και αθροίζονται ξεχωριστά για τη χρήση του έτους 2009, για τη χρήση του έτους 2010 και για τη χρήση του έτους 2011:
Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ), αιτιώμενος ότι ,με ασαφή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο με την απόφαση αυτή για την ένδικη πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω του ποσού των (200.000) ευρώ, καίτοι τα εκδοθέντα και γενόμενα αποδεκτά εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση και την υποστήριξη άλλης εκκρεμούς πράξης φοροδιαφυγής, χωρίς δηλ.
να ληφθεί υπόψη ότι η ένδικη αξιόποινη πράξη έχει καταστεί ανέγκλητη, κατ' άρ. άρθρο 66 παρ.5 του ν. 4174/2013, δοθέντος ότι σε βάρος του ιδίου, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "SPESIAL SYSTEM ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" [πρώην "MEDIA SYSTEM ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"] έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απόκρυψη φορολογητέων εισοδημάτων, με σκοπό την αποφυγή καταβολής φόρου εισοδήματος, και για ανακριβή απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας στο δημόσιο, με σκοπό την αποφυγή πληρωμής Φ.Π.Α.
στο δημόσιο, ένεκα της καταχώρισης στα βιβλία της ανωτέρω εταιρείας, φορολογικών στοιχείων, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΜULTIVIEW ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και ότι έχει παραπεμφθεί ,με το με αριθμό 111/2018 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικαστεί στο Μονομελές Εφετείο [Κακ/των] Αθηνών για το αδίκημα της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων γι' ανύπαρκτες συναλλαγές συνολικής αξίας άνω των (200.000) ευρώ.
Πλην όμως, από την επιτρεπτή ,για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το με αριθμό 111/2018 κλητήριο θέσπισμα με το οποίο ο αναιρεσείων έχει παραπεμφθεί για να δικαστεί στο Μονομελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, οι πράξεις φοροδιαφυγής (απόκρυψη φορολογητέων εισοδημάτων με σκοπό την αποφυγή καταβολής φόρου εισοδήματος και ανακριβής απόδοση ΦΠΑ στο Δημόσιο με σκοπό την αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ) αφορούσαν εικονικά τιμολόγια που ο ίδιος είχε εκδώσει είτε είχε αποδεχθεί ως νόμιμος εκπρόσωπος, και δη ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος διαφορετικής εταιρείας ήτοι της εταιρείας με την επωνυμία "SPESIAL SYSTEM ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" [πρώην "MEDIA SYSTEM ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"] με ΑΦΜ ...
της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, προκειμένου αφενός μεν να μειώσει τα φορολογητέα κέρδη αυτής και να αποφύγει την πληρωμή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, αφετέρου δε να αποφύγει την καταβολή του αναλογούντος φόρους προστιθέμενης αξίας μέσω της αύξησης του φόρου εισροών της ανωτέρω εταιρείας.
Εν προκειμένω, όμως, όπως συνάγεται από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος έκδοσης και αποδοχής των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία το μεν εξέδωσε και παρέδωσε στην εταιρεία "SPESIAL SYSTEM Α.Ε." το δε αποδέχθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "STARCAT A.E." αντίστοιχα , υπό την ιδιότητα του υποκρυπτόμενου εμπόρου υπό του συγκατηγορουμένου του, Γ. Λ., προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΜULTIVIEW ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, και εν τοις πράγμασι ασκών την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της εν λόγω εταιρείας, και ,ως εκ τούτου, παρέπεται ότι η ως άνω ένδικη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων είναι πράγματι αυτοτελώς κολάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν αυτή ανέγκλητη, του άρθρου 66 παρ. 5 του ν.4174/2013. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ,είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα , πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη ,καθώς και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος ως αβάσιμος στο σύνολό τους, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με άρθρο 115 Ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 7685/2024 αίτηση αναιρέσεως και τον επ' αυτής από 20-12-2024 πρόσθετο λόγο του Α. Α. του Π. κατά της υπ' αρ. υπ' αρ. 1632α,1758α, 2068/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακ/των] Αθηνών.
ΚΑΙ Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ