Supreme Court partially allows appeal against insurance company judgment, remanding case for further trial on liability issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the supplementary accident insurance fund against a Lamia Court of Appeal judgment. While the court accepted the fund's arguments regarding specific liability chapters, it rejected the appeal against the insurance company's liability findings. Consequently, the case was remanded to a newly constituted court for further proceedings on the contested issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific chapters of the appealed judgment are contested, remanding the case for further trial on those chapters while upholding the rest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 733/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. χας Σ. Μ., , κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης στις ……. εως και 16. Ι. Τ. του Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3η, 6ος, 7ος, 8η, 9η και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 2) Ν. χας Λ. Π.. Ν., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Λ. Ν., αρχικού διαδίκου, 3) Π. Ν. του Λ. και 4) Ι. Ν. του Λ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους Λ. Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Μ. χας Σ. Μ., το γένος.., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης στις ….μητέρας της και αρχικής διαδίκου …., εως και ξ. Ν. Τ. του Δ., ο. Ι. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." και ήδη "E. Α. Μ. Α. Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της "Α. Α. «Α. και της «E. Α. Α. Ε. Ζ.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2015 αίτηση αναψηλάφησης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α.", που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις από 7-3-2016 και 14-6-2016 αιτήσεις αναψηλάφησης των ήδη υπό στοιχ. Α - υπό στοιχ. Β1 αναιρεσιβλήτων και του ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος - 3ου υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα.
Εκδόθηκε η 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 18-5-2020 αίτησή του και οι υπό στοιχ. Β οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Oι από α) 16-10-2018 (αριθμ. κατάθ..) αίτηση των 1) Γ. Ν. του Π., 2) Ν. χήρας Λ. Π.. Ν., 3) Π. Ν. του Λ. και 4) Ι. θυγατέρας Λ. Ν. και β) 18-05-2020 (αριθμ. κατάθ….) αίτηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της 9/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), οι οποίες είναι συναφείς, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 5123, 5118, 5122, 5119, 5120, 5121, 5127, 5124, 5125, 5129, 5130, 5128 και 5126/19-12-2019 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας Χ.
Μ., την …Β/09-12-2019 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Λαμίας Γ. Π. και τις … και …./01-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες της, πρώτης από τις συνεκδικαζόμενες, από 16-10-2018 αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτησή της, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 20-03-2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους 1.α έως και 1.ο (1η έως και 16ο) των αναιρεσίβλητων.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε και, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του Ν 4690/30-05-2020 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 02-10-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, στη σειρά της από το πινάκιο, για τη δικάσιμο της 19-11-2021 και, ακολούθως, για την, στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη δικάσιμο.
Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Επίσης, από την υπ' αριθμ. ….28-09-2020 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Σ. Ν. που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, της, δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες, από 18-05-2020 αίτησης αναίρεσης, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 19-11-2021, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για την, στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ στον Χρήστο Κρανιδιώτη, ως πληρεξούσιο Δικηγόρο και αντίκλητο των 4ου, 5ου, 11ης, 12ης, 13ου,14ης, 15ης και 16ου αναιρεσίβλητων.
Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αυτή τη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της δεύτερης από 18-05-2020 αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους (άρθρα 226 παρ.4 εδ.
δ και 575 εδ. β του ΚΠολΔ). Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (22-05-2018) και δη τόσο η πρώτη αίτηση στις 30-10-2018, όσο και η δεύτερη αίτηση, στις 29-05-2020, και, είναι, ομοίως, εμπρόθεσμη, διότι το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας, κατ' άρθρο 74 παρ. 1 του Ν 4690/2020.
Επομένως, οι αιτήσεις είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ι. Επί της από 16-10-2018 αίτησης αναίρεσης Από τη διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται και όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε εκτός των άλλων και σε πλαστά έγγραφα, εφόσον η πλαστότητα αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που εκδίδεται επί σχετικής αγωγής, αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του ανωτέρω λόγου αναψηλάφησης πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το πλαστό έγγραφο είχε αποφασιστική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου, που την εξέδωσε. Μπορεί επομένως η απόφαση να στηρίζεται και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει όμως το πλαστό έγγραφο να στηρίζει την απόφαση αποκλειστικά ή παράλληλα με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως, χωρίς την ύπαρξη του πλαστού, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την απόφαση (ΑΠ 82/2015, ΑΠ 396/2009).
Η παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 544 του ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται οι λόγοι της αναψηλάφησης, που είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύει τους λόγους αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως και εκ πλαγίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2021, ΑΠ 820/2019, ΑΠ 830/2014, ΑΠ 909/2011), ερευνάται όμως ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 103/2018, ΑΠ 1023/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της από 16-10-2018 αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες, κυρίως από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αντίστοιχα, επειδή, όπως υποστηρίζουν, για τη θεμελίωση λόγου αναψηλάφησης για πλαστά έγγραφα, έπρεπε να προηγηθεί αμετάκλητη καταδίκη για πλαστογραφία (δηλαδή με τη συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου) και όχι απλώς (αμετάκλητη καταδίκη) για χρήση πλαστού εγγράφου, όπως στην ένδικη περίπτωση, ενώ επιπλέον δεν διαλαμβάνονται (στην προσβαλλόμενη) αιτιολογίες για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου της πράξης της πλαστογραφίας.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι η επικαλούμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, δεν ιδρύονται οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, ερευνητέες όμως είναι οι αιτιάσεις αυτές ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί της αναψηλάφησης της 26/2003 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το συναφή λόγο αναίρεσης, τα εξής: "Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 26/2003 απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, το παρόν Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις αλλά απέρριψε αυτές κατ' ουσία, ενώ δεν εξέτασε την επικουρική έφεση του αιτούντος της Γ αίτησης ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (αφού αυτή είχε ασκηθεί υπό την προϋπόθεση ευδοκίμησης της έφεσης των λοιπών εκκαλούντων), δεχόμενο ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος στην ως άνω παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Στο πόρισμα και διατακτικό αυτό κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, με την εξής παραδοχή: "Παράλληλα με τον ανωτέρω οδηγό ευθύνονται και ο προστήσας αυτόν ιδιοκτήτης του εν λόγω αυτοκινήτου, δεύτερος εναγόμενος καθώς και η προσεπικαλούμενη - παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Α.
Α. Α., λόγω της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος για πρόκληση ζημιών σε τρίτους. Όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. …. ειδικό σήμα της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας καθώς και την ταυτάριθμη μ' αυτό πρόταση ασφάλισης, ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος - δεύτερος εναγόμενος πριν από το εν λόγω ατύχημα και συγκεκριμένα στις 18-7-2000 είχε συνάψει με την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση προσωρινής καλύψεως στα πλαίσια της οποίας του είχε χορηγηθεί από τον πράκτορα αυτής στη Λ.
N..P. Ε. το ανωτέρω σήμα, είχε δε καταβάλει ως προκαταβολή ασφαλίστρων το ποσό των 50.000 δρχ στην επίσης πράκτορα αυτής Π. Μ. Ε. με έδρα το Ελληνικό (βλ. προσκομιζόμενο σήμα και απόδειξη εισπράξεως ασφαλίστρων). Ο ισχυρισμός της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας και συνάμα δεύτερος λόγος της έφεσής της κατά τον οποίο η ίδια είχε καταγγείλει τη σύμβαση πρακτόρευσης με τις εν λόγω εταιρίες ήδη από 20-10-99, με καταχώρηση μάλιστα σχετικής ανακοίνωσης στις εφημερίδες ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, είναι χωρίς έννομη επιρροή γιατί δεν τήρησε αυτή τις διατυπώσεις του άρθρου 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου κατά την οποία καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλιστική εταιρία και ασφαλιζόμενος) μπορεί ελεύθερα οποτεδήποτε με έγγραφο συστημένο ή με απόδειξη να καταγγείλει τη σύμβαση η δε ακύρωση επέρχεται μετά παρέλευση 20 ημερών από την κοινοποίηση του ως άνω εγγράφου (...).
Αλλά και ο πρώτος και τελευταίος λόγος της ίδιας έφεσης κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ένσταση πλαστότητος του σήματος που πρότεινε η ίδια εκκαλούσα κατονομάζοντας ως πλαστογράφους τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, τον ιδιοκτήτη αυτού και τον διαχειριστή της …..ΕΠΕ Ε..
Μ., είναι ουσία αβάσιμος και τούτο διότι το εν λόγω δικαστήριο ορθά απέρριψε σιγή τον εν λόγω ισχυρισμό ως ουσία αβάσιμο αφού ο υπάλληλος της εκκαλούσης Σ. Ν. κατέθεσε ότι το σήμα το είχε χορηγήσει αυτή στον ως άνω πράκτορα της η τυχόν δε καταγγελία της σύμβασής της με αυτόν δεν επηρεάζει κατά τα προαναφερθέντα τη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ αυτής και του κυρίου του ζημιογόνου αυτ/του αφού δεν τηρήθηκαν τα προαναφερθέντα.
Επομένως, ορθώς το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές των παθόντων κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ως ουσία αβάσιμες και τις αγωγές του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ κατά του οδηγού και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτ/του ως άνευ αντικειμένου και επομένως η έφεση της Α. Α. κατά τους μοναδικούς ως άνω λόγους της είναι ουσία αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Για τον ίδιο λόγο είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα α) το αίτημα που διατυπώνει με τις προτάσεις της στο παρόν δικαστήριο η ίδια εκκαλούσα για αναβολή της παρούσης δίκης μέχρι πέρατος της ποινικής επί πλαστογραφία δίκης για την οποία σημειωτέο δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί δικάσιμος και το αίτημα να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.".
Από τα ως άνω καθίσταται σαφές ότι το παρόν Δικαστήριο θεμελίωσε αποκλειστικά (και σε κάθε περίπτωση κυρίως) την κρίση του περί του γεγονότος αν το ζημιογόνο όχημα ήταν ή όχι ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στο ως άνω ειδικό σήμα-βεβαίωση ασφάλισης. Στη συνέχεια, κατόπιν εγκλήσεως της αιτούσας της Β αίτησης Α.
Α., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Γ. Ν. (οδηγού του ζημιογόνου οχήματος), μεταξύ άλλων και για την πράξη της κατ' εξακολούθηση χρήσης πλαστού εγγράφου και δη του ως άνω με αριθμό ... ειδικού σήματος-βεβαίωσης ασφάλισης. Ο εν λόγω κατηγορούμενος με τη με αριθμό 16/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), κηρύχθηκε αθώος, ενώ μετά από έφεση του Εισαγγελέα Εφετών κατά της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η με αριθμό 140/2014 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος της ως άνω πράξης (κατ' εξακολούθηση χρήσης πλαστού εγγράφου) και επιβλήθηκε σε αυτόν η αναφερόμενη στην απόφαση ποινή.
Συνεπώς, η πλαστότητα του ως άνω εγγράφου, ήτοι του με αριθμό ... ειδικού σήματος - βεβαίωσης ασφάλισης, στο οποίο έγγραφο και στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να απορρίψει τις ως άνω εφέσεις, κάνοντας δεκτό τον ισχυρισμό των εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγόντων -εφεσιβλήτων ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία, αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με συνέπεια την ανατροπή της αποδεικτικής δύναμης του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος των κρινομένων αναψηλαφήσεων είναι βάσιμος και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 549 παρ. 1 ΚΠολΔ, να γίνουν αυτές δεκτές να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση και να εξεταστεί η ουσία της υποθέσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται με τις αναψηλαφήσεις, να εξεταστούν δηλαδή οι λόγοι των εφέσεων των αιτούντων, χωρίς να ληφθεί υπόψη το ως άνω πλαστό έγγραφο".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επί της αναψηλάφησης, ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο τον, κατ' άρθρο 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, λόγο αναψηλάφησης και είναι αβάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε πλαστά έγγραφα, εφόσον η πλαστότητα αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται καταδίκη για πλαστογραφία.
Στη δε προκειμένη περίπτωση, με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 140/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας διαπιστώθηκε η πλαστότητα του ειδικού σήματος ασφάλισης και της βεβαίωσης ασφάλισης, τα οποία είχαν κριθεί ως γνήσια με την προσβληθείσα με αναψηλάφηση υπ' αριθμ. 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Με βάση τα εν λόγω πλαστά έγγραφα είχε κριθεί με την τελευταία απόφαση, ότι οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες και η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α.", την οποία ήδη έχει διαδεχθεί ως καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «E. Α. Α. Ε. Ζ.", συνδέονταν με σύμβαση ασφάλισης κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στους αναιρεσείοντες την εις βάρος τους επιδικασθείσα αποζημίωση των 16 πρώτων αναιρεσίβλητων, έτσι ώστε, μετά την αμετακλήτως διαπιστωθείσα πλαστότητα, είναι παραδεκτός ο κατ' άρθρο 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναψηλάφησης.
Συνακολούθως, είναι απορριπτέος στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω παραβίασης του άρθρου 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι το υπ' αριθμ. ... σήμα προσωρινής κάλυψης και η ταυτάριθμη βεβαίωση ασφάλισης στήριξαν αποφασιστικά και αποκλειστικά την κρίση του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3491/2009 απόφαση, σχετικά με την ύπαρξη προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης, παρότι με την απόφαση εκείνη (3491/2009) είχε γίνει δεκτό ακόμη "α) ότι από την κατάθεση του μάρτυρα της ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Σ.
Ν., υποδιευθυντή αυτής, προκύπτει το γεγονός ότι "το επίμαχο σήμα το είχε χορηγήσει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία στον άνω πράκτορά της, η τυχόν δε καταγγελία της συμβάσεως που είχε συνάψει με αυτήν δεν επηρεάζει τη σύμβαση προσωρινής ασφάλισης μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αυτοκινήτου" και β) ότι "επιπροσθέτως και σε πλήρη ενίσχυση των ανωτέρω, η ίδια η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, στο δικόγραφο της κρινόμενης εφέσεώς της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το ως άνω σήμα είχε χορηγηθεί πολύ καιρό προ του ατυχήματος στην πράκτορά της"", ήτοι στηρίχθηκε (η 3491/2009 απόφαση) όχι μόνο σε έγγραφη απόδειξη, αλλά και στην ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση καθώς και στη δικαστική ομολογία της ασφαλιστικής εταιρείας, που περιέχεται στο δικόγραφο της έφεσής της.
Ο λόγος αυτός είναι, ομοίως απαράδεκτος, διότι η παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 644 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου. Επιπρόσθετα, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε άλλη απόφαση, την 3491/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και όχι στην απόφαση, που προσβλήθηκε με τις ένδικες αιτήσεις αναψηλάφησης, ήτοι την 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Επομένως, είναι απορριπτέος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν τούτων, η κατ' άρθρο 558 του ΚΠολΔ ένσταση απαραδέκτου της από 16-10-2018 αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, που πρότεινε εμπροθέσμως με τις προτάσεις του (άρθρο 570 του ΚΠολΔ) το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής.
ΙΙ. Επί της από 18-05-2020 αίτησης αναίρεσης Με το άρθρο 542 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι "Δικαίωμα αναψηλάφησης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ο αναιρεσείων, ο αναιρεσίβλητος, εκείνοι που παρενέβησαν κυρίως και προσθέτως, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, αν ήταν διάδικοι".
Εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή στο πρόσωπο του αιτούντος την αναψηλάφηση, η αίτηση αναψηλάφησης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της από 18-05-2020 αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 7-3-2016 αίτηση αναψηλάφησης ως προς τη 12η αιτούσα, Α.
σύζ. Α. Σ., το γένος Ι. και Δ. Κ., κατά το μέρος που άσκησε την ανωτέρω αίτηση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικής διαδίκου (ενάγουσας) Δ. χήρας Ι. Κ., η οποία απεβίωσε στις 12-1-2009, παρότι η τελευταία δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Δ. χήρα Ι. Κ., η οποία απεβίωσε στις 12-1-2009 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Ι. - Μ. Κ., Δ. - Η. Κ., Γ. Γ. και Α.. σύζ. Α.. Σ.. (9ο, 10ο, 11η και 12η αιτούντες της από 07-03-2016 αίτησης αναψηλάφησης), δεν είχε ασκήσει έφεση ούτε ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Επομένως, οι ανωτέρω κληρονόμοι της δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να στραφούν κατά της απόφασης αυτής με αναψηλάφηση με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, αλλά μόνον ατομικά. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση αναψηλάφησης ως προς τους 9η, 10ο και 11η αναιρεσίβλητους, κατά το μέρος που άσκησαν την αναψηλάφηση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Δ.
χήρας Ι. Κ., ενώ ως προς τη 12η αναιρεσείουσα εσφαλμένως δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η αναψηλάφηση για το ίδιο μέρος, ήτοι για την εκ μέρους της άσκηση αυτού του ενδίκου μέσου υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσας μητέρας της. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, το αναιρείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης του άρθρου 544 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, υποστηρίζοντας ότι για τη θεμελίωση λόγου αναψηλάφησης για πλαστά έγγραφα, απαιτείται αμετάκλητη καταδίκη για πλαστογραφία (δηλαδή να συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου) και όχι απλώς για χρήση πλαστού εγγράφου, όπως εν προκειμένω.
Επίσης, ψέγει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον σ' αυτήν γίνεται απλώς και μόνον αναφορά σε λευκά ασυμπλήρωτα έγγραφα της Α. Α., χωρίς να εκτίθεται, αν ο συμπληρώσας τα στοιχεία του ζημιογόνου οχήματος και τη χρονική διάρκεια της προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης εμφορείτο από υπερχειλή δόλο (ήτοι ότι είχε γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας, και επιπλέον σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες), αλλά και επειδή η αναψηλαφηθείσα υπ' αριθμ. 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας είχε στηριχθεί όχι μόνο στα εν λόγω πλαστά έγγραφα, αλλά και στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Α.
Α. Σ. Ν., στην πρόταση ασφάλισης και στην απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων ποσού 50.000 δρχ. Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι η διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 6 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού δικαίου και επομένως η παραβίασή της δεν ιδρύει τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον, όπως προεκτίθεται, κατά το άρθρο 544 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε πλαστά έγγραφα, εφόσον η πλαστότητα αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται καταδίκη για πλαστογραφία.
Στη δε προκειμένη περίπτωση, με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 140/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας διαπιστώθηκε η πλαστότητα του ειδικού σήματος ασφάλισης και της βεβαίωσης ασφάλισης, τα οποία είχαν κριθεί ως γνήσια με την, προσβληθείσα με αναψηλάφηση, υπ' αριθμ. 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και κατ' επέκταση είχε κριθεί με την ίδια απόφαση, ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση ασφάλισης κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος.
Η απόδειξη της σύμβασης ασφάλισης στηρίχθηκε κατά βάση στα πλαστά έγγραφα, ενώ τα λοιπά εκτιθέμενα στην υπό αναψηλάφηση απόφαση αποδεικτικά στοιχεία έγιναν δεκτά ως ενισχυτικά της κρίσης του Εφετείου περί της εγκυρότητας των προσβληθέντων ως πλαστών εγγράφων και, επομένως, περί της ύπαρξης σύμβασης ασφάλισης με την Α.
Α., χωρίς δε την ύπαρξη των πλαστών, τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την 26/2003 απόφαση. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 549 του ΚΠολΔ, αν η αναψηλάφηση κριθεί παραδεκτή και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε απ' αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναψηλάφηση, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κλπ (ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1599/2018, ΑΠ 568/17).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα και σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι με βάση και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 933/2018, ΑΠ 308/2017, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 875/2013).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του, κατά το πρώτο σκέλος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη για την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον, αφού έγιναν δεκτές οι αναψηλαφήσεις, εξαφανίσθηκε η 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, και μεταξύ άλλων έγιναν εν μέρει δεκτές οι κύριες αγωγές κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και οι παρεμπίπτουσες αγωγές του τελευταίου και ως προς 1) τους ενάγοντες της από 27-10-2000 (αριθμ.
κατάθ. 200/2000) κύριας αγωγής Α. Γ. του Ν., Α. Σ. του Β. και Χ. Χ. του Σ., και 2) τους ενάγοντες της από 27-10-2000 (αριθμ. κατάθ…/2000) κύριας αγωγής Σ. Μ. του Γ. και Κ. Μ. του Π. (ατομικά), παρότι οι τέσσερις πρώτοι δεν ήταν διάδικοι στη δίκη της αναψηλάφησης, ενώ ο πέμπτος (Κ. Μ.) άσκησε την από 07-03-2016 αίτηση αναψηλάφησης μόνο υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας μητέρας του και αρχικής διαδίκου Β.
χήρας Π. Μ. και όχι ατομικά, και επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων αυτών και σε βάρος του αναιρεσείοντος τα ποσά, που είχαν επιδικαστεί πρωτοδίκως σε βάρος της Α. Α., παρότι με την 65/2001 απόφαση είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες οι ανωτέρω αγωγές τους ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, έτσι ώστε (η προσβαλλόμενη) επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι από τους ανωτέρω πέντε (5) ενάγοντες ο Κ. Μ. άσκησε την από 07-03-2016 και με αριθμ. κατάθ. …/2016 αίτηση αναψηλάφησης ενώπιον του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) μόνο υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσας μητέρας του Β.
χήρας Π. Μ., όχι όμως και ατομικά, ιδιότητα με την οποία είχε ασκήσει την από 27-10-2000 (αριθμ. κατάθ…/2000) αγωγή του, οι δε λοιποί ενάγοντες δεν ήταν διάδικοι στη δίκη (της αναψηλάφησης). Δεδομένου δε ότι κατ' άρθρο 549 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την αναψηλάφηση, εσφαλμένως εξαφανίσθηκε η 26/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους ενάγοντες αυτούς, ειδικά δε ως προς τον Κ.
Μ., κατά το μέρος που αφορά στην ατομική αξίωσή του. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, σχετικά με το συναφή λόγο αναίρεσης, τα εξής: "Η προσβαλλομένη απόφαση δεν θίγεται με τις αναψηλαφήσεις κατά τη διάταξή της που έκρινε παραδεκτές τις εφέσεις των αιτούντων και συνεπώς με την έρευνα του ζητήματος αυτού για το οποίο παράγεται δεδικασμένο [...], δεν θα ασχοληθεί το Δικαστήριο, θεωρείται δηλαδή ότι οι με αριθμό καταθέσεως …/2001, …/2001, ../2001, …/2001 και ../2001 εφέσεις των αιτούντων κατά της με αριθμό 65/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.
Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια των εναγόντων της τρίτης (κύριας) αγωγής Τ., και της καθ' ης η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένης Α. Α., τις με αριθμούς α) …/6-12-2000 του Β. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσπιών, β) ../6-12-2000 του Α.
Φ. ενώπιον της ίδιας Ειρηνοδίκου, γ) ../6-12-2000 του Λ. Μ. ενώπιον της Συμβ/φου … Γ. Ρ., δ) …/6-12-2000 του Κ./νου Π. ενώπιον της ίδιας Συμβ/φου και ε) …/6-12-2000 του Χ. Λ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων πριν από 24 ώρες (άρθρ. 681 Α' και 671 Κ.Πολ.Δ.) κατά τις εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ.
… Δ/4-12-2000, .. Δ/4-12-2000 με τις συνημμένες από 4-12-2000 βεβαιώσεις παραλαβής δικογράφου της Αστ/μου Λ.. Π. Ο. και παραλαβής συστημένου της Υπαλλήλου ΕΛΤΑ Λ. Β.. Κ. του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λ. Ι. Π. και 1722 Δ74-12-2000 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Π…. Α. Ν., καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία και πάλι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας (...), εκτός από το με αριθμό ...
ειδικό σήμα - βεβαίωση ασφάλισης, που δεν λαμβάνεται υπόψη, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο και δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγόντων -εφεσιβλήτων ότι αυτό ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία Α. Α., οι οποίοι προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους, δεν επικαλέστηκαν και δεν προσκόμισαν κάποιο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ενώ μετά την αμετάκλητη αναγνώριση του ως άνω ειδικού σήματος βεβαίωσης ασφάλισης ως πλαστού, το οποίο και προσκόμισαν προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους, η αποδεικτική δύναμη αυτού ανατράπηκε.
Μόνη δε η επικαλούμενη από τους εναγόμενους προκαταβολή ασφαλίστρων 50.000 δρχ στην εταιρία Π. Μ. Ε., μεταξύ της οποίας και της Α. Α. ΑΕ ουδεμία σχέση πρακτόρευσης αποδείχτηκε, δεν αποδεικνύει την κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης μεταξύ της τελευταίας και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος. Συνακόλουθα, πρέπει ο ως άνω λόγος των εφέσεων και οι εφέσεις κατά το σκέλος που προσβάλλονται με τις αναψηλαφήσεις, να γίνουν δεκτές ως και ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (και αυτή στην έκταση που καθορίζεται από τις κρινόμενες αιτήσεις) και ακολούθως, αφού η υπόθεση κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο, να δικασθούν οι αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες) και 1) να γίνουν εν μέρει δεκτές, σύμφωνα με το διατακτικό της με αριθμό 65/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, οι με αριθμό κατάθεσης …..αγωγές κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, όσον αφορά όμως στη με αριθμό κατάθεσης ../2000 αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες αυτής πλην της υπό στοιχ. 2 ενάγουσας (Δ.
χήρας Ι. Κ.), β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ να καταβάλει στους ενάγοντες των ως άνω αγωγών και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να καταβάλει στους ίδιους, σε ολόκληρο με τους εναγόμενους, τα ποσά που επιδικάσθηκαν υπέρ των ως άνω εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, με τον νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τη με αριθμό 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, γ) να γίνουν δεκτές οι με αριθμό κατάθεσης ../2000 και 3/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ κατά των εναγομένων Λ.
Ν. του …και Γ. Ν. του …και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, τα ως άνω ποσά, που επιδικάσθηκαν σε βάρος του και υπέρ των εναγόντων, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής τους, δ) να απορριφθούν οι με αριθμό κατάθεσης 210/2000, 209/2000 και 7/2001 προσεπικλήσεις με τις σωρευόμενες παρεμπίπτουσες αγωγές των εναγομένων κατά της ασφαλιστικής εταιρίας Α.
Α.". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, αφού, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, ελλείπει παντελώς η αιτιολογία για την ουσιαστική βασιμότητα των τριών (3) κύριων αγωγών και των δύο (2) παρεμπιπτουσών αγωγών του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και δη δεν εκτίθεται, ποιες είναι οι επιμέρους αξιώσεις των εναγόντων καθεμίας από τις κύριες αγωγές σε βάρος του αναιρεσείοντος, οι οποίες αποδείχθηκαν ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αν και δεν είχαν εξετασθεί από ουσιαστική άποψη οι αγωγές αυτές ως προς το τελευταίο (Επικουρικό Κεφάλαιο) ούτε με την 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ούτε με την 26/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ποια η αιτία των εν λόγω αξιώσεων και το ύψος των αξιώσεων, ενώ περαιτέρω το Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει τις αγωγές και τις παρεμπίπτουσες αγωγές, δεν εκθέτει το συνολικό ποσό αποζημίωσης, που δικαιούται καθένας ενάγων, αλλά περιορίζεται ως προς το ζήτημα αυτό να παραπέμψει πλήρως στην υπ' αριθμ. 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς, με την οποία είχαν επιδικαστεί οι σχετικές αποζημιώσεις των εναγόντων σε βάρος της Α.
Α.. Επομένως είναι βάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, ενώ κατά τα λοιπά παρέλκει η έρευνα των τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, καλύπτει τους τελευταίους λόγους.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η από 16-10-2018 αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, καθόσον οι λοιποί αναιρεσίβλητοι λόγω της απουσίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, και δη να καταδικαστούν (οι αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α.
Α. Ε. Ζ." και του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Ακολούθως, αφού η από 18-05-2020 αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των πρώτου (1ου) και τρίτου (3ου) λόγων της, του τελευταίου κατ' αμφότερα τα σκέλη του, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της που προεκτέθηκαν και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σε αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 178 παρ. 2, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: 1) την από 16-10-2018 (αριθμ. κατάθ…) αίτηση των 1) Γ. Ν. του Π., 2) Ν., χήρας Λ. Π.. Ν., 3) Π. Ν. του Λ. και 4) Ι.. θυγατέρας Λ. Ν. και β) την από 18-05-2020 (αριθμ. κατάθ. ../29-05-2020) αίτηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της 9/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Απορρίπτει την από 16-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 9/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα καθενός από τους παρόντες αναιρεσίβλητους, ήτοι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." και του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", και δη στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς.
Αναιρεί εν μέρει την 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) κατά παραδοχή των αναφερόμενων στο σκεπτικό λόγων της από 18-05-2020 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο ανωτέρω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ