Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment, upholding employer's right to select manager.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision in a labor dispute involving an employment contract and managerial appointment. The appellant argued that the employer failed to consider his superior qualifications and made an arbitrary dismissal, while the employer contended the decision was based on valid legal grounds. The court ruled that the employer's discretionary right to select a manager was not abused and the lower court's reasoning was sufficient, thus rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 561(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; The employer's right to select a manager is not subject to annulment unless the selection is arbitrary or lacks legal basis, and the appellate court's review is limited to checking for procedural errors or obvious errors in law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 733/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Θεοδωροπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΕΛ.Γ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δροσιά Μπάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/8/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 900/2015 μη οριστική, 2171/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1131/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14 Δεκεμβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 9556/1076/16.12.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 1131/18.2.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 22.2.2019 με αριθμ.
κατάθ.19456/1420/28.2.2019 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 2171/22.11.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 18.8.2011 με αριθ. κατάθ. 148046/4665/5.9.2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.
Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το έτος 1995, ότι από το έτος 1996 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος λογιστηρίου, ότι από 1.3.2009 τοποθετήθηκε στη θέση του οικονομικού διευθυντή, ότι αν και η θητεία του στην ως άνω θέση ήταν τριετής το εναγόμενο τον έπαυσε από τα καθήκοντα του την 1.3.2011, ότι για την ως άνω θέση επελέγη η αναφερόμενη σ'αυτή συνάδελφός του που υστερούσε έναντι αυτού στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ότι στην με αριθμ. 3903/15.3.2011 προκήρυξη θέσεων του εναγόμενου υπέβαλε αίτηση για θέση προϊσταμένου τμήματος και επιλέχθηκαν οι αναφερόμενοι σ' αυτή υπάλληλοι έναντι των οποίων αυτός υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι τοποθετήθηκε ως απλός υπάλληλος λογιστηρίου που συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου νομικού προσώπου.
Ζητούσε, δε, μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί ότι η απομάκρυνσή του από τη θέση του οικονομικού διευθυντή πριν από τη λήξη της θητείας του και η μη τοποθέτησή του ως προϊσταμένου τμήματος αλλά ως υπαλλήλου του λογιστηρίου συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον επανατοποθετήσει στη θέση του οικονομικού διευθυντή έως τη λήξη στις 29.2.2012 της τριετούς θητείας του και εν συνεχεία από 1.3.2012 να του αναθέσει υπηρεσιακά καθήκοντα ανάλογα με εκείνα που ασκούσε έως την τοποθέτησή του ως οικονομικού διευθυντή, ήτοι να τον τοποθετήσει στη θέση προϊσταμένου τμήματος άλλως σε εργασιακή θέση ανάλογη των δυνατοτήτων του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 5.962,68 ευρώ που αντιστοιχεί στο επίδομα θέσης ύψους 496,89 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 έως 29.2.2012 και το ποσό των 372,67 ευρώ για το εφάπαξ καταβαλλόμενο ετησίως επίδομα ισολογισμού και δ) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 45.000 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής α) εκδόθηκε αρχικά, η με αριθμ. 900/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον τοποθετήσει σε θέση ανάλογη των προσόντων του και ως κατ' ουσία αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωρισθεί ότι η καθαίρεσή του από τη θέση του οικονομικού διευθυντή πριν από τη λήξη της θητείας του, η τοποθέτηση στη θέση αυτή άλλης συναδέλφου του που υστερούσε έναντι του ενάγοντος σε προσόντα και η τοποθέτησή του όχι σε θέση ανάλογη των προσόντων του συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και αναβλήθηκε ως προς τα λοιπά αγωγικά αιτήματα η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό αυτής έγγραφα και β) εκδόθηκε στη συνέχεια, η με αριθμ. 2171/2018 απόφαση του ιδίου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αα) απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμη η αγωγή ως προς τα προεκτεθέντα αιτήματα του ενάγοντος για επιδίκαση ποσών 5.962,68 ευρώ και 372,67 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών και ββ) έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι η μη τοποθέτηση του ενάγοντος σε θέση προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης του εναγομένου, η τοποθέτηση ως προϊσταμένου του ως άνω τμήματος αντ' αυτού του Χ.
Κ. και η τοποθέτηση του ενάγοντος σε θέση απλού υπαλλήλου του λογιστηρίου του εναγομένου ήταν άκυρη ως καταχρηστική και συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της τελευταίας ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 22.2.2019 με αριθμ. κατάθ.19456/1420/28.2.2019 έφεσή του με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση αυτής με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (1131/2020) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε η αγωγή του ενάγοντος προς εκδίκαση και απορρίφθηκε αυτή, κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή, ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, το τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτή κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.
Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Για να είναι καταχρηστική, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1219/2020, ΑΠ 798/2018, ΑΠ 1233/2018, ΑΠ 1/2012).
Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 1074/2018, ΑΠ 927/2013).
Εξάλλου με το άρθρο 1 του Ν. 1790/1988 με τίτλο "Οργάνωση και Λειτουργία Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 134) ορίζεται ότι "1. Ιδρύεται Οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.) ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. 2.
Ο ΕΛ.Γ.Α. έχει έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου" και με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Με κανονισμό κατάστασης προσωπικού, που εκδίδεται μέσα σ` ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται στο σύνολο των οργανικών θέσεων τακτικών και έκτακτων υπαλλήλων του ΕΛ.Γ.Α.
που κατανέμονται σε κλάδους ή ειδικότητες και διαρθρώνονται σε βαθμούς και καθορίζονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων για το διορισμό τους στις θέσεις αυτές". Κατ'εφαρμογή της τελευταίας ως άνω διάταξης εκδόθηκε ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. (ΕΛ.Γ.Α.) που εγκρίθηκε με την με αριθ. 287819/10-8-2005 Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ 1163 Β/22-8-2005) και επομένως έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 1219/2020).
Με το άρθρο 40 του ως άνω Κανονισμού όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε με την αριθ. 325804/25.11.2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β' 2411/26.11.2008), ορίζεται ότι "1. Η θητεία των Προϊσταμένων είναι τριετής. 2. Η επιλογή και τοποθέτηση στις θέσεις των Προϊσταμένων της Γενικής Διεύθυνσης, των Διευθύνσεων και Τμημάτων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, εκτός της Νομικής Υπηρεσίας, των αυτοτελών Γραφείων Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γραμματείας Διοικητικού Συμβουλίου και Επικοινωνιακής Πολιτικής και Δημοσίων Σχέσεων, γίνεται για τριετή θητεία με την ακόλουθη διαδικασία:
α) Προκήρυξη των θέσεων από τον Πρόεδρο του Ε.Λ.Γ.Α. τουλάχιστον δύο μήνες προ της λήξης της θητείας. Για τη Γενική Διεύθυνση, τις Διευθύνσεις και τις αντιστοίχου επιπέδου οργανικές μονάδες η προκήρυξη των θέσεων γίνεται συγχρόνως. Για τα Τμήματα η προκήρυξη των θέσεων γίνεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των, αντιστοίχου επιπέδου, οργανικών μονάδων.
Η διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της προκήρυξης, β) υποβολή, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, από την ημερομηνία ανάρτησης της προκήρυξης στην υπηρεσία του ενδιαφερομένου, αίτησης μετά βιογραφικού σημειώματος από τους ενδιαφερομένους υπαλλήλους...
Δικαίωμα υποβολής αιτήσεων έχουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 88 - 89 του Κανονισμού αυτού, όλοι οι τακτικοί υπάλληλοι του ΕΛ.Γ.Α., ως κάτωθι: Για την επιλογή Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης, υπάλληλοι με 1ο και 2ο βαθμούς. Για τη επιλογή Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Τμήματος υπάλληλοι με 1ο, 2ο και 3ο βαθμό, γ) αξιολόγηση των υποψηφίων για την επιλογή του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των Τμημάτων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, από το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.
Για την αξιολόγηση των υποψηφίων το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την ετήσια αξιολόγηση των πέντε (5) τελευταίων ετών και κατατάσσει τους υποψήφιους με βάση τον χαρακτηρισμό κατάταξης ή τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης σε δύο (2) κατηγορίες ως εξής: Τους έχοντες χαρακτηρισμό κατάταξης ή τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης ''ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ" και "ΠΟΛΥ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ". - Τους έχοντες χαρακτηρισμό κατάταξης ή τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης "ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ", "ΜΕΤΡΙΑ" και "ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ", δ) σύνταξη και υποβολή Πινάκων Επιλεγμένων και Μη Επιλεγμένων.
Το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο συντάσσει και υποβάλλει τους κάτωθι Πίνακες: - Πίνακας Επιλεγμένων, ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αλφαβητική σειρά τους υποψηφίους με χαρακτηρισμό κατάταξης ή τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης "ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ" και "ΠΟΛΥ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ" ως πληρούντες τα προσόντα να ασκήσουν τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας. - Πίνακας Μη Επιλεγμένων, ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αλφαβητική σειρά τους υποψηφίους με χαρακτηρισμό κατάταξης ή τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης "ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ", "ΜΕΤΡΙΑ" και "ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ" ως μη πληρούντες τα προσόντα να ασκήσουν τα καθήκοντα του Προϊσταμένου οργανικής μονάδας, ε) επιλογή και τοποθέτηση, με τριετή θητεία, από τον Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α.
του Προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας από τον Πίνακα Επιλεγμένων της εν λόγω οργανικής μονάδας. Οι τοποθετούμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους μέχρι την τοποθέτηση νέων Προϊσταμένων...". Με το άρθρο 87 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι: "1. Το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων καθορίζεται ως εξής:
α. Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, προηγούνται οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ και ακολουθούν κατά σειρά οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΤΕ, της κατηγορίας ΔΕ και τέλος οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΥΕ. β. Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, προηγούνται οι υπάλληλοι ανώτερου βαθμού, βάσει της ιεραρχικής κλίμακας των βαθμών σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος Κανονισμού, γ.
Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου κλάδου και βαθμού δεν υπάρχει προβάδισμα. 2. Στις περιπτώσεις υπαλλήλων που επιλέγονται και τοποθετούνται Προϊστάμενοι και για όσο χρόνο αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους δεν ισχύουν οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου περί προβαδίσματος.". Με το άρθρο 88 παρ. 3 περ. θ' του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι προϊστάμενος του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού του εναγομένου τοποθετείται τακτικός υπάλληλος εκ των κλάδων ΠΕ4 Διοικητικών - Οικονομικών, ΤΕ1 Διοικητικών - Λογιστικών, ΤΕ5 Τεχνολόγων Μηχανικών και ΔΕ1 Διοικητικών - Γραμματέων.
Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. προκύπτει ότι στη θέση του προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης, της Διεύθυνσης Διοικητικού του εναγομένου, προβλέπεται διαζευκτικά η δυνατότητα επιλογής υπαλλήλων διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού και συγκεκριμένα των κατηγοριών-κλάδων α) ΠΕ4 Διοικητικών - Οικονομικών, β) ΤΕ1 Διοικητικών - Λογιστικών, γ) ΤΕ5 Τεχνολόγων Μηχανικών και δ) ΔΕ1 Διοικητικών - Γραμματέων, χωρίς να ισχύει το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων των ως άνω διαφορετικών κατηγοριών, όπως το προβάδισμα αυτό καθορίζεται από την παρ. 1 του άρθρου 87 του Κανονισμού, δεδομένου ότι με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι ειδικά για την επιλογή και τοποθέτηση υπαλλήλων ως προϊσταμένων (που επιλέγονται και τοποθετούνται κατά το άρθρο 88 του Κανονισμού), δεν ισχύουν οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου που ρυθμίζουν το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου.
Άλλωστε και από τη γραμματική διατύπωση των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι στις περιπτώσεις επιλογής προϊσταμένου υπηρεσιών του εναγομένου νομικού προσώπου δεν ισχύει το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων, αφού δεν ορίζεται ρητά με κάποια από αυτές ότι η δυνατότητα επιλογής προϊσταμένου διευθύνσεων και τμημάτων διευθύνσεων του αναιρεσίβλητου από υπαλλήλους επόμενης σε προβάδισμα κατηγορίας ισχύει μόνο στην περίπτωση έλλειψης υπαλλήλου προβαδίζουσας κατηγορίας.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 308/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό μέρος έλεγχο τα εξής : "...Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων, με ειδίκευση στη λογιστική και προσελήφθη από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. (ήδη αναιρεσίβλητο) που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1790/1988, με τη με αριθμό 9872/2.3.1995 απόφαση του Διοικητή του.
Από 20.3.1995 ανέλαβε υπηρεσία στη Διεύθυνση Οικονομικού, όπου υπηρετούσε συνεχώς. Από το έτος 1996 έως την 28.2.2009 απασχολήθηκε ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου, ενώ από 1.3.2009, κατόπιν της ακολουθούμενης διαδικασίας επιλογής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 του Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ. και με την .../15.1.2009 απόφαση του Προέδρου ΕΛ.ΓΑ, επελέγη και τοποθετήθηκε με τριετή θητεία ως Οικονομικός Διευθυντής.
Την 20.9.2010 δημοσιεύτηκε ο ν. 3877/2010 και με τη διάταξη του άρθρου 24 § 2 αυτού ορίστηκε ότι "Οι Κανονισμοί Κατάστασης Προσωπικού του ΕΛ.ΓΑ και Οργανωτικής Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του ΕΛ.ΓΑ ισχύουν μέχρι τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως νέων επικαιροποιημένων Κανονισμών. Από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως λήγει αυτοδικαίως η θητεία των προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των Τμημάτων των υπηρεσιών του ΕΛ.ΓΑ".
Κατόπιν τούτου, από 20.9.2010, έληξε η θητεία των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος του εναγομένου, αλλά ενόψει της διάταξης του άρθρου 40 § 2 περ. ε' εδ. β' του Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ, όπως κατά περιεχόμενο διαλαμβάνεται στο σκεπτικό, η οποία συνέχισε να ισχύει καθώς δεν είχε δημοσιευθεί νέος Κ.Κ.Π.
ΕΛ.ΓΑ, ο ενάγων διατήρησε τη θέση του και μετά τη δημοσίευση του νόμου, όπως και οι υπόλοιποι προϊστάμενοι του εναγόμενου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 225/11.1.2011 προκήρυξη θέσεων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ , με την οποία προκηρύχθηκε και η πλήρωση της θέσης του κατείχε μέχρι τότε ο ενάγων. Για τη θέση αυτή ο ενάγων δεν υπέβαλε στην υπηρεσία του εναγομένου αίτηση ενδιαφέροντος για την πλήρωση της θέσης και ως εκ τούτου δεν αξιολογήθηκε και δεν συμπεριλήφθη στον πίνακα επιλεγμένων και στη θέση τοποθετήθηκε με τη με αριθμό 2903/21.2.2011 απόφαση του Προέδρου του εναγομένου η εκ των επιλεγμένων Γ.
Α.. Ακολούθως, ο ενάγων που μέχρι τότε κατείχε τη θέση που πληρώθηκε από τη Γ. Α. και για την οποία δεν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον, τοποθετήθηκε από 28.2.2011 στο Τμήμα Λογιστηρίου της Διεύθυνσης Οικονομικού. Οι θέσεις των προϊσταμένων Τμημάτων δεν είχαν ακόμη προκηρυχθεί και τις καταλάμβαναν οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία είχε αυτοδίκαια λήξει από 20.9.2010, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 40 § 2 περ.
ε' εδ. β' του Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ και δεν μπορούσε ο ενάγων να τοποθετηθεί στις θέσεις αυτές. Στη συνέχεια και σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 40 Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ την προκήρυξη θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης, ακολούθησε η προκήρυξη θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Τμημάτων του εναγόμενου με τη με αριθμό 3903/15.3.2011 προκήρυξη.
Μεταξύ των θέσεων που προκηρύχθηκαν ήταν και η θέση του προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού, για την οποία υπέβαλε αίτηση ενδιαφέροντος ο ενάγων. Ο ενάγων συμπεριλήφθηκε μετά από την αξιολόγηση στον πίνακα επιλεγμένων ως πληρών τα προσόντα να ασκήσει τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας.
Με τη με αριθμό .../9.5.2011 απόφαση του Προέδρου του εναγομένου στη θέση αυτή τοποθετήθηκε ο επίσης συμπεριληφθείς στον πίνακα επιλεγμένων, υπάλληλος Χ. Κ., κατηγορίας ΔΕ του κλάδου ΔΕ1 Διοικητικών Γραμματέων. Σε σχέση με τον επιλεγέντα ο ενάγων υπερέχει, όπως εκθέτει στην αγωγή του, όσον αφορά τους τίτλους σπουδών, καθώς ο Χ.
Κ. είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και όσον αφορά την εμπειρία του σε θέσεις Προϊσταμένου και Διευθυντή. Όμως μόνα αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την επιλογή του Χ. Κ. στη θέση του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού.
Και τούτο διότι ο ενάγων, έχοντας εξειδικευμένες γνώσεις λογιστικής και ασκώντας όλα αυτά τα έτη τα καθήκοντα που εξετέθησαν ανωτέρω, δεν είχε καμία εργασιακή εμπειρία στο συγκεκριμένο τμήμα και η συνέχιση της απασχόλησής του στο λογιστήριο του εναγομένου και όχι το πρώτον στο Τμήμα Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού ήταν προς το συμφέρον του τελευταίου.
Επίσης, ήταν προς το συμφέρον του εναγομένου να τοποθετήσει στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού τον Χ. Κ., ο οποίος λόγω της προϋπηρεσίας του σ' αυτό και της εμπειρίας του που ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι αποτέλεσε κριτήριο και δεν αμφισβητεί ο ενάγων, είχε εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου και ο οποίος δεν υστερούσε στις υπηρεσιακές αξιολογήσεις από τον ενάγοντα, όπου ελέγχονται οι υπάλληλοι για την κρίση και αντίληψη, την ικανότητα και μεθοδικότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και το πνεύμα συνεργασίας και συντονισμού, όπως άλλωστε δεν ισχυρίζεται ούτε ο ίδιος ο ενάγων, ούτε μετά την προσκομιδή του φακέλου του Χ.
Κ. που διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αίτημα του ενάγοντος και του οποίου έλαβε γνώση. Όσον αφορά δε την πολύχρονη εμπειρία είναι δεδομένη για όλους τους επιλέξιμους υπαλλήλους, καθώς για την κατάληψη της θέσης αυτής από τον ΚΚΠ ΕΛ.ΓΑ απαιτείται Α ή Β βαθμός. Εξάλλου, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, το Τμήμα Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού είχε κατά κύριο αντικείμενο το Πρωτόκολλο και ο ενάγων, ο οποίος πράγματι εκτελούσε όλα τα προηγούμενα έτη καθήκοντα σε πιο απαιτητικές θέσεις, δεν είχε πραγματικό ενδιαφέρον για τα καθήκοντα της θέσης αυτής, όπως συνάγεται από την αναφορά στην αγωγή του (σελ. 9) ότι στην υπ' αριθμ.
πρωτ. 3903/15.3.2011 προκήρυξη ουσιαστικά συμμετείχε για να αποδείξει, με τη μη επιλογή του που προεξοφλούσε, την εμπάθεια του Προέδρου του εναγομένου στο πρόσωπό του, την απαξίωσή του κλπ. Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται ότι η επιλογή του Χ. Κ. στη θέση του Προϊσταμένου Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού και η μη τοποθέτηση του ενάγοντος σ' αυτό έγινε από το εναγόμενο με αποκλειστικό κριτήριο το συμφέρον της υπηρεσίας και δεν υπήρξε υπέρβαση και μάλιστα προφανής από μέρους του αρμοδίου οργάνου του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Προσέτι, δεν αντίκειται στον Κ.Κ.Π. ΕΛ.ΓΑ, ο οποίος μόνος εν προκειμένω εφαρμόζεται, η επιλογή υποψηφίου κατηγορίας ΔΕ αντί άλλου υποψηφίου κατηγορίας ΠΕ, καθώς, όπως εξετέθη στο σκεπτικό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 § 2 Κ.Κ.Π. ΕΛ.Γ.Α. στις περιπτώσεις υπαλλήλων που επιλέγονται και τοποθετούνται Προϊστάμενοι και για όσο χρόνο αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους δεν ισχύει το προβάδισμα των κατηγοριών.
Επομένως, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την έκανε εν μέρει δεκτή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατ' αποδοχή ως βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης και συνακόλουθα και της έφεσης που κρίνεται κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή και να απορριφθεί..".
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η επιλογή στη θέση του προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., υπαλλήλου της κατηγορίας ΔΕ αντί υπαλλήλου της κατηγορίας ΠΕ δεν αντίκειται στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού του ως άνω νομικού προσώπου για το λόγο ότι στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει, κατά το άρθρο 87 παρ. 2 αυτού, το προβάδισμα των κατηγοριών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των προεκτεθεισών διατάξεων των άρθρων 40 παρ. 2, 87 και 88 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου προκύπτει ότι για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων των διευθύνσεων και των τμημάτων των διευθύνσεων, δεν ισχύει το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ) και συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι για την επιλογή και τοποθέτηση στη θέση του προϊστάμενου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού του εναγομένου δεν ίσχυε το προβάδισμα των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ (στην οποία υπάγεται ο ενάγων) έναντι των υπαλλήλων της κατηγορίας ΔΕ (στην οποία υπάγεται ο Χ.
Κ. που τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ.
του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016) Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ των αριθμών 19 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε εσφαλμένα ότι η παράλειψη της τοποθέτησης αυτού ως προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.
και η τοποθέτηση στη θέση αυτή του υπαλλήλου Χ. Κ. δεν ήταν καταχρηστική, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι η παράλειψη τοποθέτησης αυτού ως προϊσταμένου του ως άνω τμήματος ήταν καταχρηστική γιατί υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα από τον ως άνω επιλεγέντα υπάλληλο, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και δεν διέταξε απόδειξη για αυτά.
Ο ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι έλαβε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ότι δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς απόδειξη ή που δεν διενήργησε απόδειξη γι' αυτόν και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε, δε, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται μνεία (9η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπήρξε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου με την παράλειψη της τοποθέτησής του αναιρεσείοντος, ως προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού, και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη".
Περαιτέρω ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν ήταν καταχρηστική η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου παράλειψη επιλογής και τοποθέτησης του αναιρεσείοντος στη θέση του προϊσταμένου του ως άνω τμήματος και η επιλογή και τοποθέτηση στη θέση αυτή του υπαλλήλου Χ.
Κ., διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη καταχρηστικότητα της ως άνω παράλειψης επιλογής και τοποθέτησης του αναιρεσείοντος ως προϊσταμένου του προαναφερθέντος τμήματος. Ειδικότερα για να καταλήξει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα δέχθηκε α) ότι κατόπιν της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 3877/2010, έληξε από τις 20.9.2010 η θητεία των προϊσταμένων των διευθύνσεων και των τμημάτων του αναιρεσίβλητου, πλην, όμως, αυτοί εξακολούθησαν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την τοποθέτηση νέων προϊσταμένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ.2 περ.
ε εδ. β του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού (ΚΚΠ ΕΛΓΑ), β) ότι για τον ως άνω λόγο και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων του οποίου έληξε η θητεία στις 20.9.2010, παρέμεινε στη θέση του ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικού, στην οποία είχε τοποθετηθεί με την υπ' αριθ. .../15.1.2009 απόφαση του Προέδρου του αναιρεσίβλητου, γ) ότι κατόπιν της με αριθμ. 225/11.1.2011 προκήρυξης θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου διεύθυνσης, για τις οποίες ο ενάγων δεν υπέβαλε αίτηση και ως εκ τούτου δεν αξιολογήθηκε, επιλέχθηκε στη θέση που μέχρι τότε κατείχε αυτός η Γ.
Α., δ) ότι κατόπιν της ως άνω τοποθέτησης ο ενάγων στις 28.2.2011 τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στο Τμήμα Λογιστηρίου της Διεύθυνσης Οικονομικού και ότι την ως άνω ημερομηνία δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε θέση προϊσταμένου τμήματος γιατί δεν είχαν προκηρυχθεί ακόμα οι θέσεις προϊσταμένων των τμημάτων των διευθύνσεων που τις καταλάμβαναν οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε αυτοδίκαια λήξει, αλλά παρέμεναν στη θέση τους, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 40 παρ. 2 περ.
ε στ. β του Κ.Κ.Π. ΕΛΓΑ, ε) ότι, ακολούθως, κατόπιν της υπ' αριθ. 3903/15.3.2011 προκήρυξης προκηρύχθηκαν θέσεις προϊσταμένων των ων άνω τμημάτων των διευθύνσεων, μεταξύ των οποίων και η θέση του προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού, για την οποία υπέβαλε αίτηση ενδιαφέροντος ο ενάγων, στ) ότι με την υπ' αριθμ. .../9.5.2011 απόφαση του Προέδρου του εναγομένου τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του ως άνω τμήματος ο υπάλληλος (ΔΕ) Χ.
Κ., ζ) ότι ο ενάγων υπερείχε μεν σε τίτλους σπουδών και σε εμπειρία σε θέσεις προϊσταμένου και διευθυντή από τον ως άνω επιλεγέντα υπάλληλο, πλην όμως, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την ως άνω επιλογή για το λόγο ότι ήταν προς το συμφέρον του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου αα) η συνέχιση της απασχόλησης του ενάγοντος στο Τμήμα Λογιστηρίου, καθότι ο ενάγων είχε εξειδικευμένες γνώσεις λογιστικής και δεν είχε εργασιακή εμπειρία στο προαναφερθέν Τμήμα Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού και ββ) η τοποθέτηση του Χ.
Κ. ως προϊσταμένου του ως άνω τμήματος, στο οποίο αυτός είχε προϋπηρεσία και εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου του και δεν υστερούσε σε υπηρεσιακές αξιολογήσεις και σε εμπειρία από τον ενάγοντα, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ και συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Η δε, αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτός δεν είχε πραγματικό ενδιαφέρον για τα καθήκοντα της θέσης του προϊσταμένου του ως άνω τμήματος, παραβλέποντας το αποδειγμένο γεγονός ότι αυτός είχε υποβάλει νέα αίτηση για τη θέση αυτή, μετά την παραίτηση του Χ. Κ., λόγω συνταξιοδότησής του και την υπ' αριθμ. 9302/19.7.2013 προκήρυξη της θέσης του προϊσταμένου του προαναφερθέντος τμήματος, αυτή (αιτίαση) δεν είναι βάσιμη καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστηρίου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων δεν είχε πραγματικό ενδιαφέρον για την κατάληψη της θέσης αυτής από το περιεχόμενο της από 18.8.2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), στην οποία ιστορούσε ότι "...Στην ανωτέρω δεύτερη υπ' αριθ. 3903/15.3.2011 προκήρυξη για τις θέσεις Προϊσταμένων Διευθύνσεων (ενν.
Προϊσταμένων Τμημάτων), ουσιαστικά συμμετείχα για να αποδείξω την εμπάθεια του Προέδρου κ. Θ. Σ. προς το πρόσωπό μου, την απαξίωσή μου και την εντελώς παράνομη, αναίτια, αυθαίρετη και άδικη καθαίρεσή μου και την εν γένει βαθμολογική, μισθολογική και ψυχολογική μου εκμηδένιση" (σελ. 9 της αγωγής). Τέλος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση επιμέρους αιτιάσεις που αποδίδουν εκτιμητικό σφάλμα στο δικαστήριο της ουσίας ως προς την καταφανή υπεροχή αυτού έναντι του επιλεγέντος από το αναιρεσίβλητο ως άνω υπαλλήλου για τη θέση του προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικού, πέραν του ότι αυτή (καταφανής υπεροχή) από μόνη της δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη για την επιλογή προϊστάμενου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος καθότι υπό την επίφαση της συνδρομής της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2020 και με αριθ. κατάθ. 9556/1076/16.12.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1131/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ