Legislator Case Law & Legislation
733/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to lack of legal basis regarding public property knowledge.

Case Number 733/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order, ruling it inadmissible due to insufficient legal reasoning. The Court found that the lower court failed to demonstrate how the defendants knew about the public property's disturbance before March 19, 2003, which is a statutory requirement for eviction. Consequently, the Court annulled the eviction decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 of Law 3127/2003; The eviction of a tenant from public property is invalid if the tenant could not have known about the disturbance prior to March 19, 2003, and the court fails to provide adequate reasoning regarding the tenant's actual knowledge of such disturbances.

Keywords

AI generated
public property eviction tenant knowledge requirement statutory knowledge cutoff insufficient legal reasoning annulment of eviction order remand for retrial public domain disturbance

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 of Law 3127/2003
Art. 11 of the Decree of 26/6/10.7.1944
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 733 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 733/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Β., 2) Α. Γ. του Χ., 3) Ε. Γ. του Χ., 4) Μ. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπατσίλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16027/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2432/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 11-10-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 2432/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 26-04-2021 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 16027/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 22-04-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και του τρίτου ήδη μη διάδικου Δήμου Ηλιούπολης Αττικής, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την, από 12-07-2022, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 14-10-2022, στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, για το λόγο ότι αυτή αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 01-07-2022 έως 15-09-202 (άρθρ. 11 του κ.δ. της 26-6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 και 129 του ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α'109/2022)" και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την ...-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμόμενου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την ...-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ..

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, μέχρι την ....2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.

α` και β,` και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (ΑΠ 111/2023, ΑΠ 371/2022, ΑΠ 2072/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό. Συνιστά διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ).

Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον, κατά τον νόμο, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημόσιου κτήματος είναι και η κοινοποίηση πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημόσιου κτήματος, αφού με την κοινοποίηση αυτής γνωστοποιεί το Δημόσιο στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι αυτό είναι, κατά το νόμο, ο αληθής νομέας και του καθορίζει την αποζημίωση που οφείλει να του καταβάλει για την αυθαίρετη, και χωρίς τη συναίνεσή του, χρήση του δημόσιου κτήματος.

Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αν το Δημόσιο κοινοποιήσει στον νεμόμενο, καλή τη πίστη, δημόσιο κτήμα απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημόσιου κτήματος, από την κοινοποίηση αυτής ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τελευταίο που είναι, ex lege, αληθής νομέας του δημόσιου κτήματος.

Και, τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η κοινοποίηση απόφασης περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημόσιου κτήματος, αποτελεί συγχρόνως και πράξη άσκησης της, κατά τον νόμο, νομής του Δημοσίου επί δημόσιου κτήματος και, ως εκ τούτου, και θετική διατάραξη της νομής του τρίτου, που νέμεται το δημόσιο κτήμα, για την οποία, όμως, δεν έχει την προστασία της νομής από το άρθρο 989 ΑΚ, αλλά την προστασία που του παρέχεται με την προβλεπόμενη από το νόμο ανακοπή κατά του καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 1418/2023, ΑΠ 1647/2022).

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α και β του ν. 3127/2003, οι διαταρακτικές πράξεις της νομής μπορούν να περιέλθουν σε γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από οποιονδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο, μέχρι την 19-03-2003 (πρβλ. ΑΠ 290/2023, ΑΠ 487/2014). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αντικείμενο της κρινόμενης διαφοράς είναι το εξ αδιαιρέτου εδαφικό τμήμα εμβαδού 120,00 τμ., που αποτελεί το ένα εκ των δύο τμημάτων της ευρύτερης ενιαίας οικοπεδικής έκτασης εμβαδού 240,00 τ.μ., η οποία υπήχθη στο ν. 3741/1929, ώστε το διαμέρισμα που επρόκειτο να ανεγερθεί επιφάνειας 120,00 τμ επί του εν λόγω επίδικου τμήματος του οικοπέδου να αποτελέσει ανεξάρτητη ιδιοκτησία (κάθετη ιδιοκτησία) με ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου και αντίστοιχα το διαμέρισμα που επρόκειτο να ανεγερθεί επιφάνειας 120,00 τμ επί του έτερου (μη επίδικου) ακινήτου να αποτελέσει ομοίως ανεξάρτητη ιδιοκτησία με το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο.

Το όλο οικόπεδο εμβαδού 240,00 τμ., που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αποτελείται από δύο επιμέρους εδαφικά τμήματα (κάθετες ιδιοκτησίες), ήτοι το επίδικο εμβαδού 120,00 τμ και το μη επίδικο εμβαδού 120,00 τμ., βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Ηλιουπόλεως, στον έβδομο τομέα της άλλοτε κοινότητας Ηλιουπόλεως, άλλοτε Δ αυτής, απορρέει δε από το γνωστό με το όνομα ...

κτήμα και εμφαίνεται: α) με τον αριθμό ... στο ... Οικοδομικό Τετράγωνο (Ο.Τ.) του συνοικισμού Ηλιούπολης στο από ....1932 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Χ., που είναι συνημμένο στο με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Κ., β) με τα στοιχεία ... στο από ....1959 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Μ., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. και συνορεύει βόρεια με το με αριθμό ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδο, επί πλευράς 20 μ., νότια με το με αριθμό ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδο, επί πλευράς 20 μ., ανατολικά με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη 12 μ., και δυτικά με τα με αριθμούς ...

και ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδα και γ) με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ και τον αριθμό ... του ... Ο.Τ. του συνοικισμού Ηλιούπολης στο πλέον πρόσφατο από ....2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. ... και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη 12 μ., δυτικά με τα με αριθμούς ... και ...

του αυτού τετραγώνου οικόπεδα, επί πλευράς 12 μ., νότια με το με αριθμό ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδο, επί πλευράς 19,88 μ., βόρεια με το με αριθμό ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδο, επί πλευράς 20 μ., και έχει συνολικό εμβαδόν 239,31 τ.μ.

Εξάλλου, το εξ αδιαιρέτου εδαφικό τμήμα του ως άνω οικοπέδου, ήτοι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 120,00 τ.μ., εμφαίνεται στο από ....2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη 6,09 μ., δυτικά με τα με αριθμούς ... και ... του αυτού τετραγώνου οικόπεδα, επί πλευράς 6,05 μ., νότια με το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων και βόρεια με το με αριθμό ... του αυτού ως άνω τετραγώνου οικόπεδο, επί πλευράς 20 μ. Το επίδικο ακίνητο των 120,00 τ.μ. είναι όμορο, όπως προαναφέρθηκε, με το με αριθμό ... οικόπεδο του ίδιου Ο.Τ., που είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ ..., και σύμφωνα με την από ....2013 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών δεν έχει καταγραφεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων της εν λόγω υπηρεσίας, σύμφωνα δε με την από ....2005 τεχνική έκθεση της ίδιας υπηρεσίας δεν εμπίπτει στην έκταση του προδιαληφθέντος με αριθμό ... δημόσιου κτήματος, όμως ανήκει σε ευρύτερη δημόσια έκταση καταπατηθείσα από τον Κ. Ν. και τους κληρονόμους του, με τη μέθοδο της επεκτάσεως των ορίων του κτήματος ..., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη με αριθμό ... γνωμοδότηση του ΓΣΔΚ, η οποία έγινε αποδεκτή με την ....1984 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Εξάλλου το επίδικο ακίνητο στο σχέδιο πόλης δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, ή άλσος ή πάρκο, περιήλθε δε (όπως και το έτερο μη επίδικο εδαφικό τμήμα των 120,00 τ.μ., ήτοι όλο το ενιαίο οικόπεδο) στην αποκλειστική κυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και 7/24 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη εκ των υπολοίπων εξ αυτών ως εξής:

α) κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και 3/24 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη εκ των υπολοίπων σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου, επισυμβάντα στις ....1996, της Ε. συζ. Χ. Γ., συζύγου του πρώτου και μητέρας των υπολοίπων εκ των εναγόντων, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ....2004 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Σ., νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιουπόλεως (τ. ..., α/α ...) και β) κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη εκ των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εκ των εναγόντων σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου, επισυμβάντα στις ..., της Θ. το γένος Σ.

Τ., θείας (εκ μητρικής γραμμής) της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εκ των εναγόντων, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ....2011 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιουπόλεως (τ. ..., α/α ...). Συνολικά, δηλαδή, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου - κάθετη ιδιοκτησία των 120,00 τμ (καθώς και του έτερου μη επίδικου εδαφικού τμήματος - κάθετης ιδιοκτησίας των 120,00 τ.μ.

και, επομένως, και του όλου ενιαίου ακινήτου των 240,00 τ.μ.) κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος, και (3/24+4/24=) 7/24 εξ αδιαιρέτου έκαστος εκ των υπολοίπων. Στις ανωτέρω άμεσες δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Ε., σύζυγο Χ. Γ., και Θ., το γένος Σ. Τ., η αποκλειστική κυριότητα των ιδανικών μεριδίων επί του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι για εκάστη η αποκλειστική κυριότητα του του επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 120,00 τμ., όπως του 1/2 εξ αδιαιρέτου του έτερου μη επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 120,00 τμ, ήτοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ενιαίου οικοπέδου εμβαδού 240,00 τμ, επί του οποίου συνεστήθηκαν οι εν λόγω δύο κάθετες ιδιοκτησίες, περιήλθαν σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου, επισυμβάντα στις ..., της Α.

ή Ι., χήρας Σ. Τ., μητέρας τους για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ν., νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιουπόλεως (τ. ..., α/α ...). Στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. ή Ι., χήρα Σ. Τ., το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 120,00 τ.μ.

με ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου, περιήλθε συνεπεία αγοράς από τη Μ., χήρα Δ. Μ., για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό ....1959 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., νόμιμα μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. ..., α/α ...), σε συνδυασμό με τη με αριθμό ....1959 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. ..., α/α ...).

Εξάλλου, το έτερο μη επίδικο οικόπεδο εμβαδού 120,00 τ.μ. με ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου περιήλθε στη Ρ., θυγατέρα Ν. Μ., και στον Κ. Μ., αδέλφια της προαναφερόμενης απώτατης δικαιοπαρόχου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, με τον ίδιο παράγωγο τρόπο δυνάμει των προαναφερόμενων νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων.

Ακολούθως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του Κ. Μ. περιήλθε στην Ρ., θυγατέρα Ν. Μ., σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου του πρώτου, επισυμβάντα στις ..., και τέλος το κληρονομικό μερίδιο της τελευταίας συμπεριλαμβανομένου του κληρονομικού μεριδίου που επήχθη σε αυτήν από τον προαποβιώσαντα αδελφό της Κ., ήτοι όλο το μη επίδικο οικόπεδο με ποσοστό συμμετοχής στο όλο 50% εξ αδιαιρέτου περιήλθε στις Ε., συζ Χ.

Γ., και Θ. θυγατέρα Σ. Τ., ανιψιές της, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου της κληρονούμενης Ρ., θυγατέρας Ν. Μ., που έλαβε χώρα στις ....1987, συνταχθείσας της προαναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς με την οποία έγινε αποδοχή - για λογαριασμό της Ρ. θυγατέρας Ν. Μ. - της κληρονομιάς του Κ. Μ. που επήχθη στην τελευταία καθώς και της κληρονομιάς της θείας τους που επήχθη στις ίδιες.

Κατά τον προαναφερόμενο τρόπο οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά τα μνησθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά έκαστος όλου του ακινήτου των 240,00 τμ., εξ αδιαιρέτου τμήμα του οποίου τυγχάνει το επίδικο των 120,00 τμ., ενώ όλο το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε κατά αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας στην απώτατη δικαιοπάροχο των εναγόντων, Μ., χήρα Δ.

Μ., κατόπιν αγοράς από τον Κ. Ν., για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό ....1959 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., νόμιμα μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. ..., α/α ...). Κατόπιν των προαναφερομένων και της χρονικής αλληλουχίας των ανωτέρω τίτλων προκύπτει ότι οι ενάγοντες διαθέτουν νόμιμους τίτλους κυριότητας της επίδικης έκτασης, που χρονολογούνται μετά την ....1945 και ειδικότερα ότι διαθέτουν οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους νόμιμους τίτλους από επαχθή αιτία, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του δεύτερου εκ των εφεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, νεμήθηκαν αυτό αδιαταράκτως ασκώντας σε αυτό διανοία (συγ)κυρίων όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσίασης, με καλή πίστη για 10 έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003, ήτοι μέχρι την ....2003, και με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των δικών τους δικαιοπαρόχων.

Ειδικότερα, όταν το 1960, ενόψει ανέγερσης ισόγειας οικοδομής η Ρ. Μ. κατασκεύασε μάνδρα από μικρούς τσιμεντόλιθους, προκειμένου να διαχωρίσει το μη επίδικο τμήμα του ευρύτερου οικοπέδου των 240,00 τμ., εντός του οποίου θα ανήγειρε την κατοικία της ίδιας και του αδελφού της Κ. Μ., από το επίδικο τμήμα, εντός του οποίου θα οικοδομούσε η Α.

Τ., η τελευταία άμεσα περιέφραξε αυτό με μάντρα από τσιμεντόλιθους και κοτετσόσυρμα για το διαχωρισμό του επίδικου από το με αριθμό ... οικόπεδο εντός του ΟΤ ..., που ανήκει στο δεύτερο εκ των εναγομένων, Ελληνικό Δημόσιο. Η περίφραξη αυτή, που πιστοποιούσε τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία και εκμετάλλευση του επίδικου καθαιρέθηκε προσωρινά το έτος 1992, από τους υπαλλήλους του πρώτου εκ των εναγομένων, Δήμου Ηλιούπολης, κατόπιν συναίνεσης της Θ.

Τ. που είχε προηγουμένως ενημερωθεί, προκειμένου να εκτελεστούν αρδευτικά έργα στο με αριθμό ... οικόπεδο, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Μ. που δόθηκε στο πλαίσιο αγωγής προσβολής νομής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μεταξύ των ίδιων διαδίκων για το ίδιο ακίνητο, επανατοποθετήθηκε δε αργότερα με έξοδα των εναγόντων, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί τότε από οποιονδήποτε εκ των εναγομένων.

Ακολούθως η Θ. Τ. μίσθωσε το επίδικο ακίνητο για το χρονικό διάστημα από ....1992 έως ....2004 στη διαφημιστική εταιρία με την επωνυμία ΔΟΜΗΣΗ ΑΕ, προκειμένου να εγκαθιστά και διατηρεί σε αυτό διαφημιστικές πινακίδες πελατών της στο ακίνητο, όπως προκύπτει από τα από ....1992, ....1992 και ....2002 ιδιωτικά συμφωνητικά ανανέωσης και αναπροσαρμογής μισθώματος καθώς και τις με αριθμούς ....1994, ....1996, ....2001, ....2002, ...2002 αποδείξεις πληρωμής ενοικίου της μισθώτριας εταιρίας.

Ως εκ τούτου οι ενάγοντες απέκτησαν έναντι του δεύτερου εκ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου την κυριότητα του επίδικου κατά τα μνησθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους αληθινούς κυρίους δικαιοπαρόχους τους, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 4 § 1 περ α' ν. 3172/2003, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, καθώς οι δικαοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις νομής αδιαταράκτως για 10 έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι την ....2003, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, καταρτισθέντα μετά την ....1945, ήτοι με το με αριθμό ....1959 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Κ., κατά τα προεκτεθέντα, διατηρώντας δε την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι του επίδικου, μη ενοχληθέντες ουδέποτε από το δεύτερο εκ των εναγομένων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ούτε όμως και από το πρώτο εξ αυτών. Το δεύτερο εκ των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εξέδωσε δια της αρμόδιας υπηρεσίας του το με αριθμό 21/2002 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης εις βάρος της μνησθείσας μισθώτριας διαφημιστικής εταιρίας, για το οποίο εκδόθηκε η 5151/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταρρυθμίστηκε το επιβαλλόμενο ποσό αποζημίωσης, καταστάσα τελεσίδικη με την 3546/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Το ανωτέρω όμως πρωτόκολλο δεν αποτελεί διαχειριστική πράξη για την προστασία της νομής του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε ένδειξη μέριμνας για το ακίνητο, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους έλαβαν γνώση της παραπάνω πράξης με την κοινοποίηση σ' αυτούς των σχετικών εγγράφων και δικογράφων και μάλιστα έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (....2003), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπό τους και της εκ μέρους τους αδιατάρακτης άσκησης νομής.

Εξάλλου αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο εξ αυτών Δήμος Ηλιούπολης ήδη από το έτος 1992 ενημέρωσε τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων για το δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου καθαιρώντας τη μάντρα, και ακολούθως αρχές Μαρτίου του 2003 επενέβη εκ νέου στο ακίνητο διακόπτοντας τόσο την τριακονταετή νομή των εναγόντων στο επίδικο, όσο και τη δεκαετή τοιαύτη, χωρίς ωστόσο να ενισχύσουν αποδεικτικά τον ανωτέρω ισχυρισμό τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με μάρτυρες και έγγραφα.

Αντίθετα προέκυψε ότι η τεθείσα από την Α. Τ. περίφραξη από τσιμεντόλιθους και κοτετσόσυρμα για το διαχωρισμό του επίδικου από το με αριθμό ... δημόσιο κτήμα εντός του ΟΤ ..., καθαιρέθηκε προσωρινά το έτος 1992, από τους υπαλλήλους του πρώτου εκ των εναγομένων Δήμου Ηλιούπολης, κατόπιν συναίνεσης της Θ. Τ., που είχε προηγουμένως ενημερωθεί, προκειμένου να εκτελεστούν αρδευτικά έργα στο με αριθμό ...

οικόπεδο και ακολούθως επανατοποθετήθηκε από τους ιδιοκτήτες της πλευράς των εναγόντων σε μη ακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, πάντως υφίστατο το έτος 2003, όταν το Μάρτιο του ίδιου έτους οι αρμόδιοι υπάλληλου του πρώτου εκ των εναγομένων Δήμου Ηλιουπόλεως ζήτησαν από τους ιδιοκτήτες να επιτρέψουν και πάλι την απομάκρυνση της περίφραξης, που διαχώριζε την ιδιοκτησία τους, προκειμένου να πραγματοποιήσουν εργασίες για τη δημιουργία πάρκου στο με αριθμό 5 ακίνητο, με την υπόσχεση ότι θα αποκαταστήσουν τη ζημία των ιδιοκτητών του επίδικου μετά την ολοκλήρωση των εργασιών.

Επειδή ο εν λόγω αντίδικος καθυστερούσε την τοποθέτηση της περίφραξης, οι ενάγοντες με τη με αριθμό ....2003 αίτησή τους ζήτησαν να προβεί στην εργασία αυτή λαμβάνοντας απάντηση με το με αριθμό ....2004 απαντητικό έγγραφο του Δήμου Ηλιουπόλεως με το οποίο τους γνωστοποιούσε την αδυναμία του να κατασκευάσει την περίφραξη και την πρόθεσή του να προβεί σε συνεργασία με τους ίδιους (ενάγοντες) στον καθορισμό ακριβών θέσεων των ορίων της ιδιοκτησίας των εναγόντων, ώστε οι τελευταίοι με δικές τους δαπάνες να ανεγείρουν την περίφραξη για την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας τους.

Με το με αριθμό ....2004 έγγραφο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου πιστοποιήθηκε η χάραξη των ορίων του οικοπέδου των εναγόντων, η οποία μάλιστα πραγματοποιήθηκε δύο συνολικά φορές (η δεύτερη χάραξη έλαβε χώρα στις 10.6.2004), και κλήθηκαν οι ενάγοντες να προβούν στην κατασκευή περίφραξής της, ενώ ακολούθως συντάχθηκε από την τεχνική υπηρεσία του Δήμου το από ....2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού I.

Γ., που αποτύπωσε το ευρύτερο οικόπεδο των εναγόντων με τις εντός αυτού δύο κάθετες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και η επίδικη. Σε εκτέλεση αυτού ανεγέρθηκε στις 31.7.2004, με μέριμνα των εναγόντων, η περίφραξη με τοποθέτηση συρματοπλέγματος, που όμως καθαιρέθηκε αυθημερόν με πρωτοβουλία του Δήμου. Επομένως η συμπεριφορά παρενόχλησης του Δήμου, που σύμφωνα με όσα διατείνονται αμφότεροι οι εναγόμενοι ενεργούσε σε συνεργασία με το Ελληνικό Δημόσιο, εκδηλώθηκε στις 31.7.2004, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, και δεν ασκεί επιρροή, καθώς μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου ουδεμία όχληση, διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής των αληθινών ιδιοκτητών εκδηλώθηκε και οι τελευταίοι είχαν την ειλικρινή πεποίθηση, η οποία δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα του επίδικου ακινήτου, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους και διαθέτοντας τίτλους ιδιοκτησίας με χρονική αλληλουχία.

Περαιτέρω, αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εντός του ακινήτου υφίστανται δέντρα από 30ετίας, που έχουν φυτευτεί από υπαλλήλους του πρώτου εκ των εναγομένων, γεγονός που συνιστά πράξη διαταρακτική της νομής των εναγόντων και εμποδίζει τη θεμελίωση της ειδικής χρησικτησίας του ν. 3127/2003, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται ως παραδοχή στην 4283/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσκομίζουν με επίκληση και δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.

Η ανωτέρω δε απόφαση, που δίκασε κατά την τακτική διαγνωστική διαδικασία αντιμωλία των εδώ διαδίκων, μεταξύ άλλων, την από 08.9.2004 (ΓΑΚ 117487/2004 ΑΚΔ 6158/2004) αγωγή των εναγόντων για την αναγνώριση της νομής τους στο επίδικο και την από 28.3.2006 (ΓΑΚ 61426/2006 ΑΚΔ 3567/2006) κύρια παρέμβαση του δεύτερου εκ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου για την αναγνώριση της νομής του στο ίδιο ακίνητο και απορρίπτοντας την αγωγή (ως απαράδεκτη ελλείψει εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων) έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση ως βάσιμη δεχόμενο ότι το επίδικο ήταν αδέσποτο, διότι είχε εγκαταληφθεί η νομή του από δεκαετιών από τον κύριό του με την πρόθεση παραιτήσεως από την κυριότητά του, περιελθόν στο Ελληνικό Δημόσιο πρωτότυπα, και αναγνώρισε τον κυρίως παρεμβαίνον ως νομέα του επιδίκου, δεν κατέστη τελεσίδικη, αφού εναντίον της ασκήθηκε η από 24.9.2011 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 6659/2011) έφεση των εναγόντων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί και συνεπώς δεν εξοπλίστηκε με δεδικασμένο. Άλλωστε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Π. περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την 4283/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρακτικά, στην οποία περιέχεται ο ισχυρισμός ότι εντός του επιδίκου φυτεύτηκαν δέντρα από το Δήμο Ηλιούπολης, τα οποία ήταν πλέον μεγάλα το 1991, αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν.

Μ. περιεχόμενη στα ίδια πρακτικά, καθώς και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση τοιαύτα, ο οποίος επικαλείται ότι τα εν λόγω δέντρα (φοίνικες) τοποθετήθηκαν μετά τη χάραξη των ορίων της ιδιοκτησίας των εναγόντων από τους υπαλλήλους του πρώτου εκ των εναγομένων, στις 09.6.2004, και την τοποθέτηση των πασσάλων και περίφραξης από τους ενάγοντες, στις 31.7.2004, και για το λόγο αυτό ήταν "φρεσκοφυτεμένα" κατά την καθαίρεση των ορίων και την έναρξη της διένεξης μεταξύ των διαδίκων, γεγονός που είναι σύμφωνο και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς αν ήταν μεγάλα, όπως ισχυρίζεται ο μάρτυρας των εναγομένων, τότε δεν θα ήταν εφικτή η λειτουργία της μίσθωσης του επίδικου κατά το χρονικό διάστημα από ....1992 έως ....2004 και η τοποθέτηση υπερμεγέθων διαφημιστικών πινακίδων, ορατών από τους διερχόμενους της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, ούτε η είσοδος εντός αυτού γερανού για την τοποθέτησή τους.

Επίσης το δεύτερο εκ των εναγομένων, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο που εγκαταστάθηκαν στη νομή του επίδικου ήταν κακόπιστοι, πλην όμως, παρότι επιφορτισμένο με το δικονομικό βάρος της απόδειξης της κακής πίστης των επικαλούμενων την κυριότητα του επίδικου νομέων - εναγόντων ουδόλως απέδειξε ότι βρίσκονταν σε κακή πίστη κατά το χρόνο εγκατάστασής τους στην νομή του επιδίκου, ήτοι ότι γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν ότι δεν απέκτησαν κυριότητα, όταν εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταξύ των διαδίκων αντιδικία ξεκίνησε το έτος 2004, μετά την καθαίρεση της περίφραξης κατά τα προαναφερόμενα και την άσκηση της από 08.9.2004 (ΓΑΚ 117487/2004 ΑΚΔ 6158/2004) αγωγής των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την προστασία της νομής τους, κατά τα προαναφερθέντα.

Η καλή πίστη των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, άλλωστε προσεπιβεβαιώνεται από την αδιάκοπη σειρά τίτλων που φτάνει μέχρι το έτος 1959, από την οριοθέτηση του επίδικου και την αποκατάσταση της περίφραξης κάθε φορά που το πρώτο εκ των εναγομένων την αφαιρούσε, όχι προκειμένου να αμφισβητήσει τα όρια της ιδιοκτησίας των εναγόντων, αλλά προκειμένου να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες εργασίες για τη φροντίδα του όμορου με το επίδικο ακινήτου του δεύτερου εκ των εναγομένων, Ελληνικού Δημοσίου, και από τη μισθωτική εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας τους.

Το δεύτερο εκ των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο αρνούμενο την αγωγή ισχυρίστηκε, επαναφέροντας τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σε αυτό δυνάμει της από ....1832 Συνθήκης της Κων/πολης και των από 3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ως δάσος δυνάμει του β.δ/τος 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", άλλως δυνάμει του από 2/12.12.1833 νόμου ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως ως αδέσποτο βάσει του από 21.6/10.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" και των άρθρων 972 ΑΚ και 2 παρ 1 α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", άλλως με έκτακτη ή τακτική χρησικτησία, διότι νέμεται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό.

Όμως, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η ιδιάζουσα χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αντιτάσσεται κατά του Δημοσίου προϋποθέτει ακριβώς την κυριότητα του Δημοσίου. Εκτός αυτού, ακόμη και αν επί του εν λόγω ακινήτου είχε θεμελιωθεί κυριότητα του εκκαλούντος (εναγομένου), σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας, η κυριότητα αυτή έχει πλέον καταλυθεί, διότι, όπως προεκτίθεται, συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων (εφεσίβλητων) όλες οι προϋποθέσεις της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

α' Ν 3127/2003. Κατόπιν των προαναφερθέντων η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη βάση της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4§1 περ α' ν. 3127/2003, με τον οποίο θεσπίζεται εξαίρεση από τον αν 1539/1938 και επιτρέπεται η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημόσιου κτήματος υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού και πρέπει να αναγνωριστεί η κυριότητα των εναγόντων κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω ιδανικά μερίδια έκαστος επί του επίδικου ακινήτου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδέσποτο, που είχε εγκαταλειφθεί από δεκαετιών από τον κύριό του, με την πρόθεση παραιτήσεως από την κυριότητα επ' αυτού, χωρίς μεταβίβαση αυτής σε άλλον, και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εκ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου με πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με το από 21.06/10.7.1837 ν. "περί διακρίσεως κτημάτων", χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του τελευταίου φυσική εξουσίαση, ή διενέργεια πράξεων διακατοχής επ' αυτού, έσφαλε περί την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που μνημονεύτηκαν στη μείζονα σκέψη και περί την εκτίμηση των αποδείξεων μη υπάγοντας ορθώς στους ανωτέρω κανόνες τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης, που προαναφέρθηκαν, και καταλήγοντας σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του ανωτέρω διατακτικού και ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 3127/2003, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, έκανε δεκτή αυτήν και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες είναι κύριοι, ο πρώτος κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 120 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο σχέδιο πόλης του συνοικισμού Ηλιούπολης Αττικής, δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, άλσος ή πάρκο, ανήκει σε ευρύτερη δημόσια έκταση του αναιρεσείοντος καταπατηθείσα από τον Κ. Ν. και τους κληρονόμους του, με τη μέθοδο της επέκτασης των ορίων του κτήματος ..., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη με αριθμό ...

γνωμοδότηση του ΓΣΔΚ, η οποία έγινε αποδεκτή με την ....1984 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 2) Ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους έλαβαν γνώση του επικαλούμενου από το αναιρεσείον με αριθμό 21/2002 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης σε βάρος της μισθώτριας διαφημιστικής εταιρίας, για το οποίο εκδόθηκε η 5151/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταρρυθμίστηκε το επιβαλλόμενο ποσό αποζημίωσης, και κατέστη τελεσίδικη με την 3546/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την κοινοποίηση στους αναιρεσίβλητους ή στους δικαιοπάροχους αυτών των σχετικών εγγράφων και δικογράφων και, μάλιστα, έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (....2003), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπό τους και της εκ μέρους τους άσκησης αδιατάρακτης νομής. 3) Ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου, με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3127/2003, το οποίο είχε περιέλθει στους δικαιοπάροχους αυτών, Α.

Τ., κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, Ρ. Μ. και Κ. Μ., κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα, με το με αριθμ. ...-1959 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ..., α/α ...), λόγω αγοράς από την Μ. χήρα Δ. Μ., ως τμήμα μείζονος ακινήτου συνολικού εμβαδού 240 τ.μ., σε συνδυασμό με την με αριθμ. ...-1959 πράξη σύστασης δύο κάθετων ιδιοκτησιών, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο περιήλθε στην Α.

Τ. η ιδιοκτησία που θα ανεγείρονταν στο επίδικο τμήμα, και στους έτερους η ιδιοκτησία επί του μη επίδικου τμήματος, και μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο της Α. Τ. περιήλθε στην Ε. συζ. Χ. Γ. και στην Θ. το γένος Σ. Τ., κατ' ισομοιρίαν, και μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο του Κ. Μ. περιήλθε στην Ρ. Μ. του Ν., και μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο της Ρ.

Μ. του Ν. περιήλθε στις Ε. συζ. Χ. Γ. και Θ. θυγατέρα Σ. Τ. [... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Π. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ..., α/α ...)], και μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο της Ε. συζ. Χ. Γ., περιήλθε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, κατά ποσοστό 1/4 ή 3/24 εξ αδιαιρέτου, και στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 4/24 στην καθεμία [...-2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ...

α/α ...)], και μετά τον επισυμβάντα, στις ..., Θ. το γένος Σ. Τ. περιήλθε στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων [αριθμό ....2011 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ... , α/α ...)], ήτοι κατά ποσοστό 3/24 ο πρώτος αναιρεσίβλητος και 7/24 καθεμία από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, προσμετρώντας τη με καλή πίστη δεκαετή νομή των παραπάνω δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων, οι οποίοι νεμήθηκαν το επίδικο αδιαταράκτως ασκώντας σε αυτό διανοία (συγ)κυρίων όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσίασης, με καλή πίστη για 10 έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003, ήτοι μέχρι την ....2003 (με κατασκευή το έτος 1960, από την Ρ.

Μ., μάνδρας από μικρούς τσιμεντόλιθους, προκειμένου να διαχωρίσει το μη επίδικο τμήμα του ευρύτερου οικοπέδου των 240,00 τμ., εντός του οποίου θα ανήγειρε την κατοικία της ίδιας και του αδελφού της Κ. Μ., από το επίδικο τμήμα, εντός του οποίου θα οικοδομούσε η Α. Τ., περίφραξη αυτού με μάντρα από τσιμεντόλιθους και κοτετσόσυρμα για το διαχωρισμό του επίδικου από το με αριθμό ...

οικόπεδο εντός του ΟΤ ..., που ανήκει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, συναίνεση της Θ. Τ. για την προσωρινή καθαίρεση της περίφραξης, το έτος 1992, από τους υπαλλήλους του Δήμου Ηλιούπολης, για την εκτέλεση αρδευτικού έργου στο με αριθμό ... οικόπεδο, επανατοποθέτηση της περίφραξης με έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκμίσθωση από την Θ.

Τ. του επίδικου ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από 14-09-1992 έως 14-09-2004, στη διαφημιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΟΜΗΣΗ ΑΕ", προκειμένου να εγκαθιστά και διατηρεί σε αυτό διαφημιστικές πινακίδες πελατών της, με είσπραξη του μισθώματος από την μισθώτρια εταιρία, αναπροσαρμογή του μισθώματος, συναίνεση προς τους υπαλλήλους του Δήμου Ηλιούπολης να απομακρύνουν την περίφραξη για ενέργεια εργασιών στο όμορο οικόπεδο -5-), με νόμιμο μεταγραφέντα τίτλο (....1959 αγοραπωλητήριο), από επαχθή αιτία υπέρ των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, καταρτισθέντα μετά την ...-1945.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσιβλήτους, με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 984 α ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτόν, διότι κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά απαίτησε περισσότερα από τις απαιτούμενες από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου πραγματικά περιστατικά και, συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση απαίτησε η, από τους νεμόμενους το επίδικο ακίνητο αναιρεσιβλήτους ή τους δικαιοπαρόχους αυτών, γνώση της παρενόχλησης στην άσκηση της νομής τους από το αναιρεσείον να γίνει με την κοινοποίηση σ' αυτούς του πρωτοκόλλου αποζημίωσης ή των σχετικών εγγράφων και δικογράφων έως τον κρίσιμο χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3127/2003 (....2003), ενώ η, από αυτούς, γνώση της παρενόχλησης της νομής τους, αρκούσε, μέχρι την 19-03-2003, να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο και από οποιονδήποτε, μεταξύ των οποίων και από τον έλκοντα από τους αναιρεσιβλήτους ή τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων ενοχικό δικαίωμα μίσθωσης, με αποτέλεσμα να μην αρκούν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά για την πλήρωση της προϋπόθεσης της αδιατάρακτης νομής των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, πριν την 19-03-2003.

Και, τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, η γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα για την άσκηση διαταρακτικών πράξεων από τον, κατά τον νόμο, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, δηλαδή το Δημόσιο μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο από οποιονδήποτε, μέχρι την 19-03-2003.

Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι αν και διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι το αναιρεσείον επικαλέστηκε ότι δια της αρμόδιας υπηρεσίας του εξέδωσε το με αριθμό 21/2002 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης σε βάρος της μισθώτριας διαφημιστικής εταιρίας, για το οποίο εκδόθηκε η 5151/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταρρυθμίστηκε το επιβαλλόμενο ποσό αποζημίωσης, και κατέστη αυτή τελεσίδικη με την 3546/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν διαλαμβάνεται αν πληροφορήθηκαν, μέχρι την 19-03-2003, οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ή οι αναιρεσίβλητοι, με οποιοδήποτε τρόπο από τον οποιοδήποτε, την αναφερόμενη παραπάνω διαταρακτική πράξη που άσκησε το αναιρεσείον, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.

IV. Κατόπιν αυτών, δεκτών γενομένων των παραπάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεσης της με αριθμ. 2432/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στης οποίας στα εσωτερικά φύλλα εκ παραδρομής αναφέρεται ως απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση, κατ' άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο ποιο πάνω Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 2432/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ